Κάτι τέτοια συμβαίνουν
Τον Χρήστο, οι γονείς του τον περίμεναν με πολλή αγωνία. Όμως η εγκυμοσύνη της Κατερίνας ήταν δύσκολη κι ο μικρός γεννήθηκε πρόωρα. Έμεινε στην εντατική σε θερμοκοιτίδα. Πολλά του όργανα δεν είχαν αναπτυχθεί αρκετά. Από την αρχή διασωληνωμένος. Δύο χειρουργεία. Αποκόλληση αμφιβληστροειδούς. Δυο φορές μπήκα να τον χαιρετήσω όπως πίστευαν ότι δεν θα τα καταφέρει. Αλλά ο Χρήστος τα κατάφερε.
Σύντομα κατάλαβαν πως δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου και άκουγε ελάχιστα. Το σώμα του σιγά σιγά δυνάμωνε κάθισε αργά, έπιασε παιχνίδι, ύστερα άρχισε να στηρίζεται και να περπατάει αγκαλιάζοντας τα έπιπλα. Όμως πνευματικά δεν υπήρχε πρόοδος. Στην αρχή ήλπιζαν παλεύαμε μαζί, αλλά ο πατέρας του, ο Γιάννης, σταδιακά απομακρύνθηκε, και η Κατερίνα έμεινε μόνη να αγωνίζεται.
Βρήκε μια επιδότηση του ΕΟΠΥΥ, το παιδί πέρασε τεστ, κι έτσι στα τρίαμισι του τοποθέτησαν κοχλιακά εμφυτεύματα. Ακούει πλέον αλλά δε βλέπαμε και διαφορά στην εξέλιξη. Δέκαδες ραντεβού: ειδική παιδαγωγός, λογοθεραπεύτρια, παιδοψυχολόγοι. Η Κατερίνα έφερνε τον Χρήστο και σε εμένα αρκετές φορές.
Πρότεινα διάφορα, αυτή δοκίμαζε ό,τι μπορούσε, μα τίποτα. Ο Χρήστος καθόταν στο πάρκο του σπιτιού και γύριζε στα χέρια του ένα πραγματάκι. Χτυπούσε κάτω, δάγκωνε τα χέρια του. Καμιά φορά ούρλιαζεείτε μονότονα είτε περίεργα, λες και τραγουδούσε. Η Κατερίνα έλεγε πως ο Χρήστος την καταλαβαίνει, τη φωνάζει με κάποιο δικό τους ήχο και του αρέσει όταν του ξύνει την πλατούλα και τα πόδια.
Κάποια στιγμή, ένας ηλικιωμένος ψυχίατρος της είπε ωμά: «Τι διάγνωση να σου πω πια; Στην ουσία είναι λαχανικό. Ή παραδίνεις το παιδί σε ίδρυμα, ή απλώς το μεγαλώνεις όπως έχεις μάθει. Εγώ προκοπή μεγάλη δεν βλέπω, και το να θάβεσαι δίπλα στο πάρκο του, δεν βγάζει πουθενά». Μόνο αυτός μίλησε τόσο ξεκάθαρα ποτέ. Η Κατερίνα έβαλε τον Χρήστο σε ειδικό νηπιαγωγείο και γύρισε στη δουλειά.
Κάποιο καιρό μετά αγόρασε μηχανή πάντα το ήθελε. Με τη λέσχη μοτοσικλετιστών καβάλησε τους δρόμους της Αθήνας και της εξοχής όταν μούγκριζε η μηχανή, όλα ξεχνιόντουσαν. Ο Γιάννης έστελνε διατροφή, κι εκείνη ξόδευε τα ευρώ όλα σε βοηθούς για τα σαββατοκύριακα: ο Χρήστος ήταν μάλλον εύκολος, αν συνήθιζες τις φωνές του. Μια μέρα ένας της παρέας, ο Στέλιος, της είπε: «Ξέρεις, κάτι νιώθω για σένα, σε βρίσκω λίγο τραγικά γοητευτική».
