ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΤΟ ΜΙΣΟΣ ΕΝΑ ΒΗΜΑ
Τη Λυδία Χαραλαμπίδου τη ζήλευα από την πρώτη δημοτικού για την έμφυτη της λεπτότητα. Αυτή η λεπτή καταραμένη ήταν η καλύτερή μου φίλη. Ο άτακτος και οπισθοδρομικός Νίκος Παπαϊωάννου μας βάφτισε με παρατσούκλια ακόμα από το γυμνάσιο. Τη Λυδία την αποκαλούσε κυρία Λυδία Μάρκου. Κάθε φορά που έμπαινε στην τάξη, ο Νίκος σταύρωνε τα χέρια σαν να ζεσταίνεται πίσω από ένα μανίκι, τραγουδώντας με κέφι:
Πέντε λεπτά, πέντε λεπτά! Είναι πολύ ή λίγο;
Το πρόσωπο της Λυδίας φωτιζόταν με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο κι εκείνη διέσχιζε αργά την αίθουσα λικνίζοντας ανέμελα τα λεπτά της ισχία.
Εγώ προσπαθούσα να τρυπώσω κρυφά στην τάξη μετά το κουδούνι, στις μύτες των ποδιών. Δεν τα κατάφερνα πάντα. Κι όταν ήμουν άτυχη, ο χαζοχαρούμενος τεράστιος Νίκος φώναζε με όλη του τη δύναμη:
Καλημέρα σας, κυρία Λυδία Γεωργίου!
Κι ύστερα άρχιζε να τραγουδάει:
Από μακριά κυλάει ο ποταμός Αχελώος!
Καιγόταν το πρόσωπό μου. Τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά μου και μούσκευαν το στήθος, που κάθε άλλο παρά θύμιζε κοριτσίστικο. Η Λυδία με υπερασπιζόταν. Πετούσε βιβλία στον Νίκο, του φώναζε τρελός κι όμως γελούσε ζωηρά, όπως μόνο γυναίκες με αυτοπεποίθηση ξέρουν. Όλοι μας γνωρίζαμε πως ο Νίκος με τη Λυδία ήταν τσιμπημένοι ο ένας με τον άλλον. Κι όμως, κανένας δεν καταλάβαινε γιατί η «κατσικούλα» Λυδία ήταν φίλη με την «αγελαδίτσα» Λυδία Παπαδοπούλου. Παπαδοπούλου, εγώ δηλαδή.
Ούτε κι εγώ καταλάβαινα γιατί η Λυδία ήταν μαζί μου. Εκείνη θύμωνε και φώναζε:
Είσαι χαζή, Παπαδοπούλου! Όλα τα μαθήματα τα σκίζεις με άριστα, κι ακόμα δεν έμαθες πως φίλοι δεν γίνονται για τη φιγούρα και τα μάτια. Είσαι καλός άνθρωπος, Λυδία. Τι θες; Όλοι να ναι αδύνατοι; Κοίτα πόσοι διάσημοι είναι γεματούληδες! Κι όμως τους λατρεύουν όλοι!
Οι διάσημοι δεν με ένοιαζαν. Μόνο ο Παπαϊωάννου με ένοιαζε, κι αυτός μόνο τη Λυδία έβλεπε. Έβλεπα πώς την κοιτούσε. Εμένα πάντα με απέφευγε. Όπως αποστρέφουν το βλέμμα από τους φτωχούς όταν δεν έχουν ψιλά να δώσουν, αλλά το χαρτονόμισμα το λυπούνται. Έτσι γύριζε την πλάτη του. Ή με πείραζε, ή με αγνοούσε.
Πριν την Πρωτοχρονιά, έπεισα τους γονείς μου να με μεταγράψουν σε άλλο σχολείο. Η μαμά συμπλήρωσε την αίτηση και πήρε τα χαρτιά από το γραφείο. Μετά τις διακοπές, με περίμενε μια νέα αρχή. Μόνο η Λυδία είχε απομείνει από την παλιά ζωή.
Η φίλη μου θύμωσε τρομερά. Με είπε προδότρια και έφυγε, κλείνοντας με δύναμη την πόρτα. Όμως, σύντομα άλλαξε γνώμη. Γύρισε πίσω και άρχισε να χτυπάει το κουδούνι της εισόδου ασταμάτητα.
Άνοιξα την πόρτα πλατιά, με χαμόγελο χαράς. Και κόλλησα. Στην είσοδο στεκόταν ο Παπαϊωάννου. Θυμωμένος, με ανοιχτό το παλτό, χωρίς σκουφί, γεμάτος χιόνι:
Τι κάνεις, Παπαδοπούλου; Γιατί ψάχνεσαι να αλλάξεις σχολείο τέτοια εποχή; Σε πέντε μήνες δίνουμε Πανελλήνιες, εσύ το βαλες στα πόδια; Σε ρωτάω, Παπαδοπούλου!
