Ανάμεσα στην αλήθεια και το όνειρο

Ανάμεσα στην αλήθεια και το όνειρο

Η Νίκη είχε τυλιχτεί με τον μαλακό της κουβερτούλα και απολάμβανε τη σιωπή και τη γαλήνη του διαμερίσματός της στου Ζωγράφου. Έξω τα πρώτα χιόνια της Αθήνας πάσχιζαν να κρατηθούν στο περβάζι το είδος χιονιού που κάνει τους πάντες να κυκλοφορούν σαν μικρά παιδιά, ακόμα κι αν ξέρουν ότι σε δύο ώρες θα έχουν μείνει μόνο νερά και λάσπη. Μόλις είχε επιστρέψει από πρόβα νυφικού· αυτό που περίμενε μήνες και τώρα που τελικά το φορούσε, δεν ένιωθε τίποτα λιγότερο από Ελληνίδα θεά. Στο χέρι της κρατούσε ακόμη τη σακούλα με τα αξεσουάρ: κομψά σκουλαρίκια, μια διακριτική τιάρα, κάνα δυο πραγματάκια ακόμη που θα έδεναν το νυφικό της look. Στο μυαλό της έπαιζε και ξαναέπαιζε το σενάριο της μεγάλης μέρας το νυφικό, τα φώτα, τα βλέμματα των καλεσμένων, ο χαμός με τις ελιές και τις μπομπονιέρες.

Εκείνη τη στιγμή, ο διακόπτης της ηρεμίας έκανε «κλικ»: κουδούνι πόρτας, τόσο επίμονο, που μέχρι και ο Ίκαρος η γάτα της σήκωσε το κεφάλι με απορία. Η Νίκη κοίταξε το ρολόι 18:50. Ποιος στον κόρακα χτυπά εκείνη την ώρα; Μήπως κάποιος γείτονας ξέχασε τα κλειδιά; Η μήπως ήταν το delivery που ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι το πήγε δυό μισή δρόμους λάθος;

Παρ όλα αυτά, πλησίασε, κοιτώντας διακριτικά από το ματάκι. Κάποιος άντρας, ψηλός, με παλτό τίγκα στα χιόνια, αλλά το πρόσωπό του δυσδιάκριτο. Κατέβασε λίγο τον τόνο της καρδιάς της και αποφάσισε να μην ανοίξει αμέσως.

Ποιος είναι; φώναξε με το πιο καθησυχαστικό της ύφος, που όμως μόνο η Ίκαρος έδειξε να εκτιμάει.

Εγώ είμαι, ο Βασίλης, ακούστηκε μια φωνή υπόπτως οικεία, λίγο μπουκωμένη από την πόρτα. Πρέπει να μιλήσουμε. Τώρα.

Η Νίκη κοντοστάθηκε. Δεν είχε μεγάλη όρεξη για υπαρξιακούς διαλόγους με τον Βασίλη, αλλά αν είχε γίνει κάτι με τη Μαρία; Της φάνηκε πιο καλή ιδέα να ανοίξει την πόρτα από το να σπάσει τα νεύρα της από το άγχος. Ξεκλείδωσε.

Έλα μέσα, είπε τελικά και τον άφησε να περάσει, προσπαθώντας να μην δείχνει το σφίξιμο της. Κι όντως, ο Βασίλης μπήκε, καταβρέχοντας το ξανθό παρκέ με τις μπότες του, σα να μην τον ένοιαζαν οι επιταγές της ελληνίδας μάνας περί καθαριότητας.

Κοίταζε αφηρημένα προς το παράθυρο, λες και σε λίγο θα έβλεπε να περνούσε η ζωή του μπροστά του με soundtrack τα Χριστούγεννα στο Μοναστηράκι. Η Νίκη άρχισε να ανησυχεί, αλλά του έδειξε το σαλόνι.

Εσύ είσαι μούσκεμα, είπε, προσπαθώντας να το παίξει cool.