«Θες να σου δείξω;» του είπε η Κατερίνα.
Χαμογέλασε πονηρά, νομίζοντας πως τον καλεί σπίτι για… άλλα. Εκείνη του έδειξε τον Χρήστο. Ο μικρός ήταν ανήσυχος και τραγουδούσε με τον τρόπο του.
«Ε, παναγία μου!» είπε ο Στέλιος.
«Κι εσύ τι νόμιζες;» του πέταξε η Κατερίνα.
Τελικά, άρχισαν να συζούν. Ο Στέλιος δεν πλησίαζε τον Χρήστο, και το είχαν συμφωνήσει από πριν ούτε η Κατερίνα ήθελε. Μετά από λίγο ο Στέλιος πρότεινε: «Να κάνουμε παιδί;» Η Κατερίνα τον έκοψε απότομα: «Κι αν γεννηθεί όπως ο Χρήστος; Τι θα κάνεις;» Ο Στέλιος σώπασε περίπου για ένα χρόνο, αλλά ξανάφερε την κουβέντα.
Γεννήθηκε ο Μανώλης. Απόλυτα υγιής. Ο Στέλιος πρότεινε: «Μήπως να δώσουμε τον Χρήστο σε ίδρυμα, αφού έχουμε κανονικό παιδί τώρα;» Η Κατερίνα τον απείλησε: «Καλύτερα να δώσω εσένα!» Ο Στέλιος έκανε πίσω.
Ο Μανώλης ανακάλυψε τον Χρήστο όταν άρχισε να μπουσουλάει, περίπου εννιά μηνών. Του κίνησε μεγάλη περιέργεια. Ο Στέλιος ανησυχούσε: «Κράτα το μικρό μακριά, δεν ξέρεις μην πάθει τίποτα». Αλλά πάντα δούλευε ή έλειπε με τη μηχανή, κι η Κατερίνα άφηνε τα παιδιά μαζί. Όταν ο Μανώλης ήταν δίπλα του, ο Χρήστος δεν φώναζε ποτέ. Ίσα-ίσα, λες και περίμενε κάτι. Ο Μανώλης του έφερνε παιχνίδια, του έδειχνε πώς να παίζει, του κρατούσε τα δάχτυλα να μπει το τουβλάκι.
Ένα σαββατοκύριακο που ο Στέλιος ήταν άρρωστος και έμεινε στο σπίτι, είδε τον Μανώλη να περπατά αδύναμα και να μουρμουρά, ενώ πίσω του, κολλημένος, περπατούσε ο Χρήστος, που πάντα καθόταν σε μια γωνιά. Έγινε χαμός «Μην τον πλησιάζει, πρόσεχε το παιδί!» Η Κατερίνα του έδειξε την πόρτα. Τρόμαξε. Τα ξαναβρήκαν. Η Κατερίνα ήρθε να με δει:
«Καμιά φορά σκέφτομαι ο Στέλιος ξύλινος είναι, αλλά τον αγαπώ», μου είπε, «τρομερό δεν είναι;»
«Απόλυτο φυσικό, να αγαπάς το παιδί σου, άσχετα»
«Για τον Στέλιο το έλεγα». Και ο Χρήστος είναι επικίνδυνος για τον μικρό;»
«Φαίνεται ο οδηγός τους είναι ο Μανώλης, αλλά κράτα τους λίγο υπό έλεγχο». Έτσι κάναμε.
Στα ενάμιση, ο Μανώλης έμαθε στον Χρήστο να φτιάχνει πυραμίδες με κύβους. Ο ίδιος μιλούσε με προτάσεις, τραγουδούσε και έδειχνε παιχνίδια, όπως η κακιά η αλεπού που βράζει το ρεβύθι. Η Κατερίνα με ρώτησε: «Μήπως ο μικρός είναι ιδιοφυΐα; Ο Στέλιος άρχισε να σκάει από υπερηφάνεια, άλλοι τα μωράκια τους δεν μιλάνε καν ακόμα».
