Η ΑΓΑΠΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΙΚΡΑ ΤΗΣ ΑΨΙΘΙΑΣ
Η αγάπη τους δεν μύριζε τριαντάφυλλα και μέλι, αλλά σκόνη απ τα μονοπάτια και τσακισμένους μίσχους αψιθιάς. Στην μικρή κοινότητα της Καστάνιας έλεγαν: αν ενωθούν ο κόσμος θα καταρρεύσει, αν χωρίσουν το δάσος θα καεί συθέμελα.
Η Ειρήνη ήταν θεραπεύτρια, τρίτης γενιάς. Γνώριζε τον ψίθυρο κάθε βοτάνου κι ήξερε να γιατρεύει πληγές που δεν μάζευαν ποτέ. Τα χέρια της ήταν ζεστά και πάντα μύριζαν θρούμπι.
Ο Μαρκος, όμως, ήταν ξένος. Μάγος, του οποίου η δύναμη δεν γεννιόταν από ψιθύρισμα της γης, αλλά από κοφτές προσταγές προς τα στοιχεία. Τα ξόρκια του ήταν κοφτερά σαν μαχαίρι, και ψυχρά σαν νερό στο βάθος της λίμνης.
Συναντήθηκαν ένα βραδινό με ομίχλη, όταν κι οι δυο αναζητούσαν το ίδιο πράγμα: τη ρίζα της μάγισσας, που ανθίζει μια φορά κάθε δέκα χρόνια.
Μην ακουμπήσεις, η φωνή της Ειρήνης έσχισε τη σιωπή. Δεν είναι για τα άπληστα χέρια σου, Μαρκο. Η γη το έδωσε για γιατρειά, όχι για τα σκοτάδια σου.
Γιατρειά είναι απλώς παράταση, θεραπεύτρια, είπε σαρκαστικά ο Μαρκος, δίχως να γυρίσει. Εγώ θέλω να δω την αληθινή φύση των πραγμάτων.
Δεν ήταν εχθροί, ούτε όμως και φίλοι. Κάτι τους τραβούσε ο ένας στον άλλο, κόντρα στη λογική και την καθημερινότητα. Ήταν μια αγάπη-αντίθεση, ένας διαρκής διάλογος μεταξύ «δημιουργώ» και «κυριαρχώ».
Η Ειρήνη του έφερνε άγριο μέλι και αφεψήματα για την αϋπνία, όταν η μαγεία του τον έκαιγε από μέσα.
Ο Μαρκος άφηνε στην πόρτα της σπάνιους ημιπολύτιμους λίθους, που έλαμπαν σαν να έκρυβαν αστέρια, για να μην έχει σκοτάδι στις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες.
Αλλά η πίκρα της αψιθιάς πάντα τους ακολουθούσε. Η Ειρήνη έβλεπε τον Μαρκο να τραβά δύναμη από το κενό κι αυτό την τρόμαζε. Ο Μαρκος θύμωνε με την τρυφερότητά της, θεωρώντας ότι σπαταλούσε το χάρισμά της σε αχάριστους.
Όταν έσκασε πανώλη στο χωριό, η Ειρήνη έδινε ακόμη και τις τελευταίες της δυνάμεις, τραβώντας τον πυρετό στις ίδιες της τις φλέβες. Ο Μαρκος Ο Μαρκος για πρώτη φορά φοβήθηκε, όχι για το χωριό, αλλά για εκείνη.
Για να την σώσει, έπρεπε να κάνει αυτό που πιο πολύ μισούσε να δώσει τη δύναμή του στη γη, να θρέψει τη γεμάτη πληγές θεραπεύτρια.
Όταν η Ειρήνη άνοιξε τα μάτια της, ο Μαρκος στεκόταν στο παράθυρο. Για πρώτη φορά, τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει, και στα χέρια του δεν λαμπύριζε πια φλόγα.
Γιατί; ψιθύρισε εκείνη.