Ο Βασίλης δεν χαμπάριασε ούτε από παντόφλες, ούτε από τα νερά που άφηνε πίσω του.

Νίκη, είπε ξαφνικά, σφίγγοντας τα γάντια του τόσο νευρικά που παραλίγο να τα σκίσει, εγώ δεν μπορώ άλλο Σ αγαπάω.

Κι εκείνη έμεινε κόκκαλο. Πάγωσε χειρότερα από τη μισοκρυμμένη στο περβάζι τυρόπιτα. Έκανε να μιλήσει, αλλά μόνο κάτι άναρθρα βγήκαν από το στόμα της.

Ο Βασίλης, λες κι έπαιρνε φόρα από το Παγκράτι μέχρι τα Πετράλωνα, δεν σταμάτησε.

Ξέρω ότι παντρεύεσαι. Ξέρω ότι αυτό που κάνω είναι τρέλα. Αλλά δεν μπορώ να πνίγομαι πια! Πήγα με τη Μαρία, μόνο και μόνο για να σε δω πιο συχνά. Ποτέ δεν την αγάπησα. Μόνο εσένα ήθελα πάντα.

Η Νίκη ένιωσε να πιάνει ψύχος. Αυτός ο τύπος χρησιμοποίησε τη φίλη της σαν σκαλοπάτι; Η Μαρία ήταν εκείνη η κολλητή της που πίστευε ακόμη στο happy end και τώρα αυτός Τς τς τς.

Ακούμπησε το φλις κουβερτάκι στο πλαϊνό μπράτσο του καναπέ, προσπαθώντας να επανέλθει στην πραγματικότητα.

Βασίλη, είπε όσο πιο σταθερά μπορούσε, καταλαβαίνεις τι λες; Αγαπάω τον άνθρωπο που θα παντρευτώ. Έχουμε ζωή μπροστά μας. Εσύ και η Μαρία

Εκείνος την κοίταξε στα μάτια στα αλήθεια, εκείνο το βλέμμα κάπως κούνησε τις ρίζες των παπουτσιών της. Αλλά δεν επέτρεψε στον εαυτό της ούτε δευτερόλεπτο μεταμέλειας.

Το ξέρω, αλλά δεν αντέχω να μη μιλήσω. Σε λίγο θα είσαι πια μακριά μου για πάντα! Αν δεν το έλεγα, μετά θα το μετάνιωνα μια ζωή. Η Μαρία, η Μαρία είναι απλά ένας τρόπος να είμαι κοντά σου. Τίποτα παραπάνω.

Η Νίκη εισέπνευσε βαθιά ένα μέρος της ήθελε να φωνάξει, το άλλο να βγει στο μπαλκόνι και να πάρει ανάσα. Πριν καλά καλά πάρει απόφαση για το πώς να αντιδράσει, ο Βασίλης γονάτισε και, λες και το είχαν δει μαζί στο „GNTM”, έβγαλε από το μπουφάν ένα στενό κουτάκι με δαχτυλίδι.

Άσε τον γαμπρό! Έλα μαζί μου Θα σου δώσω όλη την αγάπη του κόσμου, στο υπόσχομαι.

Η Νίκη έμεινε να τον κοιτάζει με αυτό το βλέμμα του „έλα τώρα, δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό”. Ήρθε στο μυαλό της η Μαρία, τα πάρτι, οι στιγμές μαζί, όλα μια κομπλέ ψευδαίσθηση.

Σήκω πάνω, ψιθύρισε χαμηλόφωνα, απελπισμένη.

Ο Βασίλης σηκώθηκε, αλλά δεν έριξε το δαχτυλίδι στη θάλασσα της αμηχανίας. Επέμεινε.

Δεν με πιστεύεις;

Σε πιστεύω, είπε ήρεμα μα σταθερά. Σε πιστεύω. Αλλά δεν αλλάζει τίποτα αυτό.

