Απλά να συνεχίζεις τη ζωή σου

Απλώς να συνεχίσω να ζω

Η Μαριάννα, ένα ζωηρό κορίτσι με δύο κοτσιδάκια που πετούσαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, τρέχει στη φωτεινή, ευρύχωρη βεράντα του οικογενειακού σπιτιού λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα. Τα μάτια της λάμπουν από χαρά, τα μάγουλά της καίνε από το παιχνίδι κάτω από τον ήλιο. Μόλις βλέπει τον φίλο του μεγάλου της αδελφού να κατευθύνεται χαλαρά προς την έξοδο, σταματάει απότομα λαχανιασμένη κι έπειτα τρέχει ξοπίσω του.

Χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, η Μαριάννα κολλάει πάνω του και κρατάει το χέρι του με τα μικρά, ζεστά της χέρια. Τον κοιτάει από κάτω με ειλικρινές παιδικό θάρρος και γελάει δυνατά:

Δεν θα σε αφήσω ποτέ! Όταν μεγαλώσω θα σε παντρευτώ! Θα με περιμένεις;

Ο νεαρός παγώνει για ένα δευτερόλεπτο, σηκώνει τα φρύδια από έκπληξη, μετά το πρόσωπό του φωτίζεται μ ένα ζεστό, καλοσυνάτο χαμόγελο. Τη βλέπει με τρυφερότητα και λίγη απορία, απαντώντας με απαλή πλάκα:

Θα σε περιμένω.

Σηκώνει προσεκτικά το χέρι του και της χαϊδεύει τα μαλλιά, κάνοντας τα κοτσιδάκια της να μπερδευτούν ακόμη περισσότερο. Η Μαριάννα μισοκλείνει για λίγο τα μάτια, μα ξαναχαμογελάει, σφιχτοκρατώντας το χέρι του.

Μέχρι τότε, συνεχίζει γελώντας ο νεαρός ενώ σκύβει να την κοιτάξει στα μάτια να διαβάζεις καλά και να ακούς τους γονείς σου. Πρέπει να είσαι αντάξια για να γίνεις αρραβωνιαστικιά μου!

Η φωνή του ακούγεται φιλική, με εκείνη τη ζεστασιά που μόνο οι μεγάλοι επιτρέπουν στον εαυτό τους όταν μιλούν στα παιδιά. Η Μαριάννα το σκέφτεται μια στιγμή, δείχνει να το παίρνει στα σοβαρά, μετά κουνά αποφασιστικά το κεφάλι και σφίγγει ακόμη περισσότερο το χέρι του.

Εντάξει! Θα είμαι η καλύτερη!

Η ατμόσφαιρα γύρω μοσχοβολάει καλοκαίρι, με γέλια, φως και παιδικά όνειρα φτιαγμένα από ελπίδα, τόσο ζωντανά και αληθινά όσο τότε τους φαίνονται…

*****
Η Μαριάννα κάθεται στο δωμάτιό της, ξεφυλλίζοντας αφηρημένα το βιβλίο των μαθηματικών. Το φως της ημέρας έξω πέφτει σιγά σιγά, κι όλο το σπίτι έχει μια παράξενη ησυχία μόνο απαλές φωνές ακούγονται από το διπλανό δωμάτιο, σπάζοντας τη σιωπή. Κάποια στιγμή, ο αδερφός της, ο Νίκος, μιλάει ζωηρά στο κινητό.

Η Μαριάννα πλησιάζει διακριτικά στην πόρτα. Όταν ακούει το όνομα του Δημήτρη, η καρδιά της πάει να σπάσει. Ο Νίκος λέει πράγματα για μια συνάντηση, για καφέ, για το χαμόγελο της… Ξέρει πια, μιλούν για τη νέα κοπέλα του Δημήτρη.

Χωρίς να το πολυσκεφτεί, τινάζεται όρθια και πάει στις μύτες στην πόρτα του αδελφού της. Ακουμπάει το αυτί στο ξύλο, προσπαθώντας να μη χάσει κουβέντα. Ένα σφίξιμο στο στήθος, μα διώχνει επίμονα τις ιδέες που τρυπώνουν. Ίσως δεν είναι αυτό που νομίζω, αγωνίζεται να πιστέψει.