«Νομίζω οφείλεται στον Χρήστο», της είπα, «δε συναντάς συχνά παιδί να βοηθά άλλον να φτάσει εκεί».
«Αυτό θα του πω και εγώ, ξύλο με μάτια!» είπε γελώντας.
Τι οικογένεια σκεφτόμουν: ένα λαχανικό, ένα ξύλο, μια γυναίκα με μηχανή, κι ένα παιδί-θαύμα. Όταν ο Μανώλης έμαθε την τουαλέτα, πέρασε μισό χρόνο να μάθει τον αδερφό του! Η Κατερίνα ζήτησε από τον μικρό να μάθει στον Χρήστο φαγητό, νερό σε ποτήρι, να ντύνεται-ξεντύνεται.
Στα τριάμισι, ρώτησε ο Μανώλης: «Τι έχει ο Χρήστος;»
«Πρώτα απ όλα, δεν βλέπει», του λέει.
«Βλέπει», απαντά εκείνος. «Απλά δύσκολα. Αυτό βλέπει, εκείνο όχι. Αναλόγως φως καλύτερα στο μπάνιο κάτω από το φως του καθρέφτη βλέπει περισσότερο».
Η οφθαλμίατρος απόρησε όταν άκουσε τον τριάχρονο να εξηγεί το πρόβλημα του αδερφού του. Διέγνωσε σωστά και έδωσε θεραπεία με ειδικά γυαλιά.
Με το νηπιαγωγείο ο Μανώλης δεν τα πήγε καλά. «Αυτός να πάει σχολείο, όχι νηπιαγωγείο. Ξέρει περισσότερα απ όλους», παραπονέθηκε η νηπιαγωγός. Διαφώνησα με το να πάει νωρίς σχολείο. Προτιμούσα να ασχοληθεί εκείνος με τον αδερφό του και με δραστηριότητες. Ο Στέλιος ακόμα είπε: «Κάτσε μαζί τους στο σπίτι, τι να κάνει σε χαζονηπιαγωγείο;» Και: «Παρατήρησες ότι ο δικός σου δεν φώναξε εδώ και μήνες;»
Σε έξι μήνες, ο Χρήστος μίλησε: «Μαμά, μπαμπά, Μανώλη, δώσε, νερό, γάτα». Πήγαν σχολείο μαζί, κι ο Μανώλης έτρεμε, πώς θα τα βγάλει πέρα ο αδερφός του; Οι δάσκαλοι στης ειδικής όντως άξιοι. Μέχρι και τώρα, στην πέμπτη δημοτικού, ο Μανώλης πρώτα διαβάζει με τον Χρήστο και μετά το δικό του μάθημα.
Ο Χρήστος μιλά πια με απλές φράσεις, διαβάζει, χειρίζεται υπολογιστή. Λατρεύει να βοηθάει στο σπίτι (με οδηγό τη μαμά ή τον αδερφό του), να κάθεται στην αυλίτσα και να βλέπει/ακούει/μυρίζει τον κόσμο. Χαιρετά όλους τους γείτονες. Του αρέσει να φτιάχνει φιγούρες από πλαστελίνη, να συναρμολογεί, να αποσυναρμολογεί τουβλάκια.
Πιο πολύ απ όλα αγαπά όταν πηγαίνουμε όλη η οικογένεια βόλτα με τις μηχανέςwe εγώ με τη μαμά, ο Μανώλης με τον Στέλιο, και φωνάζουμε όλοι μαζί κάτι στην εξοχή, στον αέρα
Ένας καιρός πέρασε που νόμιζα πως από τη ζωή απλώς με παρέσυρε το ρεύμα. Σήμερα ξέρω πως καμιά φορά, εκεί που όλα μοιάζουν παρατημένα, μια οικογένεια φτιάχνεται ξανάμε τον πιο παράξενο τρόπο. Αυτό είναι το δικό μου μάθημα.