Δεν άκουγα τι έλεγε. Όχι, άκουγα, αλλά δεν καταλάβαινα τα λόγια. Καταλάβαινα μόνο πως ήθελα να κρατήσω για πάντα αυτή τη μαγική στιγμή ο ίδιος ο Νίκος Παπαϊωάννου στο κατώφλι του σπιτιού μου. Τόσο όμορφος, που σε κόβει η ανάσα! Τα μάγουλά του κατακόκκινα απ το κρύο κι εκείνα τα μάτια να λάμπουν. Κι έτσι, απ αυτό το θέαμα, ξαφνικά βρήκα θάρρος και ψιθύρισα με ειρωνεία:
Τι έγινε, φοβήθηκες μήπως δεν βρεις άλλη άβουλη χαζή να κοροϊδεύεις;
Τι λες, δεν καταλαβαίνω; Άλλη σαν κι εσένα, Παπαδοπούλου; Είσαι μοναδική! είπε ορμητικά ο Παπαϊωάννου μέσα απ τα δόντια του. Με άρπαξε από το χέρι, με τράβηξε έξω και με έκλεισε στην αγκαλιά του.
Όχι, δεν ήταν αγκαλιά. Αγκαλιάζουν με τρυφερότητα. Αυτό που έκανε ο Νίκος ήταν γεμάτο απόγνωση. Σαν να προσπαθούσε να μη με χάσει. Μία μεγάλη του παλάμη κρατούσε το κεφάλι μου σφιχτά στο στήθος του, μέσα στο μάλλινο πουλόβερ, ενώ με την άλλη με κράταγε πίσω. Είχα παγιδευτεί. Μα αντί να φοβάμαι, ένιωθα όμορφα. Όπως στα όνειρα. Ή στις κρυφές ευχές. Μα πώς ήξερε για τα όνειρά μου; Μήπως ήθελε πάλι να με πειράξει; Μήπως το κατάλαβε; Αυτή η σκέψη με γέμισε τρόμο και ξέσπασα σε λυγμούς. Έκλαιγα ασταμάτητα. Κι όταν δεν υπήρχε άλλο δάκρυ, άρχισα να ηρεμώ. Ρούφηξα δύο φορές τη μύτη μου και δεν κατάλαβα αμέσως πως με είχε πια στην αγκαλιά του με τρυφερότητα και με νανούριζε σαν μικρό κορίτσι.
Κλάψε, Λυδία. Όταν το χρειάζεσαι, να κλαις. Κι η μαμά μου αυτό μου λέει. Και ότι είμαι βλάκας. Αν σου αρέσει κάποιος, πρέπει να το λες στα ίσα, μου λεγε. Λυδία, ήρθα να σου πω πως είμαι βλάκας. Μου αρέσεις, ακούς;
Κι ακόμα ντρέπομαι για σένα. Εσύ αριστούχα, θες την ιατρική, κι εγώ; Αν περάσω στο ΤΕΙ Μηχανικών Αυτοκινήτων, θα ναι καλά. Κι αν δεν σε αφήσουν οι γονείς σου; Τι θέλει η κόρη τους με έναν σαν κι εμένα; Δεν είμαι χαζός όμως! Δε μ ενθουσιάζει η γεωμετρία, τρελαίνομαι για αυτοκίνητα και… για σένα.
Και η Χαραλαμπίδου;
Η Χαραλαμπίδου; Αυτή σε δυο χρόνια θα είναι κουμπάρα στον γάμο μας! με κοίταξε στα μάτια κι εγώ ψιθύρισα:
Σε μισώ…
Κι αυτό καλό είναι! Από την αγάπη στο μίσος ένα βήμα! Θα με αγαπήσεις! μου απάντησε ο μέλλων άντρας μου και χαμογέλασε.
Πέρασαν τριάντα χρόνια.
Δεν γιορτάζουμε τις επετείους γάμου μας. Την ημέρα που άρχισε η οικογένειά μας, εκείνη τιμούμε. Σήμερα, για τριακοστή φορά. Πρώτα ήμαστε οι δυο μας. Έπειτα τρεις με την κόρη. Σε τέσσερα χρόνια τέσσερις, με κόρη και γιο.
Το βράδυ θα βρεθούμε πάλι με τους πιο αγαπημένους. Ο γιος θα φέρει τη σύντροφό του. Περιμένω την πολυαγαπημένη φίλη μου Λυδία με τον άντρα της και τον γιο τους. Μόνο η κόρη μας δε θα καθίσει στο τραπέζι. Εκείνη ασχολούνταν με κάτι σπουδαίο από χθες το βράδυ όλο το βράδυ ετοίμαζε το δώρο μας. Το πρωί γέννησε ένα κοριτσάκι, τη Λυδία Χαραλαμπίδου. Μας έκανε γιαγιάδες με τη φίλη μου.
Κάποιες φορές, εκεί που νομίζεις ότι το μίσος χωρίζει ανθρώπους, τελικά είναι η αγάπη που ενώνει, κι η ζωή κάνει τον κύκλο της με τον πιο ανέλπιστα όμορφο τρόπο.