Το είπε όσο πιο μαλακά μπορούσε. Έκανε βήμα πίσω, για να πάρει απόσταση στον ελληνικό κινηματογράφο, εκεί τους πετάνε κι ένα φραπέ συνήθως, μα η Νίκη δεν είχε διάθεση ούτε για σεναριακές υπερβολές ούτε για ντράμα.

Είσαι φίλος μου, Βασίλη. Όμως αγαπάω άλλον. Θα τον παντρευτώ γιατί πιστεύω ότι είναι το άλλο μου μισό. Δεν χρειάζομαι τίποτ άλλο.

Ο Βασίλης βαθιά πληγωμένος απ την απόρριψη μα καλά, πώς επέζησε γυναίκα τόσο κάθετη στην εφηβεία του; το προσπάθησε ξανά:

Αν το είχα πει πριν τον γνωρίσεις; Τότε;

Και πάλι το ίδιο θα ήταν, του είπε η Νίκη ήσυχα μα χωρίς καμία κούφια ελπίδα. Είσαι όσον καλός λες, απλώς δεν είσαι το στυλ μου.

Ο Βασίλης πλησίασε απειλητικά (για τα προσωπικά όρια, τουλάχιστον). Η Νίκη έκανε λίγο πίσω, σχεδόν ήδη σχεδιάζοντας την απόδραση από το σαλόνι της. Αν τον έριχνε στον καναπέ, προλάβαινε να βγει στο χολ καθ’ όλα ελληνικά, πάντα πρακτική.

Γιατί όμως; Δεν είδες πώς με κοιτάζεις; Έστω μια σπίθα;

Βασίλη, δεν υπάρχει τίποτα μεταξύ μας, είπε με τόνο ουδέτερο. Αυτό που νιώθεις είναι εμμονή, όχι αγάπη. Έπλασες μια ιστορία με μένα, μια ιδανική ηρωίδα αλλά αυτή δεν είναι αληθινή. Ας το κλείσουμε εδώ, σε παρακαλώ.

Ο Βασίλης έσφιξε τα χέρια του, όχι από θυμό, περισσότερο από απελπισία.

Κάνεις λάθος! Δεν έχω νιώσει έτσι για καμία!

Η Νίκη δεν άντεχε άλλο.

Και η Μαρία; Αντιλαμβάνεσαι πώς την πόνεσες; Έπαιξες με τα συναισθήματά της και τώρα μου ζητάς να πετάξω τη ζωή μου για σένα;

Ξέρω ότι φταίω, απάντησε χαμηλόφωνα, μα δεν θα το άλλαζα το ίδιο θα έκανα.

Δεν στήνονται τα όνειρα πάνω στις πλάτες των άλλων Αλήθεια, δεν με ξέρεις καν όπως νομίζεις. Αγάπησες μια εικόνα που έφτιαξες. Αυτό δεν είναι αγάπη.

Η Νίκη του έδωσε λίγο χρόνο να το χωνέψει και συνέχισε:

Πρέπει να μιλήσεις στην Μαρία. Να της πεις την αλήθεια. Εκείνη κυρίως πρέπει να ακούσει «συγγνώμη».

Ο Βασίλης ανασήκωσε το κεφάλι:

Για ποιο λόγο; Αφού ούτε τη θέλω ούτε μου κάνει εντύπωση. Εσύ όμως

Η ματιά του έτρεμε τόσο που για μια στιγμή η Νίκη λυπήθηκε. Αλλά η συμπόνοια δεν κάνει καλό τέτοιες ώρες. Μήπως το παρεξηγήσει για ελπίδα; Καμία τύχη.

Δεν έχεις μέλλον ούτε μαζί μου ούτε με εκείνη. Δεν φαντάζεσαι ότι θα το περάσω αυτό έτσι, σωστά;

Ο Βασίλης φουρκισμένος, αλλά κατάλαβε το μήνυμα.

