Ακριβή απόλαυση

Πανάκριβη υπόθεση

Κατερίνα, πάλι τα ίδια; Πόσες φορές να στο πω; Δουλεύω μόνο και μόνο για τη γάτα σου!

Η γάτα, την οποία η Κατερίνα αγωνιζόταν να χωρέσει στο μεταφορέα, κατάφερε τελικά να ξεγλιστρήσει από τα χέρια της, προσγειώθηκε αποφασιστικά κάτω, και χώθηκε σε μια γωνιά της εισόδου. Μουρμούριζε απελπισμένα, σαν να προχωρούσε στη διαπραγμάτευση της ίδιας της της ζωής. Και κρίνωντας από το ύφος της, η γάτα που η Κατερίνα είχε ονομάσει ρομαντικά πριν πολλά χρόνια, Μπαλζακ, αποφάσισε πως έχει ιδιαίτερη αξία, αν και ο Δημήτρης δεν συμφωνούσε καθόλου μ αυτό.

Ήταν παλιά υπόθεση, καθώς ο «Μπαζίκος», όπως τον φώναζε στοργικά η Κατερίνα, ζούσε μαζί της πάνω από δέκα χρόνια. Η αλήθεια είναι πως δεν ήξερε την ακριβή ηλικία του. Τον είχε βρει στους δρόμους και σαφώς δεν ήταν γατάκι. Ήταν ήδη μεγάλος, αν και σχετικά νέος, όπως είχε επιβεβαιώσει η γιατρός στη μαμά της Κατερίνας στο κτηνιατρείο.

Εκεί, η Ντίνα, μητέρα της Κατερίνας, είχε τρέξει μαζί με την κόρη της, σφικταγκαλιάζοντας τη γάτα που είχε τυλίξει σε παλιό παιδικό κλινοσκέπασμα.

Σώστε τον!

Από πού τον βρήκατε αυτό το τέρας; Εκεί έξω στους κάδους τους μάζευαν;

Ακόμα κι αν είναι «γατί της γειτονιάς», δικός μας είναι! Βοηθήστε τον, δεν τον βλέπετε πώς τα έχει φτύσει; Γιατί καθυστερείτε; Τα λεφτά μου είναι πιο ανάξια από αυτών που φέρνουν εδώ τα γατόνια με πιστοποιητικό προέλευσης;

Τόσο αρπακτική έγινε η Ντίνα, που η νεαρή κτηνίατρος μόνο να της φέρει αντίρρηση δεν θέλησε και μάλλον σοφά έκανε.

Η Ντίνα ήταν πείσμων άνθρωπος, από εκείνες τις σκληρόπετσες θεές που σε μια άλλη εποχή θα σουλούπωναν ολόκληρη οικογένεια και χωρίς βοηθό. Μοναχική μητέρα, σε παιδικά χρόνια μάνα και πατέρας μαζί και με δύο γέροντες στο σπίτι, όλα με τον μισθό μιας νηπιαγωγού. Να αντέξεις τέτοια ζωή… ε, τα δόντια κάπως θα τα βγάλεις!

Αυτό που έκανε όμως τη Ντίνα ξεχωριστή, ήταν πως ενώ μπορούσε να σταθεί απέναντι σε οποιονδήποτε, δεν φώναζε, δεν ύψωνε φωνή. Εύρισκε κάθε φορά το σωστό επιχείρημα, την κρυφή εκείνη κλωτσιά που άλλαζε τελείως το κλίμα της συζήτησης. Ξαφνικά αντί για τσακωμούς και φωνές, κατέληγες να πας μαζί της πιο πέρα, να της εξομολογηθείς το δράμα σου και να βρεις την κατανόησή της. Κι ύστερα, το μόνο που απέμενε ήταν να πας σπίτι σου ελαφρύτερος και πιο ευχαριστημένος, με ένα «ευχαριστώ» στα χείλη.

Πώς το κατάφερνε; Γεννημένη ψυχαναλύτρια αν και δεν το 'ξερε! Άκουγε ειλικρινά τους ανθρώπους, δεν ήθελε να νικήσει, αλλά να καταλάβει. Αλλά με τους δικούς της… τίποτα! Εκεί ο διακόπτης κοβόταν.

Ο άντρας της το 'σκασε μια βδομάδα μετά το γάμο. Η μαμά της Κατερίνας πετούσε τις γνωστές ατάκες «καλά, και πολύ άντεξε μαζί σου!» Αυτό πόνεσε λίγο, μα το κατάλαβε. Που να κάτσει άλλος με τέτοιον χαρακτήρα, γεμάτο ανασφάλεια και αγωνία για όλα. «Εγώ φταίω πιο πολύ», σκέφτηκε. Πριν φύγει, ο άντρας της είχε αφήσει μια πικρή ατάκα: «Γυναίκα από σένα; Όσο εγώ μπαλαρίνα.»

