Σήμερα είναι μια από онези μέρες που αναλογίζομαι τα περασμένα και γράφω για να βάλω τις σκέψεις μου σε μια τάξη. Όλα ξεκίνησαν χρόνια πριν, όταν ακόμα ήμουν γερός και μερακλής στη δουλειά. Η ζωή μου κύλησε αλλιώς: με άρβυλα γεμάτα ασβέστη, τα χέρια πάντα σκασμένα απ την λάσπη και τη μαστοριάμπετόν, τούβλα, σοβάδες, κεραμίδια. Σε αυτά πάντα ήμουν άσος.
Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που η αγαπημένη μου σύζυγος, η Ειρήνη, άφησε αυτόν τον κόσμο. Θυμάμαι ακόμα καθαρά σαν να ήταν χθες τη μέρα που στεκόμουν μπροστά στον τάφο της. Εκεί, της έδωσα μια υπόσχεση: να φτιάξω ένα μεγάλο σπίτι όπου τα παιδιά μας, τα μελλοντικά εγγόνια, όλοι μας, θα ζούσαμε ενωμένοι, χωρίς να μας φάει η ξενιτιά ή η μοναξιά.
Δεν σταμάτησα ούτε μέρα. Ξημερώματα, σούρουπα, Κυριακές και αργίεςόλες μου οι οικονομίες, κάθε ευρώ μου, έμπαινε στο έργο αυτό. Όλη η γειτονιά γνώριζε τον «Παππού που χτίζει μόνος του τετραώροφο στην Ηλιούπολη».
Όταν το σπίτι ολοκληρώθηκε, μοίρασα από έναν όροφο στα παιδιά μου. Ο Κώστας πήρε το ισόγειο, ήσυχο και δροσερό, η Δάφνη τον πρώτο όροφο και ο Σταμάτης τον δεύτερο με θέα. Εγώ κράτησα το μικρό διαμέρισμα στο πιο χαμηλό επίπεδο, ακριβώς δίπλα στον κήπο μου με τη λεμονιά που τόσο αγαπούσα.
Την πρώτη μέρα που τους έδωσα τα κλειδιά ακόμα θυμάμαι το σφιχτό αγκάλιασμα, τα δάκρυα στα μάτια τους«Μπαμπά, ποτέ δε θα είσαι μόνος». Ήταν λόγια που μου γλύκαναν την καρδιά.
Τα πρώτα χρόνια ήμασταν σαν πανηγύρι. Σαββατοκύριακα γεμάτα φωνές, γέλια, τις μυρωδιές από παστίτσιο να βγαίνουν από κάθε κουζίνα. Έτρωγα κάτω από τη μουριά και έλεγα μέσα μου ευχαριστώ στον Θεό.
Η ζωή όμως δεν μένει ίδια. Μέχρι κι η πέτρα αλλάζει σχήμα με τα χρόνια. Σιγά-σιγά, σχεδόν αθόρυβα, όλα άρχισαν να μεταμορφώνονται.
Μια βραδιά ο Κώστας μου ζήτησε να μείνω στο δωμάτιο γιατί είχε φίλους και δεν ήθελε να «κουραστώ». Η Δάφνη μού είπε να κλείνω τα χάπια γιατί η μυρωδιά τους την ενοχλούσε. Ο Σταμάτης μου παρακάλεσε να μαγειρεύω μόνο κάτω στη μικρή κουζίνα, γιατί στον όροφό του τραβούσε βίντεο και χρειαζόταν «χώρο».
Κανένας τους δεν ήταν αγενής. Όμως τα λόγια τους βάραιναν σαν τα παλιά δοκάρια της στέγηςστην αρχή λίγο, μετά όλο και περισσότερο.
Όταν πήγαινα να κάτσω λίγο στο σαλονάκι, βλέπαμε όλοι τις ελληνικές σειρές κι εγώ ήμουν «ξένο σώμα». Αν φρόντιζα τον κήπο, μου ζητούσαν να προσέχω. Άμα έπιανα τα εργαλεία να φτιάξω κάτι που εγώ είχα χτίσει, μου έλεγαν να αφήσω τον μάστορα.
