«Έλα, ποιος μας έρχεται χωρίς να τον περιμένουμε!» φώναξε ο Δημήτρης Πετρόπουλος. «Μπορείς να γυρίσεις πίσω από όπου ήρθες!» «Μπαμπά, τι συμβαίνει;»
«Μπαμπά, τι συμβαίνει;» είπε ο Ανδρέας με έκπληξη. «Είναι είκοσι χρόνια που δεν ήμουν σπίτι, και αυτή είναι η υποδοχή μου;»
«Αν εξαρτιόταν από μένα, θα σε χαιρετούσα με τη ζώνη μου!» ο Δημήτρης έπιασε τη ζώνη του. «Αλλά δεν πειράζει! Θα το διορθώσουμε τώρα!»
«Ε, πιο ήρεμα!» ο Ανδρέας υποχώρησε. «Δεν είμαι πέντε χρονών, μπορώ και να ανταποδώσω!»
«Να τη η φύση σου!» είπε ο Δημήτρης με θυμό, χωρίς να βγάλει τη ζώνη. «Να επιτίθεσαι στους αδύναμους, να τρέχεις από τους δυνατούς, να εξαπατάς τους καλούς και να υπηρετείς τους κακούς!»
«Καλά, γιατί θυμώνεις τόσο; Και με τι με κατηγορείς;» ο Ανδρέας σήκωσε τους ώμους. «Αν είχα κάνει κάποιο λάθος, έχουν περάσει είκοσι χρόνια! Θα έπρεπε να ξεχαστεί!»
«Εύκολα τα λες όταν εσύ είσαι ο ένοχος! Φυσικά και θέλεις όλοι να σε συγχωρέσουν! Εγώ όμως δεν έχω συγχώρεση για σένα!» δήλωσε ο Δημήτρης.
«Και τι ακριβώς σας έχω κάνει; Στο σχολείο σκεφτόμουν συνέχεια, γιατί με έχετε βγάλει προδότη και μου απαγορεύετε να γυρίσω σπίτι! Και στα γράμματά μου ποτέ δεν απαντήσατε! Κι όμως έγραφα!»
«Και δεν ξέρεις;» ρώτησε ο Δημήτρης με ειρωνεία.
Ο Ανδρέας έδειχνε με όλη του τη στάση ότι δεν κατάλαβε και ήθελε να διευκρινίσει, αλλά στο θόρυβο της διαμάχης βγήκε η μητέρα.
«Μη με μπλέκετε!» φώναξε η Μαρία Μιχαλοπούλου. «Το κακό μας έφερε! Δώστου, Δημήτρη, να φύγει! Ντροπή στα γεράματα μας!»
Η έκπληξη του Ανδρέα ήταν τόσο μεγάλη που έμεινε σαν άγαλμα από πέτρα. Η μητέρα του πρόσθεσε:
«Αν είχα τη δύναμη, θα σε είχα σκοτώσει! Όλες μου οι δυνάμεις θα τις έδινα γι αυτό! Μα βλέπω ο Θεός σημαδεύει τους παλιάνθρωπους!» Έδειξε το μπλε ματό του Ανδρέα.
«Καλά τον έβαλε κάποιος!» χαμογέλασε ο Δημήτρης. «Θα του σφίγγα το χέρι!»
«Μπαμπάδες, τι γίνεται;» φώναξε ο Ανδρέας. «Τρελαθήκατε τελείως; Είναι είκοσι χρόνια που δεν με βλέπετε! Γιατί αυτή η υποδοχή;»
«Ποιος σε έφερε εδώ;» ρώτησε ο Δημήτρης. «Τώρα θα σε διώξουμε, και σε εκείνο