Έπεσε. Για λίγο. Μετά, έμαθε ότι ήταν έγκυος και χάρηκε. Γυναίκα δηλαδή; Γυναίκα!

Τη γέννα του παιδιού της, η Ντίνα την περίμενε πιο πολύ και απ τα Χριστούγεννα. Στη ζωή της λίγες γιορτές αλλάζουν το φόντο. Αυτό ήταν το μείζον γεγονός!

Η μάνα της όμως διαφωνούσε κάθετα. «Τι το θες το παιδί, βρε Ντίνα; Βάρος! Νέα είσαι ακόμη, όμορφη, και δάσκαλα με προοπτική τώρα θα κάθεσαι να τρως μακαρόνια και φασολάδα με το παιδί κολλημένο πάνω σου; Τα παιδιά κοστίζουν, Ντίνα μου!»

Μάνα, εσύ δεν μας μεγάλωσες έτσι;

Ακριβώς! Κι είδες προκοπή;

Η Ντίνα το σκέφτηκε. Αλλά αντιστάθηκε. Το στόμα της μητέρας της έγινε σαν το μαύρο σκοτάδι κάθε φορά που συλλογιζόταν να μη κρατήσει το παιδί. Έτσι, κάπου μέσα της, ένιωσε πως αν δεν πολεμήσει για το μωρό, χάνει και τον εαυτό της.

Ώσπου ήρθε η γιαγιά της. Έσκασε στη Θεσσαλονίκη, με το καλό της μαντήλι, μόνο για μεγάλες γιορτές, και ανακοίνωσε:

Να το γεννήσεις, Κατερινάκι μου! Θα βοηθήσω.

Γιαγιά, και ο παππούς; Μόνος του στο χωριό;

Ακόμα γερός είναι! Άμα δε τα καταφέρει, τον παίρνουμε εδώ!

Στα χέρια της κατέθεσε στρωμένο, το αγαπημένο πεσκίρι που κάποτε της είχε κεντήσει στο όνομα της γιορτής. Μέσα, μια ζωή λεφτά. Το κομπόδεμα από το χωριό και την πώληση του σπιτιού. Σπίτι θα έφτανε να αγοράσει, μικρό μεν, μα δικό της.

Η γιαγιά φώναξε τη Ντίνα έξω απ το δωμάτιο και είπαν πολλά με τη μάνα της μάλλον τίποτα θετικό να τη μεταπείσουν. Η νύφη αρνούταν να δεχτεί πώς σ’ αυτό το κορίτσι ήρθαν όλα μαζεμένα, στοιχεία και βοήθεια, τύχη και προίκα λες και κέρδισε λόττο!

Η γιαγιά ήταν δασκαλεμένη: «Αν το κάρο δε τραβήξει η μια φοράδα, δε φταίει μόνο εκείνη, αλλά και το άλογο!» Ούτε η Ντίνα δεν το σχολίασε, παρά μόνο απευθυνόταν ευχαριστώ στη γιαγιά ξανά και ξανά.

Και έτσι έγινε. Σπίτι αγόρασαν στη Θεσσαλονίκη παλιά πολυκατοικία, τέσσερα δωμάτια θέλοντας γερό φτιάξιμο. Συνεργείο ανέλαβε, κι η γιαγιά τους ξεκούνησε με τις διαπραγματεύσεις της. Όταν πια μπήκαν, η Κατερίνα, που είχε ήδη ετοιμάσει το μικρό της κρεβατάκι, έβαλε τα κλάματα.

Τι ζητάς και κλαις, βρε χαζούλα; Εδώ χαρά έχουμε! είπε η γιαγιά, που έτρεμε τις κουζίνες αλλά το παίζε ψύχραιμη.

Η Κατερίνα ήρθε λίγο πρόωρα αλλά ήταν δυνατή, τρυφερή και έξυπνη. Η Ντίνα, αφού φρακάρθηκε απ το ξύδι της μαμάς της, πήρε την απόφαση να μην επαναλάβει τα ίδια στο παιδί της. Να μεγαλώσει αλλιώς τη δική της.

Σε μεγάλωσα λάθος, κορίτσι μου! Όλο σε κακόμαθα κι έφτασες να κάθεσαι στο σβέρκο μου! Μάνα, ήρεμα, το κορίτσι τρομάζει.

Ε, πολύ ευαίσθητο μου το βγαλες!

