Χωρίς να φταίει, κατηγορήθηκε
Παίρνεις την κόρη σου και φεύγεις. Τίποτα πια δε μας ενώνει!
Μα, Νίκο
Είπα ό,τι είχα να πω! Και δε θέλω να σε ξαναδώ!
Η πόρτα έκλεισε με πάταγο. Η Ειρήνη λύγισε· το δωμάτιο γυρνούσε, στ αυτιά της βούιζε ένας μακρινός ήχος, σαν να την φώναζε πιασμένη απ το χτες η φωνή της μητέρας της: «Μην τολμήσεις!»
Ήταν αυτή η φωνή που τη συγκράτησε. Έκανε ένα βήμα, κι ύστερα δεύτερο, και κάθισε βαριά στην καρέκλα, χώνοντας τα νύχια στις παλάμες της. Ο πόνος την επανέφερε στη συνείδηση κι έσβησε εκείνη την ομίχλη που απειλούσε να καταπιεί την ψυχή της.
Δεν έπρεπε! Δεν έπρεπε να λυγίσει! Ούτε απελπισία να αφήσει να τη ρουφήξει. Μα πόσο πολύ το επιθυμούσε
Μη διανοηθείς! Υπάρχει η Μαργαρίτα! Και Όχι, δεν έπρεπε να σκέφτεται τώρα τα άλλα! Τώρα έπρεπε να μαζέψει όλο το είναι της και να σκεφτεί τι είχε συμβεί.
Τι μπορούσε να έκανε τον Νίκο να στραφεί τόσο ξαφνικά εναντίον της; Γιατί να τη διώχνει; Χτες όλα έμοιαζαν καλά
Ή μήπως δεν ήταν;
Το μυαλό της Ειρήνης επιτέλους άρχισε να λειτουργεί. Άπλωσε τα χέρια της στο τραπέζι.
Έτσι! Πώς τη δίδαξε η μητέρα της; Όταν δεν ξέρεις τι να κάνεις ανάλυσε! Τα βάλε κάτω ένα-ένα και μετρούσε στα δάχτυλα. Κι ακόμη καλύτερα, έλεγε, να κρατάς σημειώσεις! Όμως τα μολύβια ήταν στο άλλο δωμάτιο όπου κοιμόταν η Μαργαρίτα
Η κόρη της πάντα είχε ελαφρύ ύπνο και η Ειρήνη δεν ήθελε να τη ξυπνήσει. Το κοριτσάκι της θα παραπονιόταν και δε θα μπορούσε να συλλογιστεί ήρεμα όσα συνέβησαν.
Θα τα κατάφερνε με αυτά που είχε.
Κοίταξε τα χέρια της και, σχεδόν ασυναίσθητα, τα έσφιξε σε γροθιές. Τα νύχια, που είχαν καιρό να γνωρίσουν μανικιούρ, η τραχιά επιδερμίδα με τις φακίδες που φούντωναν κάθε φορά που ασχολούνταν με τον κήπο στο εξοχικό κάτω από τον ήλιο. Ποιος θα φανταζόταν ότι θα την απορροφούσε τόσο η φροντίδα του σπιτιού και θα ξεχνούσε όλα όσα της είχε μάθει η δική της μητέρα;
Ειρηνάκι, είσαι γυναίκα!
Όχι! Είμαι κοριτσάκι!
Τώρα. Μα σε λίγο θα γίνεις γυναίκα, σαν εμένα. Και δεν επιτρέπεται, ούτε στις χειρότερες στιγμές, να αφήνεις τον εαυτό σου! Μανικιούρ, πεντικιούρ, μαλλί φροντισμένο, χέρια περιποιημένα! Αυτά δείχνουν τον άνθρωπο, όχι οι ακριβές μάρκες. Δεν φοράς διαμάντια αν δεν έχεις λουστεί μια εβδομάδα! Κατάλαβες;
Ναι, μαμά! οχτάχρονη η Ειρηνούλα, μπροστά στον καθρέφτη, χρωμάτιζε τα χείλη με το κραγιόν της μητέρας της.
Και αυτό ακόμα νωρίς! έλεγε γελώντας η μητέρα της κι έπαιρνε το κραγιόν. Δεν είναι το χρώμα σου. Άσε, θα διαλέξουμε παρέα, όταν μεγαλώσεις!
Μαμά, σε παρακαλώ
Αρκετά! Είπα!
