Ο Νίκος έσκυψε πάνω στην Καλλιόπη, τη γέρικη ελληνική ποιμενική. Εκείνη τον κοίταξε με βλέμμα μοιραίας παραίτησης και γύρισε το κεφάλι της αλλού. Είχε πάψει να ελπίζει προ πολλού. Γνώριζε πολύ καλά τους ανθρώπους
Στην πλατεία, όλοι τους αποκαλούσαν απλά «η αγέλη». Ο Νίκος όμως, που ζούσε σε μια πολυκατοικία στα Πετράλωνα, πάντα διόρθωνε: «Δεν είναι συμμορία. Είναι πέντε σκυλιά που κρατιούνται μαζί για να επιβιώσουν».
Η αρχηγός ήταν πάντα η Καλλιόπη κάποτε σίγουρα κατοικίδιο, πιθανότατα εγκαταλειμμένη όταν οι παλιοί της ιδιοκτήτες μετακόμισαν, δίχως να κοιτάξουν πίσω. Αυτή οργάνωνε την μικρή τους οικογένεια, τους προστάτευε, τους κρατούσε ενωμένους.
Ο Νίκος τους τάιζε καθημερινά. Πρωί, πριν φύγει για τη δουλειά στον Πειραιά· βράδυ, μόλις γύριζε. Μόλις εμφανιζόταν, πέντε ουρές άλλες κυκλικά, άλλες χαμηλωμένες άρχιζαν να στροβιλίζονται σαν ανεμόμυλοι. Μια χαρά τόσο έντονη στα μάτια τους, που ράγιζε την καρδιά του. Πηδούσαν, έγλυφαν τα χέρια του, έσπρωχναν τις υγρές μυτούλες στα δάχτυλά του. Το βλέμμα τους έκρυβε ευγνωμοσύνη, εμπιστοσύνη, ελπίδα.
Τι μπορεί να ελπίζει ένα σκυλί που κάποτε το πέταξαν αβοήθητο στο δρόμο; Κι όμως, εκείνα ήλπιζαν, πίστευαν, αγαπούσαν. Γι’ αυτό ο Νίκος δεν πήγαινε ποτέ με άδεια χέρια πάντα τον περίμεναν κι πάντα τους περίμενε.
Ώσπου εκείνο το πρωί, μόνο τέσσερα σκυλιά πλησίασαν στα πόδια του, γοητεύοντάς τον με άγχος, θλιβερά να κοιτάζουν προς το τέλος της οδού Τρώων. Κατάλαβε αμέσως κάτι κακό είχε συμβεί.
Αναστέναξε βαριά κι άνοιξε το κινητό: ειδοποίησε το γραφείο πως θα καθυστερούσε.
Στο τέλος της μακριάς οδού, σε μια γειτονιά της Αθήνας, βρήκε την Καλλιόπη ξαπλωμένη κάτω από τα δέντρα. Ένα αυτοκίνητο την είχε χτυπήσει ο οδηγός πέρασε με ταχύτητα στη στροφή, όπως συμβαίνει συχνά.
Τα τέσσερα σκυλιά ωρύονταν θλιμμένα, κοιτάζοντάς τον στα μάτια ήταν ο μόνος άνθρωπος που εμπιστεύονταν.
Ο Νίκος έσκυψε πάνω στη γέρικη Καλλιόπη, που δάκρυζε. Εκείνη τον κοίταξε για λίγο, μα γύρισε πάλι το κεφάλι της. Η ελπίδα είχε σβηστεί πια. Η μόνη της ανησυχία ήταν τι θα γίνει με τα τέσσερα σκυλιά που προστάτευε.
„Πονάς πολύ;” ρώτησε μαλακά, κι άνοιξε ξανά το κινητό.
Εξασφάλισε άδεια από τη δουλειά, έφερε το αυτοκίνητό του και σήκωσε προσεκτικά την Καλλιόπη στο πίσω κάθισμα. Οι φίλες της πηδούσαν δίπλα, γλείφοντας τα χέρια του με ευγνωμοσύνη.