Όχι μάνα. Απλά ησυχία χρειάζεται… Και κάπου εκεί η Ντίνα βρήκε τη δύναμη να σταματήσει τον ατελείωτο κύκλο των παραπόνων.

Ήταν εύκολο να το λες, δύσκολο να το κάνεις. Η Κατερίνα είχε εκπληκτικό χαρακτήρα. Δεν πείσμωνε χωρίς λόγο, μπορούσε όμως να σου φέρει τούμπα όλο το σπίτι με μια γλυκιά κουβέντα.

Μαμά, μια καραμέλα μπορώ;

Μετά το φαγητό, Κατερίνα μου…

Ούτε μία;

Καμία!

Εντάξει! Αλλά μετά το φαγητό μπορώ δύο αν φάω όλο το φαΐ μου;

Η Ντίνα γελούσε και πάντα της έδινε, όταν το πιάτο άδειαζε.

Έτσι, η Κατερίνα έμαθε από μικρή ότι με ηρεμία πετυχαίνεις περισσότερα. Ακόμα και τη γιαγιά της κατέβαζε απ τα νεύρα, παίρνοντάς την αγκαλιά και χαϊδεύοντας απαλά τις ρυτίδες της.

Με τον καιρό έστρωσε η κατάσταση στην οικογένεια. Δουλειά η Δίνα, η γιαγιά κι ο παππούς που τελικά ήρθαν στη πόλη, φροντίζοντας το παιδί. Οι δυσκολίες ήρθαν όταν η γιαγιά αρρώστησε:

Να πάμε στην Αθήνα σε καλό γιατρό; Μπορεί κάτι να γίνει…

Τι να πάμε, Ντίνα; Η ζωή μου έφτασε. Φοβάμαι μόνο για σας, όχι για μένα. Κι ο παππούς… Τον έχει ρίξει η μαυρίλα.

Την ίδια εποχή, η Κατερίνα γύρισε από το σχολείο, εξαφανίστηκε στον δρόμο, και όλο το τετράγωνο την αναζητούσε μέχρι που εμφανίστηκε κλαμένη, με μια πληγωμένη γάτα σφιγμένη στην αγκαλιά.

Η Ντίνα, χωρίς δεύτερη σκέψη, έτρεξε στο κτηνιατρείο και πληρώνοντας όσο-όσο (πόσο της φάνηκαν τα 150 ευρώ! Το νου της… σχολή μπαλέτου θα έστελνε το παιδί τέτοια που είναι), αγόρασε θεραπεία και τα λοιπά για το ζωντανό. Σκέφτηκε τα έξοδα, τα χάπια για τη γάτα, τα φάρμακα για τη γιαγιά, τη γιορτή της Κατερίνας που πλησίαζε.

Μαμά, μην μου πάρεις δώρο φέτος, γίνεται; Να μείνει αυτός μαζί μας, να είναι το δώρο μου…

Έμεινε. Και, τι παράξενο, ο μποέμ Μπαζίκ είχε αλφάδι χαρακτήρα, αγάπησε τους γέρους, ειδικά τη γιαγιά που δεν την άφηνε στιγμή.

Κι απ τη μέρα εκείνη, ευθύνες και αποφάσεις άλλαζαν στην οικογένεια. Η Ντίνα βρήκε το θάρρος να παραιτηθεί, έπιασε δουλειά ως νταντά και σύντομα ο μισθός ανέβαινε γιατί όλοι την ήθελαν. Το βράδυ πάντα γρατσουνούσε το αυτί του Μπαζίκ:

Σε ευχαριστώ, φιλαράκο. Αν δεν ήσουν εσύ…

Ο Μπαζίκ γουργούριζε ατάραχος, προσηλωμένος περισσότερο στην Κατερίνα για την Ντίνα σεβασμός, στην Κατερίνα όμως πραγματική αφοσίωση. Μόνο η γιαγιά τον «δάνειζε» με τις ώρες στο δωμάτιό της, όλο το άλλο πήγαινε με την Κατερίνα όπου κι αν ήταν.

Στο σχολείο δίπλα στα μαθήματα, στις λύπες, στις απώλειες όταν έφυγε η γιαγιά, όταν ακολούθησε ειρηνικά ο παππούς, όταν η Ντίνα γνώρισε πιο μετά κάποιον που την εκτίμησε όσο κανένας κι έγινε σύζυγός της.

Η μαμά της, πια πεθερά και βασίλισσα στη γειτονιά, έβγαινε στο μπαλκόνι με το σπορείο και δήλωνε με νόημα:

Ο γαμπρός ήρθε, με πάει στην εξοχή!