Αυτό το τελευταίο δεν το έλεγε συχνά η μητέρα της. Αν όμως το άκουγε, ήξερε ότι δεν υπήρχε χώρος για αντιρρήσεις. Η μητέρα της ήταν άνθρωπος του λόγου.
Σε όλα.
Ειρήνη, πρέπει να φύγω. Θα μείνεις με τη γιαγιά. Έτσι πρέπει να γίνει.
Μαμά, για πόσο; δέκα ετών, έτριβε άβολα το φόρεμά της και δάγκωνε τα χείλη της για να μην κλάψει.
Μισό χρόνο. Μου πρότειναν καλή δουλειά στη Θεσσαλονίκη. Δεν μπορώ να σε πάρω εκεί. Είναι καλύτερα με τη γιαγιά. Θα σε προσέχει και θα σε παίρνω τηλέφωνο, θα σου γράφω γράμματα.
Μη φεύγεις, μαμά
Μα η Ειρήνη δεν άντεξε, άρχισε να κλαίει και η μαμά της, αδυνατώντας να την καθησυχάσει, έχασε την υπομονή της.
Έφτασε! Σταμάτα! Καμία άλλη λύση δεν έχω! Αν δεν αρχίσω αυτή τη δουλειά τώρα, δε θα μπορέσουμε να φύγουμε απ το πατρικό της γιαγιάς! Θέλω να έχεις το δικό σου δωμάτιο, να πάμε διακοπές στη θάλασσα! Αν ζούσε ο πατέρας σου, δε θα τα σκεφτόμουνα αυτά. Εγώ πρέπει να φροντίσω και εσένα και τη γιαγιά!
Υπάρχει και η θεία Άννα! δυνατά κουνούσε το κεφάλι, δεν ήθελε να ακούει.
Η θεία Άννα έχει τα θέματά της και θέλει βοήθεια επίσης!
Βοήθα εμένα! Μείνε! πρόλαβε να φωνάξει η Ειρήνη κι έβλεπε πρώτη φορά το βλέμμα της μητέρας της να σκληραίνει.
Ειρήνη! ψυχρός, σπάνιος τόνος, ένιωσε ανατριχίλα. Δεν πρέπει να σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου. Κάποια στιγμή να θυμάσαι: όταν δεν νοιάζεσαι για τους άλλους, κανείς δεν θα νοιαστεί για σένα όταν το έχεις ανάγκη. Εγώ τώρα για σένα το κάνω! Θέλω να μη σου λείψει τίποτα. Μαλάκωσε η φωνή, την αγκάλιασε. Στο ορκίζομαι, πρώτη και τελευταία φορά είναι! Κάνε υπομονή
Η Ειρήνη αναγκάστηκε να συμφωνήσει, αν και μέσα της λαχτάριζε και μάτωνε.
Έγραφε γράμματα στη μητέρα της, τα απογεύματα άκουγε δέκα φορές πως της λείπει στο ακουστικό του παλιού τηλεφώνου, και τόση ήταν η λαχτάρα της που παράτησε και το αγαπημένο της παγωτό. Ο χρόνος κυλούσε αργά σαν πίσσα. Κι όταν η γιαγιά της ανακοίνωσε ότι πάνε στο αεροδρόμιο να προϋπαντήσουν τη μαμά, έκλαψε τόσο που αναγκάστηκαν να καλέσουν ταξί.
Η μητέρα της κράτησε τον λόγο της. Δεν χάθηκε ξανά για τόσο μεγάλο διάστημα. Υπήρξαν ταξίδια, μα δεν ήταν το ίδιο.
Μετακόμισαν από το μικρό διαμέρισμα του πατέρα της σε μεγαλύτερο, και η Ειρήνη απέκτησε δικό της δωμάτιο αν και σπάνια έμενε εκεί. Περνούσε τα βιβλία και τα τετράδιά της από το γραφείο κι έτρεχε στην κουζίνα, καρτερώντας πότε θα έρθει η μητέρα της από τη δουλειά. Τα απογεύματα, μαζί, ακόμη και σιωπηλά, αν κάτι έραβε ή δούλευε σπίτι.
Ήταν καλά μαζί.
