Η πεθερά μου έχει μια απίστευτα δύσκολη και άκαμπτη προσωπικότητα. Οι ατέλειωτες καβγάδες και οι συνεχείς παρεμβάσεις στη ζωή μας δεν μας άφησαν εμένα και τον άντρα μου να βρούμε ηρεμία, σαν να προσπαθούσαμε να περπατήσουμε με βαριά παπούτσια στα σοκάκια της Αθήνας ένα ζεστό καλοκαιριάτικο απόγευμα. Παρά τη δυσαρέσκειά της, αναγκαστήκαμε να μείνουμε μαζί της μετά τον γάμο, λόγω περίεργων οικογενειακών περιστάσεων σαν ένα τσίπουρο που σε ζεσταίνει αλλά και σε καίει.
Συχνά παίρναμε μέρος σε περίεργες εκδρομές για να μαζέψουμε βατόμουρα, περισσότερο για να φτιάξει εκείνη γλυκά του κουταλιού. Τα υπόλοιπα, ποτέ δεν έφταναν στη δική μας οικογένεια, λες και τα φρούτα χάνονταν σε λαβύρινθους κάτω από τις ελιές. Στην αρχή, έβγαινα μαζί τους τα σαββατοκύριακα, επειδή εργαζόμουν στην Ερμού τις άλλες μέρες. Όμως, όταν γεννήθηκε το παιδί μου, έπρεπε να πηγαίνω μαζί τους σχεδόν κάθε μέρα κάπως σαν να ξυπνάς σ ένα όνειρο όπου ο χρόνος δεν τελειώνει ποτέ και τα χρώματα γίνονται όλο και πιο έντονα.
Η πεθερά μου ήθελε να μαζεύουμε τα φρούτα νωρίς το πρωί, όταν το φως μοιάζει να γλιστράει ανάμεσα στα πεύκα και η ζέστη απλωνόταν αργά, ενώ τα κουνούπια και οι βάλτοι έκαναν τα πάντα να μοιάζουν με σκηνές από αρχαία ελληνική μυθολογία. Όλα τα μούρα, τα κρατούσε για τον εαυτό της, στοιβαγμένα στην κατάψυξη όπως μυστικά κρυμμένα σε παλιά αμφορεία.
Μια μέρα, ο άντρας μου, ο Νίκος Αλεξίου, αποφάσισε να της μιλήσει για τα οικονομικά μας προβλήματα, καθώς χρειαζόμασταν και εμείς βοήθεια, ακόμη και λίγα ευρώ για τις ανάγκες του σπιτιού. Αυτό οδήγησε σε έναν άβολο καυγά, και η πεθερά μου, η Σταυρούλα Καρρά, θέλοντας να μας εκδικηθεί, πρόσθεσε ελάχιστο κρέας στη σούπα που μας ετοίμασε σαν να προσπαθούσε να μας πει κάτι με ένα αινιγματικό χαμόγελο. Ένιωσα προσβεβλημένη και λυπημένη, έκλεισα την πόρτα του μπάνιου κι έκλαψα, νιώθοντας τα δάκρυά μου να στάζουν σαν κερασμένα σταφύλια πάνω σε μαρμάρινο πάτωμα.
Τελικά, αποφασίσαμε να νοικιάσουμε ένα διαμέρισμα στον Πειραιά και να ζήσουμε μακριά από την πεθερά μου. Αυτό μας έφερε μια περίεργη αίσθηση ελευθερίας σαν να βρισκόμασταν σε μια ταράτσα με θέα τον Σαρωνικό, όπου ησυχία και η γαλήνη γλύκανε τις μέρες μας. Την επισκεπτόμασταν πού και πού, αλλά αρνήθηκα να πιω τσάι στο σπίτι της, ως μια απαλή αλλά ηχηρή διαμαρτυρία σαν να έπαιζε το ραδιόφωνο ένα παλιό δημοτικό τραγούδι χωρίς στίχους.
Πιστεύω πως γνωρίζει τον λόγο αυτής της σιωπηλής διαμαρτυρίας μου, αν και φαντάζομαι ότι η καρδιά της παραμένει αδιάφορη όπως μια αρχαία πέτρα κάτω από τον ήλιο.
Εσείς, τι θα λέγατε για αυτή τη συμπεριφορά της νύφης και της πεθεράς; Ποιος πιστεύετε ότι έχει δίκιο, όταν τα μυστικά και τα συναισθήματα μοιάζουν να χορεύουν γύρω μας σαν σκιές δίχως σχήμα;Όμως, μέσα από αυτή τη μακρινή συγκατοίκηση, έμαθα κάτι απρόσμενο: η ελευθερία δεν κρύβεται μόνο στη φυγή, αλλά και στη γενναιότητα να κρατήσεις ό,τι αγαπάς ζωντανό, έστω κι αν αυτό μερικές φορές πονάει. Ένα απόγευμα του φθινοπώρου, καθώς ο Νίκος έπαιζε με το παιδί μας στο μπαλκόνι κι εγώ παρακολουθούσα τις γάτες να κοιμούνται στη δροσιά, πήρα ένα τηλέφωνο. Η φωνή της ήταν ψυχρή όπως πάντα, μα στο τέλος, λίγο πριν κλείσουμε, με ρώτησε απρόσμενα αν ήθελα να φέρω το παιδί για να του δείξει πώς φτιάχνονται τα βατόμουρα γλυκό.
Σκέφτηκα να αρνηθώ, όμως η στιγμή με βρήκε πιο δυνατή απ όσο ήξερα. Και κάπως έτσι, φτιάξαμε μαζί το πρώτο γλυκό που δεν ήταν μόνο δικό της το μοιραστήκαμε όλοι. Η πεθερά μου δεν άλλαξε ποτέ, μα το σπίτι γέμισε γεύση και ουρανισμούς, κι εγώ βρήκα τη γαλήνη όχι στην απόσταση, αλλά στο να χαμογελώ σε ό,τι δεν μπορώ να αλλάξω. Γιατί τελικά, η πιο γλυκιά εκδίκηση είναι να γεμίζεις τη δική σου ζωή μ εκείνα που κανείς άλλος δεν μπορεί να σου στερήσει.





