Άσχημη
Η Ειρήνη είχε βολευτεί ζεστά στον καναπέ ενός μικρού καφέ, περιμένοντας την παραγγελία της. Συνήθιζε να περνάει από εδώ για έναν καπουτσίνο και ένα εκλαίρ πριν πάει στο γραφείο, για να φτιάξει λίγο τη διάθεσή της.
Έξω έριχνε ψιλόβροχο, τυπικό για την Αθήνα τέτοια εποχή. Η Ειρήνη απόλαυσε μια γουλιά από τον καυτό καφέ της. Στο διπλανό τραπέζι κάθονταν δύο κοπέλες, που μάλλον ήταν φίλες.
Άκου να δεις, προχθές πέτυχα την καινούρια του πρώην μου. Ειλικρινά, ούτε ομορφιά ούτε χάρη! Τι της βρήκε απορώ.
Μήπως μαγειρεύει μαγικά ή είναι απίθανη στο κρεβάτι; γέλασε η φίλη της.
Έλα τώρα! Κοίτα τη φωτογραφία της στο Facebook. Ούτε καν εμφανίσιμη.
Τα κορίτσια έσκασαν στα γέλια, κι η Ειρήνη έμεινε σιωπηλή. Της ήρθαν στο νου λόγια της μάνας της που είχε ακούσει μικρή, όταν ήταν επτά: «Η Ρηνιώ μας δεν είναι όμορφη. Ας στολίσει τη ζωή της με τα έργα της».
Η ενήλικη Ειρήνη φρόντιζε πάντα την εμφάνισή της. Όσο κι αν προσπαθούσε, πάντα ένιωθε ότι της λείπει αυτή η ομορφιά που βλέπει κανείς στους άλλους. Η μητέρα της συχνά έλεγε: «Δυνατά το κεφάλι ψηλά, κορίτσι μου. Μπορεί να μη σε διεκδικεί η ομορφιά, αλλά θα σε θαυμάζουν για το μυαλό και το ήθος σου. Να μαθαίνεις, να προσπαθείς, να μη μείνεις μόνη».
Στο σχολείο ντρεπόταν για το αδέξιο παρουσιαστικό και το αγορίστικο σώμα της. Στο πανεπιστήμιο έμαθε να ντύνεται με γούστο και να βάφεται διακριτικά. Ακόμη απέκτησε και αγόρι, αλλά εκείνος συχνά αστειευόταν για τα «ίσια οπίσθιά της» και τα «πόδια γίγαντα». Η Ειρήνη άρχισε να πιστεύει πως ούτε για το μυαλό της θα την αγαπήσει ποτέ κανείς. Συμβιβάστηκε και συνέχισε τη ζωή της έτσι.
Αφού ήπιε τον καφέ και έφαγε το γλυκό της, έσπευσε στη δουλειά. Το μεσημέρι έπρεπε να περάσει από το σπίτι της φίλης της, της Αλεξάνδρας, για να ταΐσει τη γάτα και να ποτίσει τα φυτά. Η Άλεξ έλειπε για δύο εβδομάδες στη Ρόδο, και ο άντρας της έλειπε συνεχώς με τη δουλειά. «Ακόμη κι αν τύχει να συναντηθούν, ούτε που θα δώσει σημασία στην Ειρήνη», είχε σκεφτεί η Αλεξάνδρα και είχε φύγει ήσυχη.
Στο διαμέρισμα η Ειρήνη πρώτα έβαλε φαΐ στη νωχελική Πίτσα, τη γάτα, και μετά γύρισε στα φυτά. Από το διπλανό διαμέρισμα ακουγόταν μουσική. Η Ειρήνη αναγνώρισε τη μελωδία και άρχισε να τραγουδάει ψιθυριστά: «Ένα αστέρι πέφτει, μα εγώ μακριά σου…». Ξαφνικά ένιωσε ευτυχισμένη εκεί, μέσα στα λουλούδια και τη μουσική. Ένιωθε ελαφριά, αιθέρια. Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει, άρχισε να λικνίζεται χαμογελώντας στον εαυτό της.
Ξάφνου ακούστηκαν φωνές. Η Ειρήνη γύρισε και είδε δύο άντρες. Ήταν ο Βασίλης, ο σύζυγος της Αλεξάνδρας, μαζί με έναν φίλο του. Και οι δυο τους, φανερά αιφνιδιασμένοι, την κοιτούσαν απορημένοι. «Θεέ μου, τι ντροπή!», σκέφτηκε η Ειρήνη.
Ρηνιώ, γεια σου. Αυτός είναι ο φίλος μου, ο Κώστας. Ήρθαμε να πάρουμε κάτι έγγραφα. Χόρευες τόσο όμορφα που δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα μάτια μας από πάνω σου! Συγγνώμη που σε διακόψαμε.
Εγώ… Εμένα… με έστειλε η Άλεξ ψέλλισε η Ειρήνη.
Έτρεξε προς την πόρτα, μα δεν πρόσεξε την Πίτσα που έχωσε τα πόδια της μπροστά της. Παραπάτησε και σωριάστηκε άτσαλα στο πάτωμα. Όλα σκοτείνιασαν.
Όταν ξύπνησε, βρισκόταν σε θάλαμο νοσοκομείου.
Καλημέρα. Πώς είστε; Είμαι η Δήμητρα, η συγκάτοικός σας. Έχετε ένα μικρό διάσειση, αλλά ο γιατρός είπε πως όλα είναι εντάξει. Ήρθε ένας κούριερ με πακέτο και ένας νεαρός με λουλούδια για εσάς είπε φιλικά χαμογελώντας η κοπέλα.
Ευχαριστώ… κατάφερε να πει η Ειρήνη.
Με προσοχή σηκώθηκε, πήγε στο παράθυρο και άνοιξε το σακουλάκι. Μέσα είχε φρούτα, χυμό και το αγαπημένο της εκλαίρ. Πιθανότατα από την Αλεξάνδρα και τον Βασίλη.
Ενώ μύριζε τα λουλούδια, πρόσεξε ένα σημείωμα: «Ρηνιώ, περαστικά! Μια τόσο συμπαθητική κοπέλα σαν εσένα δεν έχει θέση στο νοσοκομείο. Σε προσκαλώ στην ανθοκομική έκθεση. Όχι δεν δέχομαι. Κώστας».
Η Ειρήνη έσκυψε χαμογελώντας στις λευκές χρυσάνθεμες, έκλεισε τα μάτια της συγκινημένη κι έτρεξε να αγκαλιάσει τη Δήμητρα.
Η ομορφιά δεν είναι πάντα φανταχτερή και εντυπωσιακή. Κάθε γυναίκα έχει τη δική της, ξεχωριστή χάρη. Μερικές φορές είναι ζεστή και αναδύεται από μέσα της…