Ξέφυγαν τα τυπικά προβλήματα εφηβείας. Δεν είχαν πολλές φασαρίες με τέτοια υπομονή και σεβασμό που έδειχνε η μητέρα της, η Ειρήνη αργότερα απορούσε για το μέγεθος της αγάπης που έκρυβε αυτή η μικροκαμωμένη γυναίκα που δεν είχε κανέναν να τη στηρίξει. Πια είχαν μείνει ολομόναχες η γιαγιά είχε φύγει.
Με τη θεία Άννα, η μητέρα της δεν διατηρούσε σχέσεις.
Γιατί, δεν είχε πει πολλά η μητέρα της. Μονάχα μια φορά.
Τα πάντα μπορεί κανείς να συγχωρέσει και να καταλάβει. Όχι την προδοσία.
Ποιόν πρόδωσε η θεία Άννα;
Τη μητέρα μας, τη γιαγιά σου. Την φώναζε, ήθελε να τη δει πριν Μα η Άννα δεν ήρθε ποτέ.
Γιατί;
Γιατί φοβήθηκε ότι θα της ζητούσα να μείνει και να βοηθήσει στο τέλος. Ήταν και δική της υποχρέωση. Δεν ήθελε να πει ότι δε μπορούσε να δει τη μαμά έτσι. Να τη φροντίζει, με κουτάλι, να τη βλέπει να ξεχνά Να πονάς για εκείνη που στάθηκε στήριγμα
Κι εσύ; Εσύ πώς άντεξες; είπε γεμάτη οργή η Ειρήνη.
Ούτε εγώ άντεχα, την κοιτούσε με δάκρυα να τρέμουν στα χείλη. Δεν ήθελα Αλλά δεν είχα επιλογή, Ειρήνη! Ήταν η μάνα μου! Και όφειλα να κάνω τα πάντα να φύγει γαλήνια, ανάμεσα σε μας που αγαπούσε κι ας μη μας γνώριζε πια…
Γι’ αυτό με άφηνες λίγο κοντά της;
Ναι. Δεν ήθελα να τη θυμάσαι έτσι.
Δεν τη θυμάμαι Θυμάμαι όμως που μ έμαθε να κάνω γλυκό και να δοκιμάζω τον αφρό με μικρό κουτάλι για καλύτερη γεύση
Κι εμείς αυτό κάναμε με τη θεία σου μικρές
Δεν καταλαβαίνω! Σας μεγάλωσε ίδιες! Σας αγαπούσε, σας πρόσεχε. Πώς είστε τόσο διαφορετικές;
Έτσι είναι καμιά φορά, Ειρηνούλα. Η μαμά πάντα προστάτευε την Άννα, γιατί ήταν άρρωστο παιδί. Μπορεί γι αυτό ήθελε να την προστατέψει από τα πάντα, όχι μόνο από την αρρώστια Και τελικά; Την έσωσε;
Την έσωσε;
Όχι. Ξέρεις τη ζωή της Άννας δύο γάμοι, τρία παιδιά, όλα μισά, όλα δύσκολα Δεν ξέρω αν η μαμά έπραξε σωστά. Αυτό που ξέρω είναι ότι με έκανε να καταλάβω τι δεν θέλω να κάνω με σένα.
Θεωρείς δηλαδή πως δεν πρέπει να προστατεύουμε τα παιδιά από όλα;
Όχι έτσι ακριβώς! Πρέπει να βοηθάς, αλλά όπου χρειάζεται! Τι αξία έχει να βάλεις το παιδί σου κάτω από γυάλινο κώδωνα και να ζεις ακόμα μία ζωή για χάρη του; Πρέπει να μάθει να πέφτει και να σηκώνεται έτσι χτίζεται η προσωπικότητα. Μπορείς να βασίζεσαι ότι όλοι μαθαίνουμε απ τα λάθη των άλλων; Τα δικά μας βιώματα μας κάνουν ανθρώπους. Και ξέρεις, κοιτάζοντας πώς τα κατάφερνε η θεία σου; Αν μία φορά έμενε μόνη με τα λάθη και τα προβλήματά της, ίσως τα πράγματα να ήταν αλλιώς Να θυμάσαι μόνο: πάντα θα σε στηρίζω και θα σε βοηθάω αν το χρειάζεσαι. Μα τα προβλήματά σου να τα λύνεις πρώτα εσύ. Σκόνταψες; Κάτσε και σκέψου! Κι αν δεν τα βγάζεις πέρα μόνη εγώ είμαι εδώ πάντα Το κατάλαβες;
Ναι, μαμά
Τώρα η Ειρήνη κάθισε, μετρούσε στα δάχτυλα να βρει απαντήσεις στο τι πήγε στραβά και πότε.