Ο Νίκος βγαίνει στο διάδρομο, τη βλέπει αμέσως.

Ο Δημήτρης έχει καινούρια σχέση; ξεστομίζει, προσπαθώντας να ακούγεται χαλαρή, αλλά η φωνή της τρέμει.

Ο Νίκος τη σταματάει με το βλέμμα. Δεν έχει εκνευρισμό στα μάτια του, μόνο κουρασμένη κατανόηση. Έχει προσέξει εδώ και καιρό τα βλέμματα της μικρής του αδελφής, πώς ζωντανεύει στο άκουσμα του ονόματός του φίλου του, πώς χαζεύει τις φωτογραφίες του στο Instagram.

Πάλι τα ίδια; κάνει πως βαριέται, ακουμπώντας στο κάσωμα Μαριάννα, είσαι δεκαέξι πια. Μεγάλωσε και πέρνα το, ε; Είναι μόνο μια παιδική αγάπη.

Η Μαριάννα σηκώνει το κεφάλι, τα μάτια της σπίθες από πείσμα. Σταυρώνει τα χέρια στο στήθος, αποφασισμένη.

Ποτέ! κουνάει έντονα το κεφάλι της, τα ξανθά της μαλλιά φτερουγίζουν. Δεν καταλαβαίνεις! Θα με αγαπήσει, το ξέρω! Αυτό δεν είναι απλώς μια παιδική εμμονή, είναι αληθινό!

Η φωνή της ακούγεται βέβαιη, σχεδόν προκλητική, αλλά μέσα της νιώθει και η ίδια να το λέει για να πείσει τον εαυτό της. Θυμάται τα βλέμματα του Δημήτρη, σπάνια του χαμόγελα, τις τυχαίες αγγίγματα τα κρατά σαν πολύτιμες ελπίδες για ανταπόκριση.

Ο Νίκος δεν ξέρει τι να πει. Βλέπει τα μάτια της να καίνε, τα χείλη της να τρέμουν και καταλαβαίνει τίποτα λογικό τώρα δεν φτάνει. Για τη Μαριάννα αυτή η παιδική αγάπη δεν είναι απλώς πάθος περαστικό

*****

Μια αχτίδα ήλιου περνά μέσα από τις κουρτίνες και λούζει το δωμάτιο στο χρυσό φως του πρωινού. Η Μαριάννα μπαίνει σα σίφουνας στο σαλόνι, χωρίς ανάσα, γεμάτη ενέργεια. Το πρόσωπό της λάμπει τόσο, που σχεδόν ανταγωνίζεται τον ήλιο. Τα μάτια αστράφτουν, το χαμόγελο τεράστιο, έτοιμο να σκάσει από ενθουσιασμό.

Πριν καλά καλά συνέλθει από το τρέξιμο, πλησιάζει τον αδερφό της που απολαμβάνει αργά τον καφέ του και διαβάζει νέα στο tablet.

Μου ζήτησε να τα φτιάξουμε! λέει με μια ανάσα, έτοιμη να εκραγεί από χαρά. Η φωνούλα της κουδουνίζει, τα χέρια της σφίγγουν χορευτικά. Μου έφερε δώρο γενεθλίων μια υπέροχη μουσική κασετίνα με χαραγμένο το όνομά μου και είπε πως τώρα που έκλεισα τα δεκαοχτώ, μπορεί επιτέλους να μου πει τα αισθήματά του. Ο Δημήτρης με αγαπάει!

Σχεδόν χοροπηδάει, τα δάχτυλα μπλέκονται στα μαλλιά της. Το βλέμμα της ξεχειλίζει τόση ευτυχία που όλη η ατμόσφαιρα μοιάζει να λάμπει γύρω της.

Ο Νίκος σηκώνει το βλέμμα από το tablet και αφήνει το φλιτζάνι του. Το πρόσωπό του φωτίζεται με μια ζεστή, ειλικρινή χαρά. Το περίμενε καιρό, κι όχι μόνο για την αδελφή του μα και για τον κολλητό του. Τον τελευταίο καιρό ο Δημήτρης όλο τη ρωτούσε πόσο άλλαξε η Μαριάννα, πού βγαίνει τα Σαββατοκύριακα, τι λουλούδια της αρέσουν, πόσο θα ήθελε να πάνε όλοι μαζί εκδρομή.