Φεύγω, αλλά δεν τα παρατάω! Θα περιμένω, μέχρι να καταλάβεις ότι είμαστε γραμμένοι ο ένας για τον άλλον.

Μην περιμένεις τίποτα, αποκρίθηκε η Νίκη κουρασμένη. Να βρεις κάποιον να αγαπήσεις στ αλήθεια. Τώρα, σε παρακαλώ, φύγε.

Ο Βασίλης έφυγε, σε slow motion σκηνή ταινίας, ρίχνοντας μισό βλέμμα προς τα πίσω.

Ευχαριστώ για την ειλικρίνεια, είπε μόνος του χωρίς στόμφο. Αλλά δεν είναι αποχαιρετισμός.

Η πόρτα έκλεισε.

Η Νίκη έμεινε, κοιτώντας έξω στο χιόνι της λεωφόρου, να παρατηρεί τη φιγούρα του Βασίλη να χάνεται στη στροφή, με τα χέρια στις τσέπες και τους ώμους χαμηλά έμοιαζε σαν ανθρωπάκι από σκίτσο του Arkas, λίγο κωμικοτραγικό, λίγο αξιολύπητο. Κι ούτως ή άλλως, θα έπρεπε να μιλήσει άμεσα στη Μαρία. Δεν γίνεται να μείνει αυτή η φάση στο σκοτάδι.

Ξετρυπώνοντας το κινητό, η Νίκη βρήκε την επαφή της Μαρίας. Η καρδιά της πήγε να γίνει λουκουμάκι, αλλά η φωνή της έμεινε σταθερή:

Μαράκι, γεια, πρέπει οπωσδήποτε να μιλήσουμε. Είναι σημαντικό.

Το ακουστικό έπαιζε τζιτζίκια για λίγη ώρα και μετά η φωνή της Μαρίας, ανήσυχη.

Τι γίνεται, ρε συ; Ακούγεσαι χάλια, όλα καλά;

Ο Βασίλης ήρθε εδώ και μου είπε ότι ήθελε να είναι μαζί μου. Χρησιμοποίησε εσένα μόνο και μόνο για να ρθει κοντά μου. Δεν σε αγάπησε ποτέ, το είπε ξεκάθαρα.

Σιωπή. Εκείνα τα δευτερόλεπτα παγώσαν περιέργως τη σκέψη και των δύο ποιος περίμενε ένα τέτοιο τηλεφώνημα Τρίτη βράδυ;

Δηλαδή ειλικρινά; είπε τελικά η Μαρία, η φωνή της έτρεμε. Να ξέρω να μην κάνω δεύτερο λάθος στη ζωή μου

Δεν το λέω για να σε ταράξω είσαι η φίλη μου. Πρέπει να ξέρεις. Ούτε εγώ τον θέλω, ούτε υπάρχει περίπτωση να χωρίσω τον Στέφανο!

Κατάλαβα. Και τι να κάνω τώρα;

Δεν ξέρω, Μαράκι να προσέχεις τον εαυτό σου, αυτό μόνο. Να, και κάτι ακόμα να προσέξεις μήπως θελήσει να σου πει κάτι δικό του. Είσαι σπίτι μόνη;

Ναι, αλλά μη φοβάσαι. Θα το ξεπεράσω. Ειλικρινά, ευχαριστώ που μου το είπες.

Συγγνώμη που έπρεπε να το ακούσεις έτσι.

Έτσι καλύτερα. Είναι σαν τσίλι με φέτα: καίει, αλλά σε ξυπνάει. Φιλιά.

Η Νίκη έκλεισε και ξαναβυθίστηκε στις σκέψεις της. Προσπαθούσε να φανταστεί πώς νιώθει η Μαρία μάλλον σαν να της είπαν ότι το σουβλάκι που τρώει κάθε εβδομάδα δεν είναι γύρος αλλά tofu. Σοκ, ε, αλλά κάπου μαθαίνεις καλύτερα να προστατεύεις τον εαυτό σου.