Χτες γιόρταζαν τα γενέθλια του Νίκου. Όχι κάποια σπουδαία επέτειος στενά οικογενειακά απλώς. Καλοκαίρι, κι ο μεγάλος τους νεόχτιστο σπίτι στην Κηφισιά, που μόλις είχαν ολοκληρώσει να το φτιάχνουν, χωρούσε όλη την οικογένεια.
Ήρθαν η μητέρα της, η πεθερά της και η αδελφή του Νίκου με τον άντρα της και τα παιδιά.
Η Μαργαρίτα, τρισευτυχισμένη που θα είχε παρέα, πετούσε στον κήπο με ατέλειωτες ερωτήσεις:
Πότε θα έρθουν; Σε λίγο; Θα μπούμε στη πισίνα; Θα φάμε μετά παγωτό;
Είχε τέτοιες αμέτρητες απορίες που η Ειρήνη στο τέλος έπαψε να απαντά. Δεν άξιζε· η κόρη της έδινε τις δικές της απαντήσεις στον εαυτό της, χαρίζοντας τάξη στο δωμάτιό της δεν είναι σωστό να υποδεχτείς επισκέπτες σε ακαταστασία!
Ο Νίκος πήγε στη λαϊκή κι η κουζίνα πήρε φωτιά. Η μαμά της βοηθούσε, και ρωτούσε διακριτικά:
Κορίτσι μου, όλα καλά; Τι έχεις;
Τι σε πιάνει, μαμά; Γιατί αγχώνεσαι; απάντησε τελικά η Ειρήνη.
Όλα καλά, κόρη μου! Πόσων εβδομάδων είσαι;
Και ξαφνικά η Ειρήνη κατάλαβε πως το μυστικό που κρατούσε ακόμα και απ τον εαυτό της δεν είναι πια μυστικό. Ένιωσε ελαφριά, χόρεψε με τη μαμά στην αγκαλιά.
Μικρούλι ακόμα. Τρεις εβδομάδες μόνο. Ούτε του Νίκου το χω πει. Εσύ πώς το κατάλαβες;
Λάμπεις, Ειρήνη Όπως τότε, με τη Μαργαρίτα.
Μαμά, φοβάμαι
Τι φοβάσαι, χαζούλα; Όλα πάνε καλά μεταξύ σας!
Δεν ξέρω Βαριά μέσα μου νιώθω. Ο Νίκος είναι κακόκεφος. Δεν ξέρω τι του συμβαίνει
Τον ρώτησες;
Δεν ανοίγεται!
Τότε δεν ρώτησες σωστά!
Μαμά!
Τι; Είσαι σύζυγος πια, δεν μπορείς να τον στριμώξεις για να μάθεις τι τρέχει; Άλλο σου μάθαινα εγώ μικρή! Να μην αφήνεις τον αγαπημένο σου στιγμή! Γιατί αλλιώς, μπορεί να μιλήσει αλλού Και τότε, ποιος ξέρει τι θα βγει από μια κουβέντα παραπάνω
Η Ειρήνη μέτρησε άλλο ένα δάχτυλο. Είχε αυτο το συναίσθημα από αυτή τη συζήτηση. Μα ο εορτασμός, το μαγείρεμα, το καθάρισμα μετά, δεν της άφησαν στιγμή για να τον πιάσει να του μιλήσει.
Κι ύστερα αυτός ξεστόμισε εκείνο το παράλογο: «Πάρε την κόρη σου!»
Τι ήταν αυτό;
Η Ειρήνη έσφιξε τις γροθιές της. Αυτή τη φορά, θα έκανε όπως την είχε μάθει η μητέρα της με καθαρή κουβέντα! Θα μιλούσε στον άντρα της! Τέλος οι σκιές!
Ο Νίκος έβγαλε το αυτοκίνητο απ το γκαράζ κι ετοιμαζόταν να φύγει, όταν η Ειρήνη πήδηξε τα σκαλάκια και εμφανίστηκε μπροστά του, αναγκάζοντάς τον να σταματήσει απότομα.
Στάσου!
Στάθηκε μπροστά στη μάσκα του αυτοκινήτου, τα χέρια σταυρωμένα.
Κάνε στην άκρη μουρμούρισε, αλλά εκείνη άκουσε αυτό που λαχταρούσε.