Η Κατερίνα, φοιτήτρια πια, ήθελε τον δικό της χώρο. Κι εκεί, έφερε για πρώτη φορά τον Γιώργο της.

Κατερίνα, αυτά είναι παλάτια!

Άντε πες το, χωριάτης είσαι!

Αλλά τι κάνει αυτό εδώ;

Ο Μπαζίκ, που έβγαινε ξαφνικά, άρχιζε τα στραβά, κι ο Γιώργος έτρεχε να σωθεί. Απ έξω ψόφιος γάτος, μέσα σε ετοιμότητα για επίθεση στον εισβολέα.

Η σχέση τους έμεινε ψύχραιμη, όμως καμιά αγάπη δεν ανέπτυξε η γάτα για τον σύντροφο της Κατερίνας τον ανεχόταν και με το παραπάνω!

Πέρασε ένας χρόνος και παντρεύτηκαν. Μόνο που, δεν κόλλησε ποτέ ο γάμος. Ο Γιώργος γκρίνιαζε συχνά: «Αυτό το φαγητό γυναίκα το σερβίρει; Πού είναι ο σωστός μουσακάς; Ποια σύζυγος είσαι εσύ;» Κι ενώ η Κατερίνα ήξερε να μαγειρεύει από δίχρονη τι να του πεις…

Οι μικροπρέπειες συνεχίστηκαν, ώσπου ήρθε ο λογαριασμός από τον κτηνίατρο, που ξόδεψε η Κατερίνα για τον Μπαζίκ.

Αυτό πάλι; Ξοδεύεις τόσα για μια γάτα ούτε για μένα δε χαλάς τέτοια! Είναι οικογένεια αυτό το πράμα; Αν ξανασυμβεί, εγώ θα το πετάξω έξω!

Εκείνη τη μέρα, η Κατερίνα είχε μάθει πως ήταν έγκυος. Δεν του απάντησε. Ετοίμασε με μιαν ήρεμη απόφαση που φανέρωνε ότι ίσως κάτι είχε σπάσει τελείως μεταξύ τους τα πράγματά της, πήρε τον Μπαζίκ και του είπε:

Εγώ θα φύγω μαζί με τον δικό μου, Γιώργο. Αν πετάς τον Μπαζίκ, θα μπορούσες κάποτε να πετάξεις κι εμένα. Πού το ξέρεις; Αν δεν ένιωσες τίποτα όταν σου είπα πως είμαι έγκυος, τότε ο κύκλος έκλεισε.

Χωρίς άλλο λόγο, έβαλε κάτι απλά ρούχα κι έφυγε.

Γιατρός, κτηνιατρείο, χάδια και εκείνος μπήκε ξανά στη μεταφορά, πιο μεστός και πιο άνετος από ποτέ. Και όταν μετά γεννήθηκε η Κλειώ, η μικρή κόρη της, ο Μπαζίκ έγινε η καλύτερη νταντά. Με την πατούσα του νανουρίζει το παιδί, απόλυτα προστατευτικός. Χαμογελούσε η Κατερίνα το κοριτσάκι της ήταν όλο η μαμά της, μα το όνομα, παρ όλο που ήθελε να το δώσει αφιερωμένο, η μάνα της την έπεισε να αποφασίσουν μαζί με τον πρώην.

Κι εκείνος, πρώτη φορά, σοβαρός:

Δεν περίμενα τέτοια ωριμότητα από σένα. Σ ευχαριστώ που βάζεις την κόρη πάνω από το εγώ. Θα βοηθήσω.

Κι έτσι η μικρή Κλειώ μεγάλωσε σε δύο σπίτια, με δύο λαγούς (το ένα στον πατέρα, το άλλο στη μαμά), πολλές αγάπες και ακόμα περισσότερη ευτυχία. Κι έτσι, τόσο απλά, έμαθε και στους δυο ότι οι οικογένειες δεν διαλύονται απλώς μεταμορφώνονται.

Κι ο Μπαζίκ, σοφός κι ήσυχος γάτος, κράτησε όλα τα μυστικά της μικρής. Μα δεν είχε λόγια, ούτε και τα θελε. Γιατί, όταν η μάνα-γάτα είναι καλή και τρυφερή, έτσι βγαίνουν και τα γατάκια της.

Και κάποτε, σαν μεγαλώσει η Κλειώ, θα βρεθεί πάνω απ την κούνια του παιδιού της, θα χαϊδέψει το μάγουλο του μωρού της με το ίδιο φως στα μάτια:

Καλώς ήρθες, μικρούλι μου. Σε περίμενα τόσο πολύ…

Oceń artykuł
Ακριβή απόλαυση