Ή τη μάνα, ή κανέναν
Δανάη, πρέπει να πάρουμε ένα ακόμα εισιτήριο για το θέατρο.
Η Δανάη σήκωσε τα μάτια απ το πιάτο της. Το δείπνο δεν είχε προλάβει καν να κρυώσει κι ο Μάριος ήδη καθόταν στο τραπέζι, αγκαλιά με το κινητό, πατώντας στην οθόνη με προσήλωση λες κι έλυνε κάποιο κρατικό ζήτημα.
Ακόμη ένα εισιτήριο; Περιμένεις και κάποιον άλλον μαζί μας;
Ο Μάριος δεν σήκωσε καν κεφάλι.
Η μαμά θέλει να έρθει πολύ. Της το είπα χθες και άναψε ενθουσιασμένη.
Η Δανάη ακούμπησε προσεκτικά το πιρούνι στην άκρη του πιάτου, σηκώθηκε και γύρισε προς τον πάγκο υποτίθεται για ένα ποτήρι νερό. Το πρόσωπό της παραμορφώθηκε αθέλητα ούτε που προσπάθησε να το ελέγξει. Μόνο να μην το πάρει χαμπάρι ο Μάριος, γιατί να εξηγεί τι φταίει δεν είχε πλέον ούτε διάθεση ούτε κουράγιο…
Έτσι είναι. Η μαμά θέλει. Πάντα ήθελε η κ. Στέλλα.
Η Δανάη στεκόταν στο νεροχύτη, γεμίζοντας αργά το ποτήρι με νερό, κι απ το μυαλό της πέρασαν οι φωτογραφίες του γάμου της. Όλες οι διακόσιες σαράντα, που τους παρέδωσε ο φωτογράφος σ ένα φλασάκι, δεμένο μ όμορφη κορδέλα. Έτρωγε τρία βράδια να τις ξεδιαλέξει, μπας και βρει μία μόλις μία όπου να είναι μ τον Μάριο μόνοι τους. Μόνοι, χωρίς συγγενείς και καλεσμένους. Δεν βρήκε καμία.
Σε κάθε καρέ, πάντα κάπου η κυρία Στέλλα πότε ισιώνει τη γραβάτα του γιού της, πότε τον αγκαλιάζει απ τους ώμους, πότε στέκεται ακριβώς στη μέση του ζευγαριού, χαμογελώντας στην κάμερα σαν να πρόκειται για τη δική της γιορτή. Τότε της φάνηκε τυχαίο, πως έτσι επέλεξε ο φωτογράφος τη γωνία. Τώρα πια δεν πίστευε σε τέτοια.
Απ την πρώτη μέρα η πεθερά της φερόταν λες και η Δανάη δεν ήταν γυναίκα του Μάριου, αλλά συγκάτοικος που την έβαλαν προσωρινά. Το σπίτι, μάλιστα, ήταν της Δανάης το είχε αγοράσει με δικά της χρήματα. Η κ. Στέλλα όμως ερχόταν όποτε ήθελε, χωρίς προειδοποίηση, φορτωμένη άποψη για τα πάντα. Οι κουρτίνες δεν της άρεσαν, η κατσαρόλα λάθος, το κρέας αλμυρό, ο Μάριος αδυνατισμένος, χλωμός, τρώει λίγο.
Η Δανάη ήπιε μια γουλιά νερό και ξανάβαλε το ποτήρι στον πάγκο…
Κάθε έξοδος τα ίδια. Σινεμά τον περασμένο μήνα; Κι οι τρεις. Παγοδρόμιο στις γιορτές; Οι τρεις. Ακόμα και στην μικρή καφετέρια στην Ερμού, που τόσο ήθελε να πάνε μόνοι να καθίσουν ήσυχα, να μιλήσουν. Ο Μάριος φώναξε τη μητέρα του, που ήρθε, κάθησε ανάμεσά τους στο μικρό τραπέζι, πήρε τσάι με λεμόνι κι άρχισε να μιλάει για την πίεση και τη γειτόνισσα που της πλημμύρισε το ταβάνι…
Το θέατρο το διάλεξαν προσεκτικά. Η Δανάη το περίμενε ενάμισι μήνα, βρήκε εισιτήρια στις καλές θέσεις, τρίτη σειρά πλατεία. Εκείνο θα ήταν το δικό τους βράδυ, μόνο για εκείνους.
Δανάη, γιατί δεν μιλάς;
Ο Μάριος επιτέλους σήκωσε το βλέμμα.
Να καταλάβεις, η μαμά νιώθει πολύ μόνη είπε, και το είπε τόσο στερεότυπα, που η Δανάη σκέφτηκε: άραγε ο ίδιος το καταλαβαίνει πόσο το επαναλαμβάνει;
Η Δανάη τον κοίταξε και του έγνεψε.
Εντάξει, πάρε ακόμα ένα.
Τι άλλο να πει; Το χε ξαναδοκιμάσει να μιλήσει, μα κάθε φορά ο Μάριος θύμωνε, ξέκοβε το διάλογο, και την άλλη μέρα η κ. Στέλλα τηλεφωνούσε και με ύφος αγανακτισμένης ρωτούσε αν όλα είναι καλά. Ένας φαύλος κύκλος, όπου η Δανάη σταμάτησε από καιρό να ψάχνει διέξοδο.