****************

Στο μεταξύ, η Μαρία καθόταν με μια κρύα κούπα τσάι, ανεξαρτήτως αν το τσάι ήταν πια νερό με υποψία αρωματικού. Τα λόγια της Νίκης είχαν κολλήσει στο κεφάλι της. Θυμόταν πρώτο ραντεβού πόρτες που ανοίγουν, σκανταλιές, βραδινές βόλτες στου Φλοίσβου, αληθινές ή φανταστικές δηλώσεις αγάπης. Τρομερή ήττα να μαθαίνεις ότι ήσουν κομπάρσος σε ερωτική ταινία άλλου.

Το κουδούνι. Πραγματικά, αν ήταν delivery πάλι, θα έδερνε κάποιον. Ήταν ο Βασίλης. Στεκόταν λουσμένος στο χιόνι, μαλλί βρεγμένο, πρόσωπο σαν να είχε περάσει τα Τέμπη με τα πόδια.

Μαρία, προσπάθησε να ψελλίσει, αλλά η Μαρία του έκοψε τη φόρα με τη μία.

Μην πεις λέξη, τα ξέρω όλα. Η Νίκη με ενημέρωσε.

Ο Βασίλης περίμενε κάτι σε μνημόσυνο, αλλά αυτό περίμενε κι εκείνος από τον εαυτό του δηλαδή. Επιχείρησε μια απέλπιδα συγγνώμη, κουτί με δαχτυλίδι στο χέρι, κάτι σαν χρηματικό πρόστιμο για απροσεξία σε πεζοδρόμιο.

Πάρε το, του είπε, πετώντας του μ ένα χαμόγελο που θα τρόμαζε και δικηγόρο, δεν θέλω να έχω τίποτα δικό σου.

Θέλω να αλλάξω άρχισε ο Βασίλης, το βλέμμα γεμάτο μετάνοια-αλά-Βόρειος Πειραιάς.

Μη με παρεξηγείς, αλλά αυτό δεν διορθώνεται, ρε Βασίλη. Ούτε με γάμο ούτε με το να φας καμία νταλίκα στη Συγγρού.

Τότε ήρθε στην πόρτα ο Στέφανος, ο γαμπρός της Νίκης, με το ζελέ στα μαλλιά στην εντέλεια και ύφος man-to-man. Δίχως πολλά λόγια, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους:

Ξέρω τι παίχτηκε. Δεν θέλω ολόκληρες σειρές. Είπες ψέματα σε δύο γυναίκες που εμπιστεύτηκαν και τις δύο κατάφερες να τις στενοχωρήσεις. Δεν είναι όλα συγνώμη κι έξω.

Ένα τεχνικό νοκ-άουτ αργότερα, ο Βασίλης βρέθηκε με σπασμένο χειλάκι, λίγο σαν να ξεπήδησε από λεωφορείο της γραμμής.

Αν ξαναπλησιάσεις, θα το θυμάσαι για καιρό, είπε ο Στέφανος χωρίς δράματα.

Ο Βασίλης τελικά, με ένα βλέμμα χαμένο μεταξύ Ακαδημίας και Όθωνος, βγήκε από το διαμέρισμα αμίλητος, πόρτα ήπια κλειστή πίσω του.

Συγγνώμη για το θέατρο, Μαρία, είπε ο Στέφανος, απλώνοντας της το χέρι. Δεν κατάφερα τίποτα σημαντικό, αλλά έπρεπε να γίνει έτσι.

Η Μαρία το πήρε, λέγοντας:

Τουλάχιστον θύμισες σε όλους μας ότι το σωστό δεν είναι πάντα το εύκολο και έχεις καλή δεξιά, Στέφανε.

Ένα παράξενο, γλυκό κύμα ανακούφισης κυρίευσε το δωμάτιο.