Δεν ήθελε να φύγει. Ούτε την οικογένειά του να αφήσει. Δεν είχε κάνει λάθος, η Ειρήνη.
Βγες έξω! Να μιλήσουμε πριν ξυπνήσει η Μαργαρίτα! Τι ακριβώς συμβαίνει και φέρεσαι έτσι; Σε ποια μιλάς έτσι; Δεν είμαι περαστική, σύζυγός σου είμαι!
Η φωνή της αγρίευε, ο Νίκος ένιωθε την ψυχή του να συστέλλεται.
Θα φερόταν έτσι αν δεν τον νοιαζόταν; Γιατί στάθηκε μπροστά του αν περίμενε την ελευθερία της; Δεν ήθελε και η Μαργαρίτα τον πατέρα της;
Βγήκε τελικά και μουρμούρισε:
Σαν να μην ξέρεις γιατί το έκανα!
Άμα ήξερα, δε θα ρωτούσα! Νίκο, τι τρέχει; Δυο εβδομάδες είσαι άλλος άνθρωπος, σήμερα ξέφυγες εντελώς! Γιατί είπες πως η Μαργαρίτα είναι «κόρη μου»; Για σένα τι είναι τότε;
Δεν ξέρω! αναφώνησε, πρώτη φορά την κοίταξε ευθεία. Εσύ πες μου! Από ποιον την έκανες; Γιατί ο πατέρας της τη βλέπει στα κλεφτά;
Τι ασυναρτησίες είναι αυτές; άνοιξε διάπλατα τα μάτια η Ειρήνη. Χτύπησες το κεφάλι σου;
Με ποιον συναντιέσαι όταν πηγαίνεις την κόρη σου στις εξωσχολικές;
Η Ειρήνη ταράχτηκε, μα κράτησε την ψυχραιμία της.
Α, εκεί το πήγες! Ποιος σου άνοιξε τα μάτια; Η μητέρα σου ή η αδερφή σου;
Η μάνα δε φταίει!
Κατάλαβα. Η Μαρία.
Κι αν η Μαρία το είπε; Δεν έπρεπε να το ξέρω; Αδερφή μου δεν είναι;
Και εγώ τι είμαι; Ξένη; προσπάθησε να συγκρατήσει το θυμό της. Ακούς όλους τους άλλους, εκτός από μένα! Αυτό συμβαίνει;
Με κορόιδευες!
Εγώ;! Πότε;
Εκείνος που σας βλέπει στο πάρκο με τη Μαργαρίτα δυο φορές τη βδομάδα; Ποιος είναι;
Η Ειρήνη γέλασε πικρά:
Στάσου μια στιγμή! Σου το είχα πει. Ετοιμαζόσουν να δεις ποδόσφαιρο Τσάμπιονς Λιγκ. Είχα γυρίσει με τη Μαργαρίτα από το θέατρο και σου ανέφερα ότι συνάντησα τον παλιό μου συμμαθητή, τον Σταύρο. Ζούσε χρόνια στην Πάτρα, γύρισε γιατί η μητέρα του είναι άρρωστη. Ήθελε πληροφορίες για ένα γιατρό, για φροντίδα. Ξαναβρεθήκαμε κι άλλες φορές. Κι αν η Μαρία πρόσεχε, θα έβλεπε πως ήμασταν και με τη μάνα μου! Νομίζεις πως θα συναντιόμουν με άλλον μπροστά της; Δεν θα μου το συγχωρούσε ποτέ! Πρόσεξε λίγο τι ακούς! Η δική μου μαμά σε σεβάστηκε όσο λίγους… Και εσύ…
Η Ειρήνη σταμάτησε, σκούπισε με το πίσω μέρος του χεριού της τη μύτη της.
Δεν θα κλάψω! Ούτε τώρα!
Θες τεστ πατρότητας; Καν το! Δεν έχω αντίρρηση! Για να δεις πως το παιδί που σου μοιάζει τόσο είναι δικό σου!
Άκουσε από πάνω της μικρό θόρυβο.
Ξύπνησε.
Έστριψε και πήγε μέσα, αφήνοντας τον άντρα της μαρμαρωμένο στην αυλή.
Και λίγο αργότερα, άκουσε το αυτοκίνητο να φεύγει.
