Αποφασίσαμε να πουλήσουμε το διαμέρισμα του παππού μου, αλλά δεν φανταζόμασταν ότι το πνεύμα του θα αντιδρούσε έτσι!

Αν το έλεγα σε κάποιον, δύσκολα θα πίστευε τι συνέβη στην οικογένειά μου, εκτός dacă το είχε ζήσει κι ο ίδιος. Όλα ξεκίνησαν πριν από έξι μήνες, όταν ο αγαπημένος μου παππούς μας άφησε χρόνους, αφήνοντας πίσω του ένα πανέμορφο διαμέρισμα στην καρδιά της Αθήνας. Μετά από ένα μήνα θρήνου και φέτας (γιατί πώς να θρηνήσεις αλλιώς χωρίς φέτα;), αποφασίσαμε οικογενειακώς να καθαρίσουμε το διαμέρισμα και να το ετοιμάσουμε για πώληση.

Όλη μέρα γεμίζαμε τεράστιες σακούλες με τα πράγματα του παππού, κι όταν ήρθε το βράδυ, οι περισσότεροι γυρίσαμε σπίτιεκτός από τον αδερφό μου, τον Νικόλα. Εκείνος αποφάσισε να περάσει τη νύχτα στο διαμέρισμα, μάλλον για να νιώσει λίγο περισσότερο παππούς.

Ήταν γύρω στις έξι το πρωί όταν χτύπησε το κινητό μου και ο Νικόλας, με φωνή που τρέμαγε λες και είχε δει τον ίδιο τον Κέρβερο, μου ζητά να πάω εκεί αμέσως. Δεν το σκέφτηκα καθόλου· πήρα το πρώτο ταξί (ευτυχώς ήταν ακόμα φθηνό, γύρω στα 8 ευρώ) και έφτασα στην Πολυτεχνείου.

Όπως μπήκα, τον βρήκα να έχει το πρόσωπο του πιο έντρομου Έλληνα που έχει δει ποτέ κανείς, λευκός σαν το γιαούρτι, έτοιμος να φωνάξει «Παναγία μου!» Ανάμεσα σε βήματα που ακούγονταν από το διπλανό δωμάτιο και κανένας να εμφανίζεται, ούτε γάτα ούτε μπαχτσέ, μας έλουσε μια ανατριχίλα πιο έντονη κι απ’ το μπάνιο με κρύο νερό τον Ιανουάριο.

Για να βρούμε θάρρος να ξαναμπούμε, χρειαστήκαμε μισή ώρα και δύο καφέδες ελληνικούς. Μα όταν γυρίσαμε, τι να δούμε; Όλα τα πράγματα του παππού τοποθετημένα με τη φροντίδα που μόνο εκείνος είχε, σαν να είχε γυρίσει σπίτι από το καφενείο.

Ανακουφισμένοι, αλλά με μια περίεργη αίσθηση, αποφασίσαμε πως το καλύτερο είναι να αφήσουμε την πώληση στη μεσιτική εταιρεία και να μην ξαναπατήσουμε εκεί μέσα. Ευτυχώς οι καινούριοι ενοικιαστές δεν είπαν ποτέ ότι είχαν πρόβλημαμάλλον τους αρέσουν οι επισκέψεις από το υπερπέραν.

Παρ’ όλα αυτά, κάθε φορά που θυμάμαι εκείνο το βράδυ, νιώθω την ανατριχίλα να με πιάνει σαν να έχω φάει μουσακά κρύο. Και όλα αυτά στο διαμέρισμα του παππού, στο κέντρο της Αθήνας… Αλλά μη μου πείτε να ξαναπάω εκεί, δεν το αντέχω!

Oceń artykuł
Αποφασίσαμε να πουλήσουμε το διαμέρισμα του παππού μου, αλλά δεν φανταζόμασταν ότι το πνεύμα του θα αντιδρούσε έτσι!