Η αψιθιά είναι πικρή, Ειρήνη, απάντησε εκείνος, δίχως να γυρίσει. Μα χωρίς αυτή την πίκρα, κάθε γλύκα δεν είναι τίποτα, μόνο σκόνη. Διάλεξα εσένα, όχι την αιωνιότητα.
Έμειναν μαζί στην άκρη του δάσους. Εκείνη συνέχισε να θεραπεύει, εκείνος έμαθε να ακούει τον ψίθυρο των βοτάνων που πριν προσπερνούσε με δύναμη. Η αγάπη τους παρέμεινε δύσκολη, αγκάθια και πικράδα, σαν το άρωμα αψιθιάς στο σούρουπο. Κανένας τους δεν θα άλλαζε αυτή την πίκρα για το πιο γλυκό μέλι του κόσμου.
Έφτιαξαν το σπίτι τους στην παλιά ξύλινη καλύβα, στο άκρο της «Χαμένης Ραχούλας» σημείο που ούτε ξυλοκόποι ούτε κουτσομπόληδες πλησίαζαν.
Χωρίς πια τη δυνατότητα να καλεί αστραπές, ο Μαρκος ανακάλυψε το χάρισμα της «αίσθησης του μετάλλου». Έγινε σιδεράς. Αλλά όχι συνηθισμένος έφτιαχνε μαχαίρια που δεν έχαναν ποτέ τη κόψη τους και πεταλωμένες οινοποδιές που έφερναν τύχη. Κάθε χτύπημα του σφυριού αντηχούσε σαν ηχώ της παλιάς του οργής, μεταμορφωμένη στη δημιουργία. Αυτό έγινε η ζωή του.
Η Ειρήνη φύτεψε κήπο, όπου δίπλα-δίπλα μεγάλωναν το δηλητηριώδες ελλέβορος και το θεραπευτικό φασκόμηλο. Δεν φοβόταν πια τη σκοτεινιά του Μαρκου, γιατί ήξερε: το πιο γόνιμο χώμα είναι το μαύρο.
Η αγάπη τους δεν έγινε ποτέ «γλυκιά». Ήταν η ζωή δύο δυνατών χαρακτήρων, που σμίγανε σαν δυο πέτρινες μυλόπετρες.
Κάποιες φορές ο Μαρκος, από συνήθεια, προσπαθούσε να «κυριαρχήσει» στη ζωή. Όταν ξηρασία απειλούσε τον κήπο, καθόταν ώρες στην πόρτα, σφίγγοντας τα χέρια του λευκά, προσπαθώντας να πιέσει τη βροχή να έρθει.
Σταμάτα, έλεγε γλυκά η Ειρήνη, ακουμπώντας του το χέρι. Η γη δεν είναι σκλάβα. Ζήτησέ της, μην της διατάζεις.
Δεν ξέρω να ζητάω, μουρμούριζε εκείνος.
Μα ως το βράδυ κουβαλούσαν μαζί νερό απ τη μακρινή πηγή, και σ αυτό υπήρχε πιο πολύ μαγεία απ όλα τα ξόρκια του κόσμου.
Στην καλύβα τους συχνά έρχονταν «σκιές». Πότε πρώην μαθητές του Μαρκου, που ήθελαν να τον ξαναδούν μέλος του κύκλου των μάγων, πότε ασθενείς που η Ειρήνη δεν μπορούσε μόνη της να γιατρέψει.
Μια φορά ήρθε ο παλιός εχθρός του Μαρκου ένας μάγος με μαύρο χιτώνα.
Δεν ήρθε να σκοτώσει, αλλά να πάρει ό,τι ο Μαρκος «χρωστούσε» στη μαγεία. Ζήτησε τη φωνή της Ειρήνης, αντάλλαγμα για να επιστρέψει τις χαμένες δυνάμεις στον Μαρκο.