Στην κτηνιατρική κλινική του Κουκακίου, ο γιατρός την εξέτασε και αναστέναξε:
„Το καλύτερο θα ήταν η ευθανασία. Πολλά κατάγματα, λίγες πιθανότητες να ζήσει. Τα έξοδα είναι μεγάλα, πάνω από 700 ευρώ…”
„Υπάρχει έστω μια πιθανότητα;” ρώτησε ο Νίκος.
„Πάντα υπάρχει”, παραδέχτηκε ο γιατρός. „Αλλά θα πονάει. Υπάρχει νόημα;”
„Υπάρχει”, είπε ο Νίκος αποφασιστικά. „Για μένα, υπάρχει. Και για εκείνη. Και… την περιμένουν τέσσερα σκυλιά. Πώς να τα κοιτάξω στα μάτια αν δεν προσπαθήσω;”
Ο γιατρός τον κοίταξε μακρόσυρτα, και τελικά έγνεψε:
„Έχουμε δουλειά, λοιπόν.”
Μια εβδομάδα αργότερα, ο Νίκος πήρε την Καλλιόπη από την κλινική. Όλο αυτό το διάστημα, τα τέσσερα σκυλιά δεν έφυγαν στιγμή από την είσοδο του σπιτιού του. Όταν γύρισε, το γιορτινό τους γάβγισμα έκανε ακόμη και την τραυματισμένη Καλλιόπη να ανασηκώσει το κεφάλι της και να προσπαθήσει να γλείψει τις φίλες της.
Την έβαλε μέσα, και μετά βγήκε και μίλησε στα υπόλοιπα. Για το τι σημαίνει σπίτι: ευθύνη, κανόνες, περιορισμούς όχι πια αδέσποτη ζωή με ελευθερία αλλά και κινδύνους.
Τα σκυλιά κάθονταν ήσυχα, κοιτώντας τον με προσοχή. Ο Νίκος σταμάτησε, χαμογέλασε βαθιά:
„Λοιπόν, τι περιμένετε; Ελάτε μέσα.”
Και άνοιξε την αυλόπορτα.
Η Καλλιόπη ανάρρωνε γρήγορα. Πάντα προσπαθούσε να σηκωθεί για να βρει τις φίλες της, κι ο Νίκος την πρόσεχε σχολαστικά, μην κουραστεί. Μόλις κατάφερε να σταθεί στα πόδια της με αυτοπεποίθηση, της έβαλε έναν ξεχωριστό περιλαίμιο χρυσό, με ένα μικρό κουδουνάκι.
Τώρα ο Νίκος ξεκινά για δουλειά νωρίτερα. Περπατά στην μακριά άδεια οδό Τρώων, κρατώντας πέντε σκυλιά με λουριά: τέσσερα μικρά, ζωηρά, με κυκλικές ουρές, κι μία μεγάλη, γέρικη Καλλιόπη με χρυσό περιλαίμιο και κουδουνάκι.
Αν τους δείτε, θα καταλάβετε: πια έχουν σπίτι. Εκείνη έχει περιλαίμιο. Και η Καλλιόπη περπατά με το κεφάλι ψηλά.
Ίσως να μην καταλάβετε ποτέ δεν είχατε ποτέ κουδούνι στο περιλαίμιο σας. Μα για κάθε σκύλο, είναι ξεκάθαρο: έτσι περπατά αυτόν που όλοι σέβονται.
Έτσι πηγαίνουν: ένας άνθρωπος που δεν προσπέρασε, και πέντε σκυλιά που δεν έμαθαν να μισούν παρά το ανθρώπινο προδοσία.
Πηγαίνουν και χαίρονται. Σε τι; Ίσως ο ένας στον άλλον. Ίσως στον ήλιο της Αθήνας. Ίσως στην ίδια την αγάπη που δεν χάθηκε.
Κι αν κοιτάξεις στα μάτια όσων ελπίζουν, καταλαβαίνεις: όσο υπάρχουν τέτοια μάτια, τίποτα δεν έχει χαθεί.