Όταν ο Στέφανος έφυγε, η Μαρία αφουγκράστηκε λίγο τη σιγή. Πόνεσε, ναι, αλλά ένιωσε ελαφριά. Το τέλος ίσως να ήταν μια νέα αρχή. Και το πικάντικο φλέγμα της Νίκης την είχε φέρει τελικά στη θέση να μη φοβάται να σηκώσει το τηλέφωνο ή να βγει από το σπίτι. Κι αυτό μόνο καλό ήταν.

*****************

Ο Βασίλης, βγαίνοντας στο χιόνι, κατάλαβε τελικά ότι τόσο η Μαρία όσο και η Νίκη ε, δεν παίζει να του ξαναμιλήσουν, ούτε για ούζο στα Εξάρχεια. Πήγε στη δουλειά την άλλη μέρα με ένα στόμα τουμπανιασμένο και το δεξί του μάτι σαν μελιτζάνα μπαρμπουνάτη. Κανένας δεν ρώτησε τίποτα, αλλά όλοι κάτι ήξεραν. Αυτός όμως ήξερε περισσότερα: ήρθε η ώρα να φύγει από την Αθήνα.

Ζήτησε μετάθεση σε υποκατάστημα της εταιρείας στη Θεσσαλονίκη. Ο προϊστάμενος το πήρε πιο ψύχραιμα κι από φραπεδάκι στο Κολωνάκι Αυγούστου και υπέγραψε τα χαρτιά. Προτού φύγει, έδωσε το δαχτυλίδι πίσω στο κοσμηματοπωλείο της Πατησίων ο υπάλληλος σήκωσε φρύδι, αλλά δεν είπε λέξη. Μετέφερε τα λεφτά του δαχτυλιδιού στη Μαρία με σημείωμα: «Συγγνώμη. Σου ανήκουν».

Το τελευταίο Αθηναϊκό χιονάκι τον χαιρέτισε κάπως ειρωνικά χωρίς αγάπες, χωρίς μεγάλα γράμματα. Έμπηξε τα χέρια βαθιά στις τσέπες, μπήκε στο ταξί και είπε: Σταθμό Λαρίσης, παρακαλώ.

******************

Λίγες μέρες μετά, η Μαρία κάθισαν με τη Νίκη και τον Στέφανο σ ένα από εκείνα τα χουχουλιάρικα καφέ κοντά στο Σύνταγμα, ζεστή σοκολάτα και όλα τα σχετικά. Η συζήτηση ξαναβρήκε το ρυθμό της. Τα κορίτσια γέλασαν με τις αναμνήσεις, ο Στέφανος έσπασε το βαρύ του ύφος, μίλησαν για γάμους, μέλλον, σχέδια, καινούριες ευκαιρίες.

Γι αυτόν δεν κρατάω κακία πλέον, είπε κάποια στιγμή η Μαρία, κοιτώντας έξω τις νιφάδες να πέφτουν νωχελικά. Μόνο στεναχώρια, που πήγε κι έγινε όλο αυτό.

Η Νίκη της έσφιξε τον ώμο με χαμόγελο:

Δεν φταις σε τίποτα, Μαράκι. Εμείς αξίζουμε την αλήθεια και το καλό. Όχι τα θρίλερ.

Η Μαρία ανταπέδωσε το χαμόγελο, λίγο πιο ήρεμη πια, λες και είχε ξαναβρεί το κουράγιο να κοιτάξει μπροστά.

Σίγουρα. Και θα το βρω το καλό εν τέλει. Στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στη Σύρο, όπου να ναι. Όπως όπως.

Και έξω το χιόνι συνέχιζε παλιά λάθη, νέα ξεκινήματα και η ζωή προχωρούσε, με όση ειρωνεία και χιούμορ της καρδιάς χωρούσε στην πρωτεύουσα εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ.

Oceń artykuł
Ανάμεσα στην αλήθεια και το όνειρο