ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΦΤΕΡΑ, ΜΙΑ ΜΠΟΥΜΕΡΑΝΓΚ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ
Θα σας κάνω να χορεύετε στο ταψί, θα δείτε τι σημαίνει δυστυχία! φώναζε έξαλλα η γυναίκα του αδερφού μου.
Μα γιατί, Λίνα; Σου έδωσα όλο το ποσό που μου ζήτησες. Τι παράπονα έχεις πάλι; η μαμά μου απορούσε, μη καταλαβαίνοντας τι την προκάλεσε η νύφη της.
Και πού το γράφει ότι πήρες τα λεφτά; Πού είναι οι μάρτυρες; Η απόδειξη; Εσύ και ο Σάββας χρωστάτε για τη μισή αυτή πολυκατοικία! Λίνα ακλόνητη στη πόρτα, έτοιμη για μάχη.
Κοίτα, Λίνα, πήγαινε τώρα καλύτερα για το καλό σου! Ήμουν μάρτυρας στη μεταφορά των χρημάτων. Αρκεί αυτό; Και να πεις στον αδερφό μου χαιρετίσματα. Θα έπρεπε να σε μαζέψει λίγο. Μην ξαναέρθεις εδώ, δεν άντεξα και μπήκα στη μέση. Η μαμά μου ήταν εντελώς ανυπεράσπιστη.
Θα το μετανιώσετε, αλλά τότε θα είναι αργά! Θα πάω σε χαρτορίχτρα και σας καταραστώ! φώναξε η Λίνα βγαίνοντας.
Όταν πέθανε ο πατέρας μας, η μαμά μου πούλησε το σπίτι στο χωριό κι ήρθε να μείνει μαζί μου στην τριώροφη πολυκατοικία μου στην Αθήνα. Τότε ήμουν ήδη χήρα, μεγαλώνοντας ένα πεντάχρονο γιο, τον Ηλία. Με χαρά φιλοξένησα τη μαμά μου.
Βέρα, θα έχεις αντίρρηση αν δώσω στον Σάββα το μισό από τα λεφτά που πήρα για το σπίτι; Είναι γιος μου κι αυτός. Η Λίνα συνεχώς τον κατακρίνει ως «ανίκανη σύζυγο» και «κακό οικογενειάρχη», με ρώτησε μαμά με βλέμμα παράκλησης.
Ε, πού είναι το πρόβλημα; Φυσικά να του τα δώσεις! Είναι δίκαιο, της είπα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Κάλεσα τον Σάββα και τη Λίνα στο σπίτι, τους έδωσα τα χρήματα χέρι με χέρι. Και να, δυο χρόνια μετά, ξανάρχεται η Λίνα, ζητάει κι άλλα λεφτά, απειλώντας και καταριώντας.
Την έδιωξα και έκλεισα την πόρτα. Ξέχασα τελείως τη Λίνα. Για χρόνια δεν μιλήσαμε με τον αδερφό μου ούτε με τη Λίνα. Μας χώρισε λες και πετάχτηκε μαύρη γάτα ανάμεσά μας. Από τότε, τα προβλήματα έπεσαν στο σπίτι μας σαν βροχή που δεν σταματάει. Περπατούσαμε στα βάσανα. Όπως λένε οι Έλληνες, «όταν φροντίζεις να ξεφύγεις από το κακό, αυτό σε περιμένει στη γωνία».
Η μαμά αρρώστησε, εγώ έπεσα κι εγώ σε κάτι περίεργο, και ο Ηλίας γέμισε με υγρά εκζέματα. Οι αναποδιές ήταν καθημερινές. Το σπίτι, πνιγμένο από μυρωδιά φαρμάκων, είχαμε χαλάσματα, όλα έπεφταν κι έσπαγαν. Τα ρολόγια σταμάταγαν νύχτα, λες και μας δούλευαν. Ως αξιωματικός της Αστυνομίας, πήρα σύνταξη πρόωρα, αν και σκοπεύα να δουλέψω μέχρι να βαρεθώ να διαβάζω αναφορές. Χρειάστηκε να φροντίζω τη μαμά και να κάνω θεραπείες στον Ηλία. Τα ευρώ «έφευγαν» από τα χέρια μου με ταχύτητα φωτός.
Άνοιξα τη μονοκατοικία μου σε μια ολόκληρη φάρμα με βιολέτες παντού, βιολέτες! Τις φρόντιζα, τις πολλαπλασίαζα, τις πούλαγα στην αγορά της Βαρβάκειου. Αυτά τα μικρά λουλούδια μας έσωσαν από τα χρέη. Οι βιολέτες είχαν πέραση οι Αθηναίες τίποτα δεν απέφευγαν!