Ο Μάριος ευχαριστήθηκε κι έπεσε πάλι με τα μούτρα στο κινητό του…
…Η τρίτη σειρά όντως φανταστική η Δανάη δεν είχε ξοδέψει τσάμπα τα ευρώ. Έβλεπες τέλεια τη σκηνή, μέχρι και τις σκιές στα πρόσωπα των ηθοποιών. Μόνο που χρειάστηκε να το απολαύσει μόνη, αφού ο Μάριος έδωσε όλη του την προσοχή στη μάνα του και γύρισε την πλάτη στη γυναίκα του.
Η κυρία Στέλλα κάθισε δίπλα στο γιο της, άνοιξαν το πρόγραμμα, μίλησαν για το φουαγιέ, για γνωστούς και αγνώστους που τάχα είδε στο βεστιάριο. Η Δανάη, αριστερά, κοιτούσε τη σκηνή πριν καν αρχίσει η παράσταση. Στο διάλειμμα, ο Μάριος πήγε τη μάνα του στο μπουφέ κανείς δεν πρότεινε να πάνε μαζί κι η Δανάη δεν ήθελε να παρακαλέσει. Γύρισαν πίσω με την κυρία Στέλλα να περιγράφει στον γιο της τον πρώτο άκτο λες και εκείνος ήταν σε άλλο θέατρο. Η Δανάη ξεφύλλιζε το πρόγραμμα και σκεφτόταν πόσα άξιζαν τα ευρώ της για αυτήν την τρίτη σειρά.
Η επιστροφή πάλι οι τρεις. Πρώτα άφησαν την κυρία Στέλλα σπίτι, η Δανάη δέκα λεπτά καθόταν με τα κλειδιά στο χέρι όσο ο Μάριος βοηθούσε με την πόρτα, άκουγε εκεί στην είσοδο τα νέα. Στο τέλος μπήκε στο αμάξι, ολοφάνερα ευχαριστημένος.
Όλα πήγαν τέλεια, έτσι;
Η Δανάη έγνεψε και γύρισε στο παράθυρο. Διάθεση για λόγια δεν είχε, κι επικαλέστηκε την κούραση, αν και για ύπνο δεν ένιωθε. Να συζητάνε εκείνο το βράδυ της φαινόταν ανώφελο, αφού ό,τι κι αν πει θα χάνονταν στο κενό.
Οι δυο επόμενοι μήνες κύλησαν ακριβώς όπως περίμενε. Η κυρία Στέλλα ερχόταν συχνότερα, ο Μάριος αφιέρωνε όλο και περισσότερο χρόνο στη μητέρα του κι η Δανάη έμενε όλο και πιο συχνά μόνη στο ίδιο της το σπίτι, ακούγοντας τα γέλια τους απ την κουζίνα. Δείπνα για δύο σπάνιζαν, τα σαββατιάτικα ήταν μάλλον υποχρεωτικές επισκέψεις στη Στέλλα ή άλλη έξοδος όλοι μαζί. Η Δανάη έμπαινε για ύπνο νωρίς, και ξυπνούσε κάθε πρωί με μια βαριά αίσθηση στα πλευρά μια συνήθεια πια.
…Στα μέσα Μαρτίου στη δουλειά της έδωσαν ένα σημαντικό μπόνους. Η Δανάη το σκεφτόταν τρεις μέρες πριν το αποφασίσει. Δεκαπέντε μέρες στη Ρόδο, ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων, όλα πληρωμένα. Θάλασσα, ήλιος, καλές κριτικές. Έψαχνε το πακέτο για μια βδομάδα ολόκληρη, διάβαζε σχόλια online, κοίταζε αποστάσεις από την παραλία. Ήθελε να τους δώσει μία νέα αρχή, να μείνουν επιτέλους οι δυο τους, να θυμηθούν πώς είναι να είσαι ζευγάρι.
Μάριε, μας έκλεισα διακοπές! είπε ένα βράδυ στο δείπνο, αφήνοντας μπροστά του την εκτύπωση της κράτησης. Ρόδος, δεκαπέντε μέρες, Ιούνιο. Θάλασσα, παραλία, όλα μέσα. Όλο το μπόνους το έδωσα, αλλά άξιζε.
Ο Μάριος πήρε την εκτύπωση, την κοίταξε, αχνοχαμογέλασε και έγνεψε.
Τέλεια, Δανάη, πολύ ωραία.
Η Δανάη ανάσαινε ήσυχη εκείνο το βράδυ. Ίσως δεν χάθηκε ακόμα, ίσως αυτό το ταξίδι θα τους έκανε καλό. Κοιμήθηκε πιο γαλήνια από πολλές άλλες βραδιές.