Είναι τόσο όμορφη, επαναλάμβανε ο Δημήτρης, κοιτώντας το κενό. Και έξυπνη, και καλόκαρδη Να φτάσει τα δεκαοχτώ, μόνο αυτό περίμενα. Εσύ δεν έχεις πρόβλημα αν είμαστε μαζί;

Και ο Νίκος απαντούσε πάντα: «Αν την κάνεις ευτυχισμένη, φυσικά και το θέλω». Ήξερε τον Δημήτρη για σοβαρό και πιστό φίλο. Τώρα που βλέπει την αδελφή του ευτυχισμένη, καμαρώνει για την επιλογή της.

Λοιπόν, συγχαρητήρια, της λέει, σηκώνοντας τη να την αγκαλιάσει. Χαίρομαι για εσάς, αλήθεια.

Η Μαριάννα κουρνιάζει στον αδερφό της, ακόμα μην μπορώντας να το πιστέψει. Ο κόσμος μοιάζει καλύτερος, όμορφος κι ένα γάτος ρουθουνίζει ικανοποιημένος στην άκρη του παραθύρου

*****

Η Μαριάννα κάθεται σε παγωμένο πλαστικό κάθισμα, σε στενό διάδρομο νοσοκομείου. Οι τοίχοι σε μουντό μπεζ, φως από το παράθυρο θαμπό λες κι η ίδια η φύση πενθεί. Η κοπέλα κοιτάει μπροστά της μην βλέποντας τίποτα ούτε το φθαρμένο πάτωμα, ούτε γιατρούς που περνούν. Όλα είναι μακρινά.

Τα χέρια της νεκρά στα γόνατα, ρούχα τσαλακωμένα, μαλλιά σκόρπια. Μοιάζει με σπασμένη κούκλα ακούνητη, παγωμένη, χωρίς τη ζεστασιά που της ήταν τόσο γνώριμη. Στο μυαλό της στριφογυρίζουν οι τελευταίες της αναμνήσεις: χθες ετοίμαζαν με τον Δημήτρη προσχέδια για τη διακόσμηση του γάμου, διαφωνούσαν χαριτωμένα για χρώματα. Εκείνος γελούσε, υποσχόταν πως όλα θα είναι τέλεια Και σήμερα δεν υπάρχει πια.

Όλα έγιναν τόσο γρήγορα, τόσο άδικα Ένας οδηγός, ένα αυτοκίνητο που ξέφυγε, τρία αμάξια γίνονται μια άμορφη μάζα. Κανείς δεν σώθηκε. Ούτε ο Δημήτρης, ούτε οι άλλοι, ούτε ο οδηγός. Ένα δευτερόλεπτο και η ζωή διαλύεται, σαν καθρέφτης που πέφτει κι αφήνει πίσω τρίμματα μέλλοντος.

Στο διάδρομο ακούγονται βήματα. Ο Νίκος στρίβει στη γωνία, το πρόσωπό του χλωμό, τα μάτια του πρησμένα από τα δάκρυα που δεν κύλησαν. Κάθεται δίπλα της, της αγκαλιάζει τους ώμους. Τα χέρια του τρέμουν, μα προσπαθεί να σταθεί δυνατός, για εκείνη.

Μαριάννα; η φωνή του ψιθυριστή, λες και φοβάται να ταράξει την εύθραυστη ισορροπία της. Κουκλίτσα, μίλα μου. Σε παρακαλώ.

Η Μαριάννα γυρνάει αργά. Τα μάτια της στεγνά, όμως εκεί μες τους υπάρχει μια οδύνη που σφίγγει την καρδιά.

Τι να πω; ο τόνος της επίπεδος, τα λόγια βγαίνουν μηχανικά, δίχως ψυχή.

Ο Νίκος σπαταλά δυνάμεις, ψάχνοντας λόγια που να μην τη λυγίσουν κι άλλο.

Ό,τι θέλεις, τη σφίγγει λίγο περισσότερο, προσπαθώντας να την τραβήξει πίσω στη ζωή. Πες μου τι νιώθεις. Και κλάψε! Μη το κρατάς μέσα σου!