Η Μαργαρίτα έτρεξε να την αγκαλιάσει απαιτώντας προσοχή κι εκείνη ήθελε να ουρλιάξει απ το βάρος.
Τι έκανε λάθος; Τι έπρεπε να κάνει; Να πάρει τηλέφωνο τη μάνα της, να τα πει όλα; Ή να πάρει ανάσα και να τα βάλει κάτω με ψυχραιμία;
«Μη μου μιλάς ποτέ για καυγάδες με τον Νίκο, αν δεν είσαι σίγουρη ότι έχει τελειώσει πραγματικά. Κι όταν συμβεί, πάρε με μέρα-νύχτα. Μετά όμως, όσο ζείτε μαζί, μην το κάνεις. Γιατί εγώ πια δεν θα τον εμπιστευτώ ποτέ ξανά τον άντρα που πλήγωσε το παιδί μου!»
Η Ειρήνη κράτησε στα χέρια της το κινητό, το άφησε στο πλάι. Νωρίς ακόμη Ο Νίκος έπρεπε να μάθει πρώτο το νέο. Μετά θα έβλεπε τι θα πράξει.
Ξεκαθάρισε το μυαλό της. Μόλις το αμάξι του άντρα της σταμάτησε ξανά μπροστά στο σπίτι, ήταν πιο ήρεμη.
Ταΐζε την κόρη της όταν εκείνος άνοιξε με θόρυβο την πόρτα και τράβηξε μέσα τη Μαρία.
Μπες ήδη! Ειρήνη, είσαι εδώ;
Εδώ είμαι η Ειρήνη κοίταξε τη μικρή, ανήσυχη.
Δεν έπρεπε να δει σκηνές η Μαργαρίτα· δεν ήταν σωστό!
Αγάπη μου, τελείωσες το φαγητό; Πήγαινε στο δωμάτιό μου, άνοιξε τα κινούμενα σχέδια! Εντάξει;
Ναι! η Μαργαρίτα πέταξε το πιάτο με τις μισητές πιπεριές κι έτρεξε. Γεια σου, μπαμπά! Καλημέρα, θεία Μαρία! Η μαμά μου είπε να βάλω παιδικό!
Η παιδική φωνή έφερε μια ισορροπία. Ο Νίκος άφησε το χέρι της αδερφής του, η Ειρήνη πρόλαβε να συγκρατήσει άλλο καβγά.
Πήγαινε, μικρή! Έρχομαι σύντομα!
Όχι βιασύνη, μαμά! χαμογέλασε και ανέβηκε στον πάνω όροφο.
Η συζήτηση που ακολούθησε ήταν βαριά. Η Μαρία έκλαιγε, ο Νίκος θύμωνε, η Ειρήνη πάλευε να δεχτεί τις εξηγήσεις.
Νόμιζα πως τον ξεγελούσες! Κατάλαβες; Πόσα ζευγάρια ξέρω με άντρα χαζό και γυναίκα πονηρή Τόσα άκουσα για προδοσίες που πια δεν πιστεύω σε κανέναν!
Δηλαδή, Μαρία, μ έβαλες στο ίδιο καλάθι με τους φίλους σου; Πε μου, κι εσύ τον άντρα σου κοροϊδεύεις; Τα παιδιά δικά σου είναι;
Η Μαρία σταμάτησε από την έκπληξη το κλάμα.
Τι λες τώρα;
Εσύ τι λες; επέμεινε η Ειρήνη. Καταλαβαίνεις τι θα είχες προκαλέσει μ αυτή την ανοησία σου; Στον Νίκο δε λέω τίποτα άλλο, έπρεπε να σε πιστέψει, είναι οικογένειά του. Εσύ όμως βιάστηκες να το εκμεταλλευτείς. Γιατί;
Δεν ξέρω Νόμιζα πως τον προστάτευα
Από εμένα; Και το πέτυχες;
Η Ειρήνη σήκωσε τους ώμους, κοίταξε τον άντρα της.
Τελειώσαμε; Έχουμε άλλες απορίες για μένα;
Ειρήνη
Όχι, Νίκο! Τέλος! Τώρα εγώ έχω πικραθεί! Θέλω χρόνο να δω πού πατάω και τι θέλω για εμάς. Μαρία, δε σε θέλω στο σπίτι μου προς το παρόν νομίζω καταλαβαίνεις γιατί.