Μια φορά το χρόνο μας επισκέπτονταν συγγενείς. Έμεναν λίγες μέρες κι έφερναν απ’ όλα: μεταχειρισμένα ρούχα (καθαρά όμως!), κρέας, ζυμαρικά, ρύζι, αλεύρι… Όλα τα δεχόμασταν με μεγάλη χαρά. Μόλις έφευγαν, ξεκινούσαμε τον φαύλο κύκλο της καθημερινότητας.
Χωρίς λεφτά, αρρώστιες, κατήφεια.
Για να μην κόψω φλέβα απ τη στενοχώρια και τις σκέψεις, έφτιαξα ένα παρτέρι έξω από την είσοδο. Φύτεψα σπόρους. Βγήκαν απλά λουλούδια: σκυλάκια, ματτιόλα, κατιφέδες. Ήταν η μόνη μου πηγή έμπνευσης.
Μια μέρα περνά ο γείτονας μου, Μιχάλης, βλέπει την ταπεινή μου κηπουρική:
Καλημέρα, γειτόνισσα! Θες να σου δώσω λίγα ευρώ για να αγοράσεις κι άλλα λουλούδια; Να γίνει ο κήπος σου όνειρο στο χωριό!
Χαμογέλασα αμήχανα. Ο Μιχάλης έβαλε τα λεφτά μέσα στην τσέπη της ρόμπας μου:
Πάρε τα, κυρά Βέρα, μη ντρέπεσαι! Για όλους μας φτιάχνεις ομορφιά.
Με φτερά στα πόδια, πήγα κι αγόρασα εξωτικά λουλούδια, θάμνους. Το παρτέρι μου έγινε πολύχρωμο, μοσκοβολούσε, τα μάτια των γειτόνων γέμιζαν με θαυμασμό.
Ο Μιχάλης κάθε φορά στεκόταν, ζούσε τον θαυμασμό του:
Μόνο σε καλούς ανθρώπους ανθίζουν έτσι τα λουλούδια.
Δε σταματούσε να με γλυκοκερνά: σοκολάτες, παγωτά, γλυκά:
Αυτό για εσάς, κυρά Βέρα, που κοπιάζετε συνέχεια.
Η αλήθεια είναι πως μου άρεσε όλη αυτή η περιποίηση από τον γειτονικό άνθρωπο!
Τα χρόνια περνούν, σιγά-σιγά όλα πάνε καλύτερα στο σπίτι. Μαμά, αφού «έπιασε τα πάνω της», ξαναγέλασε, Ηλίας απαλλάχτηκε από τα εκζέματα, κι εγώ άρχισα να νιώθω πάλι γυναίκα με δαντελένια λευκά! Ήθελα αγάπη, ήθελα να αγαπηθώ, και δεν με ένοιαζε η ηλικία.
Ο Ηλίας, βλέποντας τη γιαγιά του άρρωστη, αποφάσισε να γίνει γιατρός. Μπήκε εύκολα στην Ιατρική της Αθήνας, δουλειά παράλληλα στο νοσοκομείο. Σύντομα άρχισε να βοηθά στις επεμβάσεις. Οι γείτονες έρχονταν για συμβουλές, ενέσεις, ορούς… Ο Ηλίας έγινε αναισθησιολόγος.
Κάναμε μαζί μια μικρή ανακαίνιση στο σπίτι. Ο Ηλίας πήρε ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο Peugeot, φυσικά, τίποτα flashy και ετοιμάζεται να παντρευτεί την συνάδελφό του, την Ιωάννα. Η Ιωάννα, καρδιολόγος, δεν είχε παράπονα. Όλα καλά, όλα ήρεμα.
Και να, χτυπάει το τηλέφωνο και η Λίνα λέει με βραχνή φωνή:
Βέρα, μπορείς να με επισκεφτείς; Είμαι στο νοσοκομείο.
Πήγα στην διεύθυνση που μου ανέφερε. Στην κοινόχρηστη αίθουσα βρήκα τη Λίνα να μοιάζει σαν την παλιά Βέρα εξαντλημένη.
Τι έπαθες, Λίνα; απόρησα βλέποντας την κενή ματιά της.
Αχ, Βέρα… Πήγαμε μια μέρα στο Σούνιο, βρήκαμε ένα ανθρώπινο κρανίο στο χώμα. Το φέραμε σπίτι, το καθαρίσαμε, το κάναμε τασάκι. Μετά από έξι μήνες, ο Σάββας σκοτώθηκε σε τροχαίο. Δυο μήνες αργότερα, ο γιος μας πνίγηκε από τη μαστίχα στα γκαράζ, έπιναν εκεί με παρέα. Εγώ αρρώστησα βαριά, πνευμονία. Γιατί το φέραμε αυτό το «καταραμένο» κρανίο σπίτι μας; Από εκεί ξεκίνησαν όλα τα δεινά, η Λίνα άρχισε να κλαίει γοερά.