Η Μαριάννα αρνείται με το κεφάλι, τα χείλη της τρέμουν μα ούτε δάκρυ, ούτε ήχος βγαίνει.

Δεν μπορώ, μουρμουρίζει ήσυχα. Δεν έχω άλλα δάκρυα. Και δε θέλω να ζω χωρίς αυτόν.

Τα λόγια στέκονται βαριά στον αέρα, σαν παγωμένη βροχή έξω. Ο Νίκος κλείνει τα μάτια, παλεύοντας να μην ουρλιάξει. Ξέρει πως πρέπει να είναι βράχος, έστω κι αν νιώθει να διαλύεται.

Ύστερα, η Μαριάννα φαίνεται να αποσυνδέεται από τα πάντα. Το βλέμμα της μένει άδειο, το πρόσωπο μαρμαρωμένο, σαν να την πλάκωσε το βάρος του κόσμου. Ο Νίκος της κρατάει το χέρι, την φωνάζει μα εκείνη δεν αντιδρά. Ακόμα κι οι γιατροί δεν παίρνουν απάντηση. Ένα χέρι της νοσοκόμας, μια ένεση το σώμα της βαραίνει, ο νους θολώνει, και το σκοτάδι ενός ανήσυχου ύπνου την σκεπάζει.

Όταν ξυπνά, είναι στο δωμάτιό της στο νέο διαμέρισμα. Οι κουρτίνες, τα βιβλία, μια φωτογραφία στο κομοδίνο όλα της μοιάζουν γνωστά κι όμως ξένα, σα να μπήκε σε ένα μέρος που ανήκε κάπου αλλού.

Γυρίζει το κεφάλι. Ο Νίκος κάθεται στον καναπέ, σκυθρωπός, ακούγοντας τη μητέρα τους που ήρθε εσπευσμένα από την Πάτρα μόλις έμαθε. Το πρόσωπό της χλωμό, μα η φωνή της γεμάτη αποφασιστικότητα.

…φοβάμαι για εκείνη, ψιθυρίζει ο Νίκος, προσπαθώντας να μην ακούει η Μαριάννα πως ξύπνησε. Από μικρή όλη της η ζωή ήταν γύρω του. Πώς θα το ξεπεράσει;

Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει, απαντά η μητέρα, μα ούτε η ίδια το πιστεύει. Ξέρει πως το παιδί της ζούσε για τον Δημήτρη, με τα όνειρά τους, τα σχέδιά τους, τους γεμάτους τρυφεράδα διαλόγους. Εμείς θα την προσέχουμε, συμπληρώνει πιο σίγουρη, προσπαθώντας να το πιστέψει η ίδια.

Η Μαριάννα ακούει μα δε δείχνει σημάδια ζωής μέσα της είναι κενή, σαν να της έχουν πάρει ό,τι την έκανε ζωντανή. Κλείνει τα μάτια, επιλέγοντας να προσποιηθεί τη νυσταγμένη δεν μπορεί να απαντήσει στη φροντίδα τους, ούτε να εξηγήσει γιατί ο πόνος δεν φεύγει, μόνο κρύβεται…

Ο Νίκος κάθεται λίγο ακόμη, μετά φεύγει αθόρυβα. Η μητέρα μένει κοντά της, της χαϊδεύει το χέρι, ελπίζοντας να περάσει στην κόρη της λίγη από τη δύναμή της. Τίποτα δεν αντηχεί εκτός από το τικ τικ του ρολογιού και την κομμένη ανάσα της Μαριάννας…

*****

Εννέα μέρες… σαράντα μέρες Ο χρόνος κολλάει. Η Μαριάννα τις περνάει σχεδόν ακίνητη στο περβάζι του παραθύρου, σφιχτοδιπλωμένη, κοιτώντας το προαύλιο με βλέμμα χαμένο.

Το βλέμμα της πέφτει ασυναίσθητα στη ξύλινη παλιά παγκάδα κάτω από την πλατιά ελιά. Εκεί, ένα βράδυ του Σεπτέμβρη, ο Δημήτρης της έκανε πρόταση γάμου. Θυμάται τα τρεμάμενα χέρια του, πόσο δυσκολευόταν να βρει λόγια, πώς τελικά τα ξέρασε όλα μαζί. Γέλασε η ίδια από χαρά, είπε ναι και τον φίλησε πριν καν τελειώσει.