Ειρήνη, συγγνώμη
Θα το σκεφτώ. Προς το παρόν δεν σας κρατώ άλλο. Νίκο, πήγαινε. Όπως καταλαβαίνεις σωστά.
Με τον άντρα της η Ειρήνη θα τα ξαναβρεί όχι αμέσως, και με τους δικούς της όρους. Κανείς στην οικογένεια, εκτός από τη Μαρία, δε θα μάθει τι συνέβη. Γιατί κανείς δεν πρέπει να βγάζει στην πιάτσα τις οικογενειακές πληγές. Αυτή τη σοφία η Ειρήνη θα την οφείλει για πάντα στη μαμά της.
Κι εκείνη μία μέρα θα κρατήσει τον νεογέννητο εγγονό της στην αγκαλιά, θα τον δείχνει στη γιαγιά του Νίκου και θα χαμογελάει πλάγια στην Ειρήνη.
Σοφή μεγάλωσες, κορίτσι μου! Καλή μάνα και γυναίκα!
Αληθινά;
Πότε σε κορόιδεψα εγώ;
Μαμά, τι σημαίνει σοφή; Εγώ δεν νιώθω τέτοια
Η σοφία μιας γυναίκας, αγαπημένη μου, είναι να φυλάει όσα της δίνει η ζωή. Παιδιά, σπίτι, φίλους Να ενώσει γύρω της, να τους ζεστάνει. Πολύ δύσκολο! Πρέπει να ζυγίζεις τι αξίζει, τι να κρατήσεις και τι να αφήσεις να χαθεί για να μη πικράνεις τα ουσιώδη. Νομίζω το χεις καταφέρει
Ναι;
Είμαι σίγουρη! Κι επίσης ο Σταύρος μου τηλεφώνησε. Παντρεύεται σε ένα μήνα. Μας κάλεσε μαζί με τον Νίκο.
Μαμά
Δε θέλω αντιρρήσεις! Θα κρατήσω εγώ τα παιδιά! Μόνο, κάνε μου μια χάρη, έτσι;
Ό,τι θες, μανούλα.
Κοίτα να περιποιηθείς τα χέρια σου!
Εντάξει!
Η Ειρήνη θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα νεύσει στον άντρα και τη Μαρία που στέκεται σε μια μεριά με άβολη ντροπή, κι ύστερα θα κλείσει το μάτι στη Μαργαρίτα:
Έλα, πάμε! Θα βοηθήσεις να κοιμήσουμε τον αδερφό σου.
Αλήθεια; θα λάμψει η μικρή κι απαλά θα πιάσει τη γροθιά του μωρού.
Έτσι πρέπει, κορούλα μου. Έτσι πρέπειΚι εκεί, στην αγκαλιά της μάνας της, η Ειρήνη κατάλαβε ότι τα χρόνια περνούν, μα ο κύκλος μένει. Όσα λάθη κι αν γίνουν, όποιες κατηγορίες κι αν πέσουν άδικα, η αγάπη και η δύναμη μιας οικογένειας, όταν επιμένει να συζητά, να συγχωρεί και να μαθαίνει, βρίσκουν τον τρόπο να γιατρεύουν τις πληγές. Όταν το σπίτι γέμισε ξανά φωνές κλάματα μωρού, γέλια από τη Μαργαρίτα, μουρμουρητά συμφιλίωσης από τον Νίκο η Ειρήνη άπλωσε το χέρι κι έτριψε απαλά τα αφρόντιστα νύχια της.
Το χαμόγελό της έλαμψε αυθεντικό όταν ο Νίκος, αμήχανος μα αποφασισμένος, τής πέρασε διακριτικά το χέρι στη μέση έτσι, όπως παλιά. Η Ειρήνη δε χρειάστηκε να πει τίποτα. Όλη η εμπιστοσύνη χτίζεται ξανά, αθόρυβα, όπως το καλό γλυκό: με υπομονή, φροντίδα, το σωστό μέτρο και λίγη μητρική σοφία.
«Μαμά, εγώ δεν φοβάμαι πια!» φώναξε από το βάθος η Μαργαρίτα, παίρνοντας αγκαλιά το μικρούλι, κι όλοι γύρισαν να τη δουν.
Εκεί ήξερε πια κι η Ειρήνη γιατί άντεξε, γιατί σήκωσε το κεφάλι και δεν έσπασε: γιατί έτσι φτιάχνονται οι μάνες και, στο τέλος, έτσι νικούν.