Όχι, Λίνα, όλα ξεκίνησαν από τότε που πήγες σε μάγισσες και χαρτορίχτρες. Το κρανίο ήταν απλά το αποτέλεσμα, δεν μπορούσα να μην το πω. Έφερε πολλά δεινά στην οικογένειά μας.
Έχεις δίκιο, Βέρα. Μετανιώνω. Και γρουσουζιά έφερε, και κατάρες έριξα σε εσάς. Η οργή μου γινόταν μαύρη πίσσα. Η κατάληξη καταδικάστηκα στη μοναξιά. Συγγνώμη. Ας αφήσουμε τις κουταμάρες πίσω μας. Στα νιάτα μου είχα φτερά στην πλάτη, τώρα έχω μπούμερανγκ. Το νιώθω να με καίει, η Λίνα σωπά και βυθίζεται στις σκέψεις.
Τα είπα όλα στον Ηλία. Δεν έμεινε ασυγκίνητος:
Μαμά, να πάρουμε τη θεία Λίνα στο νοσοκομείο μου. Η φροντίδα θα είναι καλύτερη. Δεν είναι ξένη.
Πάμε, παιδί μου, συγχώρεσα τη Λίνα. Άλλωστε, χρειάζεται κάποιον να τη λυπηθεί. Έμεινε μόνη με τον πόνο της, έχασε γιο και άντρα.
Ο Μιχάλης μου έκανε πρόταση να ενώσουμε τις ζωές μας. Έμενε ένα όροφο πιο πάνω.
Βέρα, έλα στο σπίτι μου, να περνάμε πιο ευχάριστα τον χρόνο. Εσύ χήρα, εγώ χήρος έχουμε πολλά να πούμε. Τι λες;
Ναι, Μιχάλη, δεν πίστευα στο ξαφνικό μου «τυχερό». Ήρθε ουρανοκατέβατη τύχη, με ζέστανε και με έκανε να λάμψω.
Η μαμά χάρηκε για μένα:
Βλέπεις, Βέρα; Η τύχη σου ήταν δίπλα σε όλο αυτό το διάστημα, πλησίαζε σιγά-σιγά, σε δοκίμαζε. Το αξίζεις.
Η Λίνα βελτιώνεται, ζητά να έρθει για επίσκεψη. Να την καλέσω; Θα συμβουλευτώ τον Ηλία και τον ΜιχάληΤην υποδέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη. Στο σαλόνι μας, ανάμεσα σε βιολέτες και γέλια, η Λίνα μίλησε για χαμένες ευκαιρίες και για όσα θα έκανε αλλιώς. Ο Ηλίας της κράτησε το χέρι. Η μαμά, ήδη φωτισμένη από τη χαρά της, έβαλε το παλιό τραπέζι με τα σπιτικά γλυκά και τα γαλανά φλιτζάνια.
Η Λίνα κοίταξε γύρω και το βλέμμα της έπεσε στον Μιχάλη και σε μένα, που χαμογελούσαμε σαν παιδιά. Έκλεισε τα μάτια της και ψιθύρισε:
Όλα όσα μας έδεσαν στο παρελθόν, δεν μπορούν πια να μας χωρίσουν.
Το σπίτι γέμισε με φωνές, καλοσύνη και μια αίσθηση σαν να επέστρεψε η άνοιξη εκεί όπου για χρόνια φύτρωναν μόνο βάσανα. Ήρθαν οι γείτονες, άρχισαν να φέρνουν λουλούδια, δώρα. Η γιαγιά μοιράστηκε ιστορίες για τη ζωή της και όλοι γελούσαν με τις παλιές της ατάκες. Ο Ηλίας και η Ιωάννα χόρευαν μέσα στο σαλόνι, ενώ ο αέρας μύριζε βιολέτα και φρεσκάδα.
Έξω, μπροστά από το σπίτι, το παρτέρι που κάποτε φυτεύτηκε από την ανάγκη, τώρα άνθιζε σαν ζωγραφιά. Η Λίνα βγήκε στην αυλή, άνοιξε τα χέρια, και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, χαμογέλασε πραγματικά. Εκεί, ανάμεσα στα λουλούδια, κατάλαβε ότι η αγάπη είναι το μόνο που ποτέ δεν επιστρέφει ως μπούμερανγκ.
Και τότε, όλοι μαζί, αφήσαμε πίσω τις κατάρες, τα βάσανα και τις ασήμαντες πληγές του παρελθόντος. Εκείνο το απόγευμα, η πολυκατοικία μας στο κέντρο της Αθήνας έγινε φτερωτή γεμάτη φως, γέλια, και καρδιές που μάθανε να συγχωρούν.
Γιατί, όπως μου είπε κάποτε η μαμά μου,
«Όταν φυτεύεις λουλούδια στη γη, φυτεύεις χρώμα και ελπίδα στην ψυχή». Και η ελπίδα ανθίζει ακόμη απρόσμενα και παντοτινά.