Τώρα η παγκάδα μοιάζει άδεια κι άχρηστη. Τα δέντρα έχουν γδυθεί. Ο καιρός έχει αλλάξει. Για εκείνη όμως η ώρα σταμάτησε εκείνη τη μέρα.

Μαριάννα, θέλεις να φας κάτι; η φωνή της μητέρας, απαλή, σπάει τη σιωπή των σκέψεων.

Η μητέρα την πλησιάζει, αγγίζει ελαφρά τον ώμο της. Τα χέρια της παγωμένα σαν το σώμα της να μη ζεσταίνεται ποτέ πια. Την κοιτάζει με λαχτάρα, με αγωνία γεμάτη τα μάτια, προσπαθώντας να μη λυγίσει.

Δεν θέλω, απαντά η Μαριάννα χωρίς να την κοιτάζει καν. Η φωνή της ουδέτερη, λες και μιλάει για κάποιον άλλον.

Μα πρέπει να τρως, προσπαθεί η μητέρα να φανεί αυστηρή, μα η φωνή της τρέμει. Χτες δεν έφαγες τίποτα. Χρειάζεσαι ενέργεια.

Σε ποιόν; γυρίζει το πρόσωπό της, τα μάτια της πάλι άδεια. Δεν χρωστάω σε κανέναν τίποτα.

Η μητέρα στέκεται για λίγο. Τα λόγια την πληγώνουν στο βάθος. Δεν βρίσκει τι να απαντήσει, τελικά υποχωρεί και βγαίνει αργά. Ο Νίκος την περιμένει, την αγκαλιάζει με το βλέμμα, καθώς έχει καταλάβει τα πάντα.

Μίλησα με τη γιατρό τη Δέσποινα, ψιθυρίζει η μαμά, σφίγγοντας τα χέρια της γύρω από την ποδιά της. Νομίζω χρειαζόμαστε βοήθεια. Μόνοι μας δεν τα καταφέρνουμε.

Ο Νίκος γνέφει καταφατικά. Το ξέρει, θέλει λύσεις. Δεν αντέχει να βλέπει τη Μαριάννα έτσι, σκιώδη και άδεια. Σφίγγει τα δόντια από θυμό και αγανάκτηση για τη ζωή. Ώρα για πράξεις, όχι συναισθηματισμούς.

Θα πάρω την κυρία Γιαννακοπούλου, λέει, βγάζοντας το κινητό. Είπε πως όταν χειροτερέψουν τα πράγματα να την ενημερώσουμε.

Η μαμά του στέλνει απαντητικό βλέμμα, κοιτάζοντας προς το δωμάτιο της κόρης της, που παραμένει ακίνητη στο περβάζι.

Την ώρα που έξω βασιλεύει, η Μαριάννα καταφέρνει να σταθεί και να πάει ως το κρεβάτι. Τα πόδια της λυγίζουν, έχει εξαντληθεί, κάθε κίνηση θέλει προσπάθεια. Αργά βγάζει την ρόμπα της, κουλουριάζεται και σκεπάζεται ως τον λαιμό.

Στην ησυχία, μόνο σιγανές φωνές ακούγονται από το διπλανό δωμάτιο. Η Μαριάννα κλείνει τα μάτια, σκεπτόμενη πως ίσως έρθει ο ύπνος και τη γλιτώσει. Μα το όνειρο που ακολουθεί δεν είναι γαλήνιο.

Τη βλέπει ο Δημήτρης όπως τον θυμάται με τη ζεστή του ματιά, το γκρι αγαπημένο του φούτερ, μόνο που τώρα το πρόσωπό του είναι βαρύ, θαρρείς και αγριεμένο.

Μαριάννα, ακούγεται καθαρά η φωνή του. Κοίτα τον εαυτό σου. Τι κάνεις;

Προσπαθεί να του μιλήσει, μα δεν βγαίνει ήχος. Εκείνος συνεχίζει:

Έχεις δει πως είσαι; Έχεις παρατήσει τα πάντα. Δεν επιτρέπεται!

Απλώνει το χέρι να τον αγγίξει, μα εκείνος φεύγει, είναι μόνο σκιά.

Δεν μπορώ χωρίς εσένα, κλαίει, τα δάκρυα την καίνε.

Μπορείς! της λέει σταθερά. Πάντα ήσουν δυνατή. Και πρέπει να ζήσεις. Καταλαβαίνεις; Να ζήσεις!

Φαίνεται να της χαϊδεύει μάγουλο· νιώθει αυτή τη ζεστασιά, μόνο για μια στιγμή.

Μπροστά σου έχεις ακόμη τόσα πολλά. Καλές μέρες, δύσκολες, έτσι είναι η ζωή. Μη σταματήσεις. Είμαι κοντά σου. Πάντα. Κοίτα ψηλά είμαι εκεί, ένα αστέρι. Αν δεν αντέχεις, ζήτα με. Θα έρθω.

Η Μαριάννα προσπαθεί να τον κρατήσει. Το τοπίο, όμως, σβήνει.

Μην φύγεις! φωνάζει, με τα χέρια απλωμένα. Σε παρακαλώ!

Μόνο ο ψίθυρός του μένει:

Να ζήσεις, Μαριάννα. Υποσχέσου μου.

Ανοίγει τα μάτια απότομα. Δίπλα της το φεγγάρι λούζει το πάτωμα· η μαξιλαροθήκη βρεγμένη από δάκρυα, το στήθος της φουσκώνει από λυγμούς.

Χωρίς να το καταλαβαίνει, φωνάζει δυνατά απελπισμένη, ραγίζοντας τη νυχτερινή σιωπή. Σε μια στιγμή μπαίνουν στο δωμάτιο οι γονείς κι ο Νίκος.

Μαριάννα, τι έγινε; τρέχει κοντά της η μητέρα της, της κρατά τα χέρια, προσπαθώντας να διαβάσει το βλέμμα της.

Πονάς κάπου; ρωτάει ανήσυχος ο Νίκος, έτοιμος να κάνει κάτι.

Η Μαριάννα δεν απαντά. Μαζεύεται σαν μικρό παιδί, τα χέρια σφιγμένα, μόνο τρέμει από το κλάμα. Ο Δημήτρης φεύγει απ το μυαλό της, τα λόγια του όμως μένουν.

Υποσχέσου μου

Μέσα στα δάκρυα, στις τρεμάμενες ανάσες, ψελλίζει:

Το υπόσχομαι

Η μητέρα της την παίρνει αγκαλιά, την κουνάει απαλά. Ο αδερφός της βάζει το χέρι στον ώμο της. Δεν ξέρουν τι να πουν, ή πώς να παρηγορήσουν μα είναι εκεί.

Και η Μαριάννα, κρυμμένη στο μητρικό ώμο, ψάχνει να βρει πώς να ζήσει χωρίς αυτόν. Μα, βαθιά μέσα της, γεννιέται σιγά σιγά η σκέψη πως, αν της το ζητάει εκείνος, πρέπει να προσπαθήσει.

Έστω και μόνο για χάρη του.

*****

Ένα βράδυ, μαζεμένη η οικογένεια στο σαλόνι, η μητέρα βάζει τσάι στο τραπέζι, τα φλιτζάνια μένουν ανέγγιχτα. Όλοι ξέρουν πως πρέπει να αποφασίσουν.

Νομίζω πως πρέπει να μετακομίσουμε, λέει ο Νίκος βραχνά, κοιτάζοντας την αδερφή του. Εδώ κάθε γωνιά είναι μια ανάμνηση, κάθε βόλτα πονάει τη Μαριάννα.

Η Μαριάννα κάθεται αμίλητη στην πολυθρόνα, τα πόδια μαζεμένα. Δεν διαφωνεί, δεν παλεύει. Κοιτάζει έξω, τα σταγονίδια της βροχής χαράζουν τα σπίτια.

Σε άλλη πόλη θα είναι πιο εύκολο, λέει η μητέρα της ήσυχα, αγγίζοντας το χέρι της. Νέα αρχή, άλλοι άνθρωποι. Ίσως έτσι μπορέσεις να ξεκινήσεις από την αρχή.

Πού; ρωτάει δειλά η Μαριάννα.

Υπάρχει μια ευκαιρία στη Λάρισα, εξηγεί ο Νίκος. Έχω εκεί έναν φίλο που θα με βοηθήσει με δουλειά. Την αρχή θα νοικιάσουμε σπίτι, μετά βλέπουμε.

Θα γραφτείς σε καλό ΙΕΚ, λέει η μητέρα. Θα φροντίσουμε τα πάντα. Να βρεις λίγη γαλήνη.

Η Μαριάννα συλλογίζεται περνούν εικόνες: με τον Δημήτρη να γελούν στο παγκάκι της αυλής να βαδίζουν χέρι χέρι στο ίδιο δρομάκι λουλούδια στα σκαλιά του σχολείου από εκείνον. Όλα γύρω της ως τώρα θύμιζαν εκείνον, προκαλώντας μόνο περισσότερο πόνο.

Εντάξει, λέει τελικά. Ας φύγουμε.

Η απόφαση δύσκολη, ανάμικτη με απόγνωση και ελπίδα μαζί. Μα είναι απ τα πρώτα πράγματα που επιλέγει μόνη.

Οι επόμενες βδομάδες φεύγουν με ετοιμασίες. Η Μαριάννα μένει συνήθως παρατηρητής, οι άλλοι μαζεύουν, κλείνουν κουτιά, καθαρίζουν, κατεβάζουν απ τα ράφια όσα μνήμες μετέφεραν. Πού και πού βρίσκει κάτι δικό του, ένα μπρελόκ, μια φωτογραφία, ένα εισιτήριο κινηματογράφου τα κρατάει ώρα πριν τα τοποθετήσει με προσοχή στις βαλίτσες.

Την τελευταία μέρα ανεβαίνει στο μπαλκόνι, χαζεύει τη γειτονιά της μνήμης το προαύλιο, τα σπίτια, το δέντρο που ξεκίνησαν όλα. Το στήθος της πονάει ξανά αλλά δεν αφήνει την λύπη να την καταπιεί. «Θα τα καταφέρω», επαναλαμβάνει μέσα της. «Πρέπει».

Το νέο διαμέρισμα στη Λάρισα τη δελεάζει με τη διαφορετικότητά του. Τα πάντα ξένα κι αυτή η αίσθηση δίνει ελευθερία. Εδώ δεν υπάρχουν φωτοσκιές του παρελθόντος, μόνο άσπρο χαρτί και μια αχνή ελπίδα.

Οι πρώτες μέρες είναι δύσκολες. Ξυπνάει με συναίσθημα πως είναι ξένη στην ίδια της τη ζωή. Της λείπουν οι φίλοι, οι γνωστές γειτονιές. Τα βράδια βλέπει στον ύπνο της τον Δημήτρη χαμογελαστό, καθησυχαστικό, να της θυμίζει πως είναι δυνατή.

Αργά αρχίζει να δίνει σημασία στα μικρά πράγματα: τα πρώτα τουλίπια που ξεπετιούνται στο δημοτικό πάρκο ο σερβιτόρος σ ένα κοντινό καφέ που θυμάται τον καπουτσίνο της μια τυχαία καλημέρα από γείτονες που τη γνωρίζουν μόλις δεύτερη φορά.

Είναι μικρά βήματα, αλλά κάθε μέρα είναι λιγότερο απόλυτα βαριά. Δεν ξεχνά τον Δημήτρη δεν θα τον ξεχάσει ποτέ. Μα τώρα ξέρει ότι το να συνεχίσει δεν είναι προδοσία στη μνήμη του. Είναι το δικό του τελευταίο αίτημα, η δική του ευχή.

Παρακολουθεί μαθήματα προετοιμασίας, βοηθά τη μαμά, βγαίνει για βόλτες με τον Νίκο στους νέους δρόμους. Κάθε μέρα είναι μια δοκιμασία, κάθε μέρα φέρνει κάτι καινούριο.

Ξέρει καλά πως αυτός κάπου την παρατηρεί.

Και είναι περήφανος για εκείνη.

Γιατί αντέχει.

Γιατί συνεχίζει να ζει.

Oceń artykuł
Απλά να συνεχίζεις τη ζωή σου