Σταδιακά έγινα ένας επισκέπτης στο δικό μου σπίτι. Έτρωγα μόνος μου κάτω, με τα φώτα σβηστά, ακούγοντας από πάνω τα παιδιά μου να γελούν, να μιλούν, να ζουν.
Όλα άλλαξαν οριστικά ένα βράδυτη μέρα των γενεθλίων μου. Κανείς δεν θυμήθηκε. Κατέβηκα να πιω λίγο νερό και άκουσα τα παιδιά μου να συζητούν για αλλαγές. Θέλανε, λέει, να ανοίξουν το ισόγειο για γυμναστήριο, να βρουν για μένα ένα «ήσυχο μέρος» όπου θα με φροντίζουν καλύτερα.
Ο τρόπος τους δεν ήταν σκληρός. Ήταν ψυχρός. Και αυτό με πόνεσε περισσότερο απ όλα.
Συνειδητοποίησα πως αυτοί για τους οποίους θυσίασα όλη μου τη ζωή, τώρα με έβλεπαν σαν ένα πρόβλημα που χρειαζόταν λύση. Σαν τη σκιά που μακρόστενα σέρνεται και δεν ξέρεις πώς να την ξεφορτωθείς.
Το επόμενο πρωί φόρεσα το καλό μου κοστούμι. Πήρα μαζί μου όλα όσα είχαν αξίατους τίτλους ιδιοκτησίας. Ποτέ δεν τους τα είχα χαρίσει επισήμως.
Πήγα σε μια μεγάλη εταιρεία ανάπτυξης ακινήτων στο Κολωνάκι, είχαν δείξει ενδιαφέρον εδώ και καιρό. Μου έκαναν καλή εκτίμηση, είδαν τα σχέδια και πρότειναν ένα ποσό με άνεσηαρκετά ευρώ ώστε να ζήσω με αξιοπρέπεια και ησυχία.
Τα δέχτηκα.
Την ίδια μέρα τα χρήματα μπήκαν στον λογαριασμό μου. Πήρα μεταφορική, έκλεισα ότι χρειαζόμουντις φωτογραφίες της Ειρήνης, τα εργαλεία μου, μερικά ρούχα, τα βιβλία μου. Τίποτα παραπάνω.
Όταν γύρισαν το βραδάκι, με βρήκαν στο σαλόνι, στο χώρο που αλλιώς ήταν «απαγορευμένος» εδώ και χρόνια. Εγώ ψύχραιμος, με τη βαλίτσα δίπλα μου.
Με κοίταξαν απορημένοι. Με ρώτησαν τι κάνω εκεί.
Ήρεμα τους είπα το νέο: ότι αποφάσισα να πουλήσω το σπίτι και ότι πρέπει να φύγουν, γιατί οι νέοι ιδιοκτήτες θα κάνουν έργα σύντομα. Χωρίς φωνές, χωρίς κατηγόριες. Μόνο την αλήθεια.
Σοκαρίστηκαν όλοι. Με ρώτησαν το γιατί, πού θα πάω, πώς τα κατάφερα.
Απάντησα πως ο κάθε άνθρωπος αξίζει να ζει εκεί που τον σέβονται. Πως δεν τους κρατάω κακία, αλλά πως κατάλαβα ότι πια στα μάτια τους ήμουν το εμπόδιο στα όνειρά τους. Και πως είναι καιρός ο καθένας να τραβήξει τον δικό του δρόμο.
Σηκώθηκα, πήρα το βαλιτσάκι μου και έφυγα.
Τώρα μένω σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Καλλιθέα, κοντά στη θάλασσα. Ξυπνάω με τον ήλιο να λούζει τα κυκλαδίτικα χρώματα, με φρέσκο αέρα και μια ησυχία που έχω να αισθανθώ χρόνια.
Ναι, μου λείπουν στιγμές. Μου λείπει η φασαρία των παιδιών, μου λείπει το σπίτι που έφτιαξα με μεράκι. Όμως δεν μου λείπει καθόλου το συναίσθημα της αορατότητας σε ένα σπίτι που υποτίθεται ήταν «για όλους».
Καμιά φορά πρέπει να φεύγειςnot γιατί παρατάς τους άλλους, αλλά γιατί, για πρώτη φορά, διαλέγεις τον εαυτό σου.