Μα την επομένη, ο Μάριος γύρισε μετά τη δουλειά, περίμενε να σερβίρει και, ανέμελος ανάμεσα στη σαλάτα και στο δεύτερο μπιφτέκι, της είπε:
Δανάη, το είπα στη μαμά για τη Ρόδο. Θέλει να έρθει κι εκείνη. Μπορείς να βγάλεις άλλο ένα εισιτήριο;
Το πιρούνι έμεινε μετέωρο. Η Δανάη το άφησε αργά πίσω κι ατένισε τον άντρα της, να δει μήπως αστειεύεται ή αν πραγματικά δεν καταλαβαίνει τι είπε μόλις.
Αυτή τη φορά η Δανάη δεν σωπαίνει.
Όχι, Μάριε. Δεν θα πάω διακοπές με τη μάνα σου.
Ο Μάριος την κοίταξε σαστισμένος, σαν να άκουσε βρισιά μες στην εκκλησία.
Μα γιατί; Θα είναι μόνη στης, τρία καλοκαίρια να δει θάλασσα Τι σου κοστίζει;
Η Δανάη στάθηκε στο παράθυρο, πίεσε τα χέρια στον πάγκο μέχρι να ασπρίσουν οι αρθρώσεις. Κάτι βράζει μέσα της, κάτι που για μήνες καταπίνει και τώρα ανέβηκε στον λαιμό.
Άς πάει με τις φίλες της! Έχει πέντε, Μάριε! Πέντε κολλητές που κάθε εβδομάδα της πίνουν καφέ στο σπίτι! Να πάει μ αυτές και να μας αφήσει λίγο στην ησυχία μας!
Δανάη, είναι μάνα μου, τι
Το ξέρω πολύ καλά πως είναι μάνα σου! γύρισε και τον κοίταξε σταθερά, σπάζοντας τη σιγή που ερήμωσε για μήνες. Γιατί βρίσκεται στη ζωή μας εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο! Κινηματογράφος μαζί, παγοδρόμιο μαζί, θέατρο μαζί, βραδινά μαζί! Δεν αντέχω άλλο να είμαι η δεύτερη γυναίκα σ αυτό το σπίτι, το καταλαβαίνεις;
Ο Μάριος έσπρωξε το πιάτο και στάθηκε απέναντί της με σταυρωμένα χέρια.
Είσαι ψυχρή, Δανάη. Δεν καταλαβαίνεις πώς είναι να είσαι μόνος.
Όχι, δεν καταλαβαίνω. Και ούτε είμαι υποχρεωμένη! Είσαι ο άνδρας μου! Θέλω να πάμε επιτέλους τις διακοπές που μας αξίζουν, να είμαστε μόνοι! Όχι να καθόμαστε στην παραλία και να κουβεντιάζετε με τη μάνα σου για χαμηλή πίεση, ενώ εγώ δεν ενδιαφέρω για κανέναν!
Ο Μάριος μισόκλεισε τα μάτια και έκανε ένα βήμα πίσω.
Κατάλαβέ το: ή πάει η μάνα μαζί μας ή δεν πάω καθόλου.
Η Δανάη έμεινε ακίνητη, τον κοίταξε καλά, και κάτι μέσα της έσπασε αθόρυβα, οριστικά.
Ωραία, τότε θα πάω εγώ μόνη.
Πέρασε μπροστά απ τον Μάριο και μπήκε στο υπνοδωμάτιο, τράβηξε τη βαλίτσα κάτω απ το κρεβάτι και την πέταξε πάνω στο κρεβάτι. Ο Μάριος εμφανίστηκε στο κατώφλι σε δευτερόλεπτα.
Δανάη, τι κάνεις; Σταμάτα, να μιλήσουμε σαν άνθρωποι.
Όλο μιλάμε σαν άνθρωποι, Μάριε, και πάντα το θέμα καταλήγει στη μάνα σου. Πήρε το φόρεμα απ τη ντουλάπα και το τακτοποίησε προσεκτικά. Θα ζητήσω διαζύγιο. Δεν αντέχω άλλο να ζω τρεις σε μια σχέση όπου περισσεύω εγώ.
Ο Μάριος σώπασε, έγειρε στο κάσωμα, και φάνηκε στα μάτια του ότι τώρα επιτέλους το κατάλαβε η Δανάη δεν καβγαδίζει, το εννοεί.
…Δυο μήνες αργότερα, η Δανάη ξάπλωνε σε μια ξαπλώστρα στην αυλή ενός ξενοδοχείου στη Ρόδο, εκείνου ακριβώς που διάλεξε από τα σχόλια και τις φωτογραφίες. Ο ήλιος ζέσταινε τους ώμους της, η αύρα από τη θάλασσα ήταν ζεστή, αλμυρή, και το παγωμένο μοχίτο στο χέρι της έσταζε σταγόνες στο ποτήρι. Κανείς δεν μιλούσε για πίεση, δεν γκρίνιαζε για ρεύματα, δεν ανέφερε τηλεφωνήματα γειτόνισσας. Κανείς δίπλα της, κι αυτό ήταν υπέροχο. Η Δανάη ήπιε μια γουλιά, έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε πως έπρεπε να το είχε τελειώσει όλα αυτά πολύ νωρίτερα να μην έχει χαραμίσει δύο χρόνια για έναν άνθρωπο που δεν ήθελε ποτέ να μεγαλώσει.