Ο Μαρκος κοίταξε τα γεμάτα κάλους χέρια του, ύστερα την Ειρήνη, που έβραζε εκείνη τη στιγμή αφέψημα αψιθιάς. Δεν ζήτησε βοήθεια τον κοίταζε με άμετρη εμπιστοσύνη.
Δύναμη αγορασμένη με τη σιωπή της αγαπημένης μου δεν είναι δύναμη, αλλά δουλεία, είπε ο Μαρκος.
Δεν χρησιμοποίησε ξόρκια. Πήρε απλά το σφυρί του και προχώρησε στην πόρτα. Λένε πως εκείνη τη νύχτα το δάσος έτρεμε όχι από ξόρκια, αλλά από τον ανθρώπινο θυμό ενός άνδρα που προστάτευε το σπίτι του. Η σκιά οπισθοχώρησε.
Γέρασαν όμορφα. Τα μαλλιά της Ειρήνης έγιναν λευκά σαν τα άνθη της κουτσουπιάς, ενώ η γενειάδα του Μαρκου γκρι σαν στάχτη.
Κάποιοι λένε, όταν ήρθε η ώρα τους, δεν πέθαναν χώρια. Απλά περπάτησαν βαθιά στο δάσος, την εποχή της ανθισμένης αψιθιάς. Στη θέση τους τώρα στέκονται δυο δέντρα: μια ισχυρή βελανιδιά με ρίζες βαθιά σε φλέβες μετάλλου, και μια τρυφερή ιτιά, αγκαλιάζοντας τον κορμό.
Αν κάποιος ταξιδιώτης κόψει φύλλο απ αυτή την ιτιά, θα νιώσει στα χείλη τη γνώριμη πίκρα εκείνη την πίκρα της αληθινής, όχι φανταστικής αγάπης, που νικά κάθε μαγείαΚι όταν ο άνεμος φυσούσε με δειλινό, οι πιο προσεκτικοί μπορούσαν να ακούσουν το θρόισμα των φύλλων να χαμηλώνει σε ψίθυρο. Εκεί, στα βάθη της Ραχούλας, ο χρόνος δούλευε αλλιώς κάθε πίκρα κι αγκαθιά είχε γίνει ρίζα, κάθε πληγή άνθος. Όσοι περνούσαν από τη σκιά της βελανιδιάς κι άγγιζαν τα καλάμια της ιτιάς, ένιωθαν βαρύ το έδαφος και γλύκα στον αέρα, σαν διάφανο αντίδοτο στη λησμονιά.
Κανείς δεν τόλμησε να πάρει ούτε φύλλο απ τα δέντρα. Λέγανε πως όταν η πανώλη ξαναγύρισε στην Καστάνια, οι θεραπευτές έβραζαν αψιθιά, αλλά με μια στάλα μέλι από την ιτιά. Κι όποιος ζητούσε δύναμη, πρόστρεχε στο γερασμένο σιδερά, που του έδειχνε πως ν ακούει το μέταλλο με σεβασμό.
Ένα ζευγάρι, πικρό κι αληθινό σαν το πρώτο ξύπνημα της άνοιξης, είχε αφήσει πίσω του αγάπη που ανάσαινε μέσα από ρίζες. Ό,τι κι αν έλεγαν οι γέροντες, κανένας δε φοβόταν πια την πίκρα της αψιθιάς. Δίπλα στην κάψα της, πάντα περίμενε το πιο παράξενο φως αυτή τη στίλβη που ζει μόνο εκεί που δυο καρδιές διάλεξαν να ζήσουν, κι ας ήταν το κόστος η ίδια η μαγεία.
Σε κάθε πέρασμα από εκείνο το μονοπάτι, σκύβεις να μυρίσεις, κι αν είσαι τυχερός, βρίσκεις την ανάσα τους πίκρα, μέλι, και μια υπόσχεση πως η αγάπη, κι αν δεν είναι εύκολη, είναι πάντα αρκετή.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓





