Εγώ έπλενα τα πιάτα, όταν ο άντρας μου μπήκε στην κουζίνα σχεδόν τρέχοντας, τη φωνή του να σπάει τη σιωπή. Πάλι η μάνα του. Πάλι αμφιβολία. Φτάνει πια.
Γιατί είπες στη μάνα μου περί χρημάτων;
Η Ελπίδα Μαυροειδή έπλενε την τελευταία πιατέλα όταν ο Γιάννης εισέβαλε στην κουζίνα. Και ήταν κυριολεκτικά εισβολή: δεν μπήκε, δεν έριξε μια ματιά, μπήκε ορμητικά το πρόσωπό του σφιγμένο, γροθιές σφιγμένες στο πλάι. Τινάχτηκε χαμηλώνοντας την πιατέλα πίσω στο σαπουνόνερο.
Τι; Γιάννη, τι έπαθες;
Όχι „τι έπαθες”! Πες μου τι πράγματα είναι αυτά!
Ο Γιάννης στεκόταν στο μέσον του δωματίου, το πουκάμισό του τσαλακωμένο, αν και μόλις το πρωί του το είχε σιδερώσει. Όταν νευρίαζε, ήταν πάντα έτσι: τιναζόταν, έκανε σπασμωδικές κινήσεις, πατούσε κάτω ανήσυχος.
Γύρισα τώρα από τη μάνα μου. Και μου είπε: Γιάννη, η γυναίκα σου κάτι έκανε με τα χρήματα που φυλάγατε για το αμάξι. Για πες μου, τι έγινε; Θα μου εξηγήσεις ή όχι;
Η Ελπίδα έκλεισε σιγά το νερό. Τα χέρια της ήταν μέσα στις κιτρινωπές λαστιχένιες γάντια, τα αφαίρεσε προσεκτικά, τακτοποίησε στην άκρη του νεροχύτη. Η καρδιά της χτυπούσε τώρα στον λαιμό, όχι στο στήθος.
Γιάννη, περίμενε. Ποια λεφτά; Για τι μιλάμε τώρα;
Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις! Μου είπε η μάνα μου πως τράβηξες μεγάλο ποσό. Από πού βρέθηκαν και πού πήγαν;
Από ποιο λογαριασμό;
Από την κάρτα μας!
Γιάννη, ηρέμησε και άκουσέ με.
Είμαι ήρεμος!
Το είπε τόσο δυνατά που τα πιάτα στο ράφι σχεδόν χτύπησαν μεταξύ τους. Η Ελπίδα τον κοίταξε. Ήταν κατακόκκινος, τα μάτια του καρφωμένα. Ήξερε αυτό το βλέμμα. Σπανίως το έβλεπε, αλλά το ήξερε και το φοβόταν.
Από τον λογαριασμό μας δεν έχω τραβήξει τίποτα. Αυτό πρώτον.
Τότε τι εννοεί η μάνα μου;
Η Ελπίδα στηρίχθηκε στον νεροχύτη. Έξω ήταν ηλιόλουστα, ένα ήσυχο κυριακάτικο μεσημέρι. Το πρωί σκεφτόταν για καινούριες κουρτίνες, λογάριαζε να μετακινήσει τη συρταριέρα προς το παράθυρο. Κι αυτό τώρα.
Ίσως η μητέρα σου παρεξήγησε κάτι, Γιάννη.
Η μάνα μου δεν μπερδεύει ποτέ τίποτα!
Όλοι οι άνθρωποι, Γιάννη, μπορεί να μπερδευτούν.
Μην τη βάζεις στο στόχαστρο! Είδε την κίνηση του λογαριασμού, είδε τα ποσά!
Τι κίνηση; Της έδειξες την εκτύπωση της τράπεζας;
Το είπε και το μετάνιωσε. Πάντα αγκάθι αυτή η συζήτηση. Η Μαρία Γιαμαρέλου, η πεθερά, χρόνια τώρα έπαιρνε όλες τις πληροφορίες για τα οικογενειακά τους, και ο Γιάννης το έβρισκε φυσιολογικό: μάνα του ήταν, όχι ξένη.
Δεν της έδειξα τίποτα. Της είπα δυο λόγια.
Δυο λόγια.
Ελπίδα, μην αλλάζεις θέμα! Από πού βρέθηκαν τα χρήματα στο λογαριασμό του πατέρα σου που είναι στο κινητό μου;
Τώρα κατάλαβε. Εντελώς. Η Ελπίδα πήρε ανάσα. Πλησίασε το τραπέζι, κάθισε στο σκαμπό.
Κάτσε κι εσύ, να μιλήσουμε πολιτισμένα.
Θα σταθώ.
Όπως θες. Λοιπόν, πέρυσι ο μπαμπάς αγόρασε αμάξι. Το ξέρεις.
Ποιο αμάξι;
Γιάννη, σου το είχα πει. Ο μπαμπάς ήθελε να πάρει ένα μεταχειρισμένο Peugeot για να πηγαινοέρχεται στο χωριό. Μένει μόνος του, λεωφορείο μία φορά την ημέρα και αν περάσει. Χωρίς ρόδες μένει εντελώς.
Και;
Ο μπαμπάς δεν ασχολείται με apps και κάρτες. Τα φοβάται αυτά. Ξέρεις πώς είναι οι παλιοί. Μου είπε „μόνο μετρητά, για να είμαι ήσυχος”. Του εξήγησα ότι ο πωλητής ήθελε έμβασμα. Έφερε μετρητά σε μένα, τα έβαλα στην κάρτα μου και έκανα τη μεταφορά. Αυτό όλο και όλο.
Ο Γιάννης έμεινε σιωπηλός.
Δικά του χρήματα, Γιάννη. Δεν είναι δικά μας. Μου έδωσε τα μετρητά, έκανα τη μεταφορά. Δεν έβγαλα τίποτα από τις οικονομίες μας.
Γιατί δεν το είπες σε μένα;
Είναι θέμα του πατέρα μου. Να λογοδοτήσω για κάθε του κίνηση;
Όταν περνάνε ξένα χρήματα από το λογαριασμό μας, πρέπει να το ξέρω!
Δεν είναι ξένα. Δικός μου πατέρας.
Εξακολουθούν να μην είναι δικά μας! Εγώ τι είμαι τότε σε αυτό το σπίτι;
Η λέξη „τι” αιωρήθηκε ανάμεσά τους. Τον κοίταξε για ώρα χωρίς να μιλά. Στεκόταν στη μέση της κουζίνας, να έχει ακόμα θυμό αλλά κυρίως εξάντληση ψηλά στο πρόσωπό του. Τότε, ξαφνικά, νιώθοντας πολύ παλιά, κουρασμένη, όχι από τώρα, μα εδώ και χρόνια.
Είσαι άντρας μου, Γιάννη. Αλλά μπήκες και μου επιτέθηκες χωρίς να ακούσεις. Αποφάσισες τα πάντα μόλις σ το ανέφερε η μάνα σου. Και τώρα στέκομαι και δίνω εξηγήσεις.
Δεν σου επιτέθηκα.
Γιάννη.
Ίσως ύψωσα λίγο τη φωνή μου…
Φώναζες.
Σιώπησε. Κοίταξε αλλού, στη φωτογραφία τους στο ψυγείο από το παλιό ταξίδι, γελούσαν, πιο νέοι. Μετά στο παράθυρο.
Ε, μπορεί να φώναξα κάπως.
Λίγο, επανέλαβε εκείνη, ήρεμα, όχι ειρωνικά.
Ελπίδα, να με καταλάβεις. Η μάνα μου άρχισε τα δικά της, ανησύχησα…
Τι ακριβώς είπε;
Ότι μεταφέρεις μεγάλα ποσά. Απλά!
Ξέρει πόσο έκανε το αμάξι στον πατέρα μου;
Από πού να ξέρω;
Ούτε εγώ ξέρω. Αλλά για κάποιο λόγο τα ήξερε και σου τα μετέφερε. Και εσύ έτρεξες.
Δεν έτρεξα. Ήρθα να μάθω τι γίνεται.
Η Ελπίδα σηκώθηκε. Πλησίασε το παράθυρο. Έξω, μπουμπούκιαζαν οι λεύκες, η μέρα φωτεινή, η γειτονιά ήσυχη γάτα στη μάντρα να κοιτάζει αφηρημένα.
Γιάννη, να σου πω κάτι να μην παρεξηγηθείς.
Πες.
Δεν μου αρέσει που η μάνα σου έχει γνώση για τις οικονομικές μας υποθέσεις παραπάνω απ όσο θα έπρεπε. Καταλαβαίνω, την εμπιστεύεσαι, είναι μάνα. Εμείς, όμως, είμαστε οικογένεια. Δεν είναι φυσιολογικό να παίρνει τηλέφωνο και να σου λέει περί „ύποπτων” εμβασμάτων. Αυτό σε προσβάλλει κι εσένα.
Δεν τη συμπαθείς!
Δεν είναι θέμα συμπάθειας, Γιάννη.
Είναι, όμως! Ό,τι γίνει, τη βάζεις απέναντι.
Η Ελπίδα έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Αναστέναξε.
Θυμάσαι πριν τρία χρόνια που σου είπε ότι „σπαταλάω πολλά στα ψώνια”; Είδες τα αποδείξεις, έκανες σύγκριση… και μου είπες „Ελπίδα, μήπως να κάνεις οικονομία;”
Μπορεί να το είπε για βοήθεια…
Είπε ότι χαλάω χρήματα, όχι για βοήθεια. Αυτό ήθελε να ξέρει.
Την αδικείς…
Εντάξει, συνεχίζω. Πέρυσι, που άργησα στην δουλειά, τηλεφώνησε να σε ρωτήσει „με ποιον ήμουν τέτοια ώρα;” Κι εσύ με ρώτησες „Σίγουρα ήσουν με συνάδελφο;” Πρώτη φορά, Γιάννη, να με ρωτάς έτσι.
Ήθελα να το βεβαιώσω, αυτό μόνο.
Δεν με ρωτούσες ποτέ πριν. Με πίστευες. Τώρα, με ένα της υπαινιγμό, γίνεσαι καχύποπτος.
Ελπίδα…
Και πότε που με είδε με τον Δημήτρη τον Γιάκο; Τον γείτονα; Που με βοήθησε με τα ψώνια, επειδή δεν είχα χέρια για όλα. Ti είπε; Ότι με είδε να περπατάω „με κάποιον άντρα”. Και τρεις μέρες δεν μου μίλησες σχεδόν καθόλου.
Ο Γιάννης σωπαίνει.
Δεν ήθελα να πιστέψω τίποτα…
Σκέφτηκες, Γιάννη. Δεν το είπες φωναχτά.
Αυτό που τη διέλυε ήταν αυτό: κάθε φόρα που έβγαινε λόγος από τη μητέρα του, ερχόταν σε εκείνην, ποτέ αντίστροφα.
Δεν θέλω καυγάδες, Γιάννη. Αλήθεια. Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά. Δεν είναι η δεύτερη. Πάντα πρώτα ακούς εκείνη, μετά έρχεσαι σ εμένα. Χωρίς να ρωτήσεις, χωρίς να σκεφτείς.
Δεν το κάνει επίτηδες.
Μπορεί. Όμως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: να με κοιτάς ύποπτα. Κι εγώ να απολογούμαι συνέχεια. Με κούρασε αυτό. Πραγματικά.
Τι άλλο θες από μένα; Να μην μιλάω στη μάνα μου;
Όχι. Να μιλάς σ εμένα πρώτα.
Το είπε τόσο απλά, χωρίς φωνές, χωρίς κλάμα. Κι όμως, ακούστηκε βαρύ, σαν πέτρα στο τραπέζι.
Ο Γιάννης την κοίταζε. Μετά κοίταξε το πάτωμα. Ξανά σ εκείνη.
Ελπίδα, δεν ήξερα για τον μπαμπά σου…
Θα μπορούσες να ρωτήσεις απλά: «Ελπίδα, είπε η μάνα μου αυτό. Ισχύει;» Ένα πράγμα.
Ε…
Ήρθες φωνάζοντας, σαν να είχα ήδη φταίξει.
Δεν απαντούσε. Η κουζίνα ήσυχη, μόνο ο ήχος του ψυγείου.
Η Ελπίδα τον κοίταζε σκεφτική. Ήταν ο Γιάννης της, είκοσι έξι χρόνια μαζί. Μεγάλωσαν ένα γιο, έχασαν έναν πατέρα, περάσανε ενδοοικογενειακές μετακομίσεις, δύσκολους χρόνους, αρρώστιες. Ήξερε κάθε ρυτίδα του, πώς ροχαλίζει τα βράδια, πώς πίνει τον καφέ κρατώντας το φλιτζάνι με δυο χέρια, πώς αγαπά. Τα ήξερε όλα.
Κι όμως, να τοι εδώ.
Φύγε, Γιάννη.
Τινάχτηκε.
Τι;
Σε παρακαλώ, βγες από την κουζίνα. Θέλω να μείνω μόνη.
Ελπίδα, τι…
Σε παρακαλώ.
Έμεινε λίγο μετά έφυγε ήσυχα, ακούστηκε η πύλη του σαλονιού. Εκείνη έσκυψε στον νιπτήρα, πήρε πίσω την πιατέλα, τα χέρια δούλευαν μηχανικά· έξω, ο ήλιος απτόητος, η γειτονιά χαμηλόφωνη.
Σκεφτόταν μόνο ότι έπρεπε να πάρει μια ανάσα, ίσως να καλέσει τη φίλη της, τη Μαρίνα Δημητρίου η Μαρίνα πάντα ήξερε πώς να ακούει, χωρίς άσκοπες συμβουλές. Ίσως να μην καλέσει κανέναν. Ίσως να πάρει τη τσάντα της και να φύγει, να καθαρίσει το μυαλό της εκεί όπου την χωρούσε η ησυχία. Γιατί εκεί, σε τούτη την κουζίνα, με το βουητό του ψυγείου και το αδιάφορο φως, δεν άντεχε άλλο.
—
Μάζευε αργά. Τα χέρια της βαριά, σχεδόν ξένα. Άνοιξε την ντουλάπα, κοίταξε αρκετά λεπτά στο εσωτερικό, τράβηξε ένα πουλόβερ, το έβαλε στην τσάντα. Άλλαξε γνώμη, πήρε το γκρίζο, αυτό που πάντα άρεσε στη Μαρίνα. Άφησε τον φορτιστή στην κουζίνα.
Διστακτικά μπήκε ο Γιάννης δεν φαινόταν πουθενά, μόνο αχνό μπλε φως απ το σαλόνι. Μάζεψε γρήγορα τον φορτιστή.
Πού πας; φωνή από το σαλόνι.
Στη Μαρίνα.
Γιατί;
Χρειάζεται.
Ελπίδα, περίμενε. Είσαι στον θυμό σου…
Ναι, είμαι. Ακριβώς σ αυτό.
Να μιλήσουμε;
Γιάννη, μιλήσαμε. Μισή ώρα. Σου εξήγησα.
Ενώ να μιλήσουμε κανονικά.
Το βλέμμα της σκληρό. Η τσάντα στα χέρια της, φόρεμα δεν είχε βάλει ακόμα, στεκόταν με το πουλόβερ μπροστά στην εξώπορτα.
Θες να μιλήσουμε κανονικά μετά που με κατηγόρησες φωνάζοντας;
Δεν φώναξα!
Γιάννη.
Έκλεισε τα βλέφαρά του, έτριψε τη μύτη.
Εντάξει… Ελπίδα, μην φύγεις. Σαν παιδιά γινόμαστε.
Και τα παιδιά δεν φεύγουν; Ο Αντρέας μας, όταν του κάναμε παρατήρηση, κλειδωνόταν στο μπάνιο με τις ώρες. Και αυτό παιδί ήταν.
Ο Αντρέας ήταν αλλιώς…
Φυσικά. Θα γυρίσω, Γιάννη, μην ανησυχείς. Απλά θέλω ανάσα.
Θα φύγεις, θα θυμώσεις, και θα μείνω εδώ να σκέφτομαι;
Μη σκέφτεσαι. Βάλε τηλεόραση αν θες.
Ελπίδα!
Έβαλε το σακάκι, έσφιξε το φερμουάρ.
Δεν με εμπιστεύεσαι. Αυτή είναι η αλήθεια. Είκοσι έξι χρόνια μαζί και δεν με εμπιστεύεσαι. Αυτό πονάει, Γιάννη. Όχι οι φωνές. Αυτό.
Σιωπή.
Θα έρθω αργά ή αύριο το πρωί. Δεν ξέρω ακόμα.
Άγγιξε τη λαβή της πόρτας, τον κοίταξε μια στιγμή. Εκείνος στο διάδρομο, φαρδύς, γερασμένος, λίγο σαστισμένος δεν ήξερε τι να κάνει με τα χέρια του.
Ελπίδα… μουρμούρισε, σχεδόν ψιθυριστά. Ελπίδα…
Και βγήκε.
—
Η πόρτα έκλεισε πίσω της. Ο Γιάννης με ένα βάρος στην καρδιά. Ξαναμπήκε στο σαλόνι. Κάθισε. Σηκώθηκε μετά πάλι. Ξανακάθισε.
Το κινητό του στο τραπέζι. Το κοιτούσε.
Δύο μηνύματα από τη μητέρα του: «Λοιπόν; Της μίλησες;» και «Απάντησε μου, Γιάννη.»
Το έπιασε στα χέρια του, το σήκωσε με αμηχανία. Μετά σηκώθηκε ξανά, στάθηκε στο παράθυρο. Έξω, λεύκες να κινούνται αργά, το απόγευμα κόντευε να δύσει αλλά ακόμα φως. Ένας μικρόσωμος σκύλος της γειτόνισσας γάβγιζε χαρούμενος.
Πήρε τηλέφωνο τον πεθερό.
Κύριε Δημήτρη; Εγώ είμαι, ο Γιάννης. Καλησπέρα.
Καλησπέρα, παλικάρι! Τι κάνεις, όλα καλά;
Να ρωτήσω κάτι… την περασμένη εβδομάδα αγοράσατε αμάξι;
Ε, αγόρασα. Peugeot μεταχειρισμένο. Δεν κόστισε ακριβά, καλός άνθρωπος ο πωλητής. Η Ελπίδα με βοήθησε να γίνει η μεταφορά, εγώ μ αυτά τα μηχανήματα μου βγαίνει αλλεργία, το ξέρεις.
Ο Γιάννης βούβος.
Γιάννη; Με ακούς;
Ναι, ναι, εδώ είμαι. Ήταν λοιπόν τα δικά σας χρηματα;
Ε, τίνος να ήταν; Τα μετρητά τα έδωσα στην κόρη μου, εκείνη έκανε το έμβασμα. Κορίτσι διαμάντι, ξηγήθηκε σωστά! Θα ρθεις να σε κεράσω μηλόπιτα, να μη μας μαλώσει κιόλας!
Θα έρθω. Σε ευχαριστώ, κύριε Δημήτρη.
Τίποτα, παιδί μου. Σε περιμένουμε.
Ο Γιάννης έβαλε το τηλέφωνο στο τραπέζι. Έσκυψε, έκατσε στην καρέκλα. Σκούπισε το πρόσωπό του με τα χέρια.
Χαζός.
Τόσο χαζός.
Η μάνα του είπε το δικό της και αυτός έτρεξε να φωνάξει στη γυναίκα του που απλά βοήθησε τον πατέρα της, όπως πάντα βοηθάει τους πάντες. Έτσι έκανε πάντα. Έτσι κάνει.
Ο νους του πήγε πίσω, στη μικρή, ήρεμη φιγούρα της Ελπίδας μπροστά στον νεροχύτη, τα κίτρινα γάντια να τα βγάζει με προσοχή, τη φωνή της ήρεμη· τα μάτια της πικραμένα. Δεν είχε θυμό απλά εξάντληση.
Και ό,τι είπε για τα ψώνια, για τον γείτονα, αλήθεια ήταν. Και γι αυτά που τρεις μέρες δεν της μίλησε· αλήθεια κι αυτά. Η μάνα του τα φούσκωσε, „καπνός χωρίς φωτιά δεν γίνεται”, του έλεγε. Κι αυτός, αντί να πιστέψει τη δική του, πίστευε τα λόγια που τσίγκλιζαν καχυποψία.
Πήρε το κινητό, κάλεσε τη μάνα του.
Γιάννη! Επιτέλους! Τι έγινε; Της μίλησες; Εξήγησε;
Μάνα, ναι. Τα εξήγησε όλα.
Ε, και;
Ήταν τα χρήματα του πατέρα της. Άκουσα τον κύριο Δημήτρη. Όλα καλά.
Παρτίδα σιωπής.
Αυτό δεν αλλάζει τίποτα, είπε εκείνη στεγνά. Έπρεπε να ξέρεις ότι μπαίνουν λεφτά στο λογαριασμό σας.
Μάνα.
Περίμενε. Εγώ για το καλό σου τα λέω. Και αν έκανε κάτι στα κρυφά;
Σταμάτα, σε παρακαλώ. Άκουσέ με για λίγο. Μην με διακόπτεις.
Πες μου.
Έκανες λάθος. Με πήρες, μου φούσκωσες το μυαλό και εγώ φέρθηκα ηλίθια στη γυναίκα μου. Έφυγε από το σπίτι, για μένα. Γιατί φέρθηκα βλακωδώς.
Εγώ δεν…
Μάνα. Κάνεις συχνά έτσι. Παίρνεις και λες για την Ελπίδα, εγώ γυρνάω και τη στήνω στη γωνία. Και κάθε φορά καταλήγει αλλιώς. Κουράστηκα. Έχω οικογένεια με την Ελπίδα, με εκείνη ζω.
Εγώ για το καλό σου…
Το ξέρω. Σε αγαπάω. Αλλά αρκετά. Αν δεις κάτι περίεργο, πάρε με και πες το απλά: „Γιάννη, κοίταξέ το”. Ούτε κρίσεις, ούτε συμπεράσματα.
Δηλαδή τώρα περνάς με το μέρος της;
Όχι με κανέναν. Μαζί με Ελπίδα είμαι. Αυτό είναι σωστό.
Σιωπή.
Ό,τι είχα να πω το είπα. Σ αγαπώ. Θα τα πούμε.
Έκλεισε. Κοίταξε το τηλέφωνο. Δεν ήξερε αν θα τον πάρει ξανά η μάνα του σήμερα. Θα θυμώσει το ήξερε. Ήθελε να το πει και παλιότερα αυτό το „φτάνει”. Τουλάχιστον το είπε τώρα.
Κάλεσε την Ελπίδα.
Του απάντησε ο τηλεφωνητής.
Σηκώθηκε. Πήγε στο παράθυρο. Οι λεύκες είχαν γαληνέψει. Ο ήλιος έδυε.
Έβαλε το παλτό του.
—
Η Μαρίνα Δημητρίου άνοιξε την πόρτα, πρώτη φορά σοβαρή, μετά είδε το βλέμμα της Ελπίδας και κατάλαβε.
Έλα μέσα. Θα βάλω το βραστήρα.
Κάθισαν στην κουζίνα της Μαρίνας, πάντα σπίτι ζεστό, κουρτινάκια λουλουδάτα, ο γάτος Αλέκος να στριφογυρνά στο τζάμι, μυρωδιά βανίλιας απ τα κουλουράκια. Η Ελπίδα έπινε τσάι και σιωπούσε και η Μαρίνα σιωπούσε μαζί της, ξέροντας να περιμένει.
Κουράστηκα, Μαρίνα, είπε τελικά η Ελπίδα.
Φαίνεται.
Δεν είναι ο καυγάς. Από τον καυγά περνάς. Εδώ κάτι έχει αλλάξει βαθύτερα.
Τι δηλαδή;
Η Ελπίδα ζέστανε τα χέρια της στην κούπα.
Δεν με πιστεύει. Απλά δεν με πιστεύει. Είκοσι έξι χρόνια και αμφισβήτηση μ ένα τηλέφωνο.
Σ εμπιστεύεται, της απάντησε ήπια η Μαρίνα. Αλλά… η μάνα του… ξέρεις, δεν αλλάζει.
Ξέρω. Όμως δική του επιλογή είναι ποιον ακούει. Και κάθε φορά επιλέγει τη μάνα του, όχι εμένα.
Η Μαρίνα δεν μίλησε.
Δεν λέω να μην έχει επαφή με τη μητέρα του. Ας την αγαπά, ας τη βοηθά. Αλλά θέλω η οικογένειά μας να έχει μια σειρά. Εγώ να ξέρω τα δικά μου πρώτα. Δεν μπορώ να μαθαίνω τι λέγεται για μένα από φωνές.
Του το είπες;
Του το είπα.
Και…;
Έφυγα.
Η Μαρίνα αναστέναξε. Έβαλε τσάι ακόμη.
Πράττεις σωστά. Άστον να σκεφτεί.
Μα φοβάμαι.
Τι φοβάσαι;
Ότι δεν θα αλλάξει τίποτα. Ούτε θα το καταλάβει. Θα πει συγγνώμη, μετά πάλι τα ίδια. Δεν αντέχω έτσι.
Αν αλλάζει ο κόσμος;
Αλλάζει, αλλά αργά. Ή και δεν αλλάζει. Πώς να ξέρω τι απ τα δύο;
Η Μαρίνα σιώπησε. Μερικά ερωτήματα απλά αιωρούνται, δεν απαντιούνται, κι έτσι πρέπει να μάθεις να ζεις.
Ο Αλέκος τεντώθηκε στον καναπέ, έξω πέρασε ένα αυτοκίνητο.
Εντάξει, είπε η Ελπίδα τελειώνοντας το τσάι. Πάω.
Σπίτι;
Σπίτι. Δεν έχει νόημα να κάθομαι. Έχω δουλειές.
Σε πήρε;
Η Ελπίδα κοίταξε το κινητό. Ένα αναπάντητο, από Γιάννη.
Ναι.
Αυτό κάτι είναι.
Δεν λέει τίποτα όμως, είπε η Ελπίδα, μα ντύθηκε.
—
Στον ηλεκτρικό κοιτούσε το παράθυρο. Η άνοιξη έκανε τον Πειραιά να φαίνεται πιο πολύχρωμος, άνθρωποι με τσάντες, παιδιά με ποδήλατα, παππούς ταΐζει περιστέρια.
Σκέφτηκε τον πατέρα της. Θα πρέπει να πάει να τον δει σύντομα, να σιγουρευτεί ότι είναι καλά, τώρα με το αμάξι θα είναι ανεξάρτητος. Μόνο υγεία να έχει
Στους τοίχους του σπιτιού σκέφτηκε, τι χρώμα, κρεμ ή απαλό κίτρινο; Κάποτε θα διαλέξει.
Η στάση της. Βγήκε.
—
Η πόρτα του σπιτιού ανοιχτή. Αυτός πάντα την κλείδωνε.
Γιάννη;
Εδώ, ακούστηκε μαλακά.
Στο σαλόνι είχε δύο φλυτζάνια πάνω στο τραπεζάκι. Εκείνος σηκώθηκε. Κάθισε. Ξανά σηκώθηκε.
Επέστρεψες, της είπε.
Επέστρεψα.
Κάθισε αμίλητη απέναντί του, πήρε φλυτζάνι, καφές.
Πήρες τη μάνα σου; τον ρώτησε.
Μικρή παύση.
Της είπα πως δεν θα μπλέκεται πια. Είπα ότι εδώ μέσα τα λύνουμε εμείς.
Εκείνη τον κοίταξε.
Αλήθεια;
Αλήθεια. Στεναχωρήθηκε… ξέρεις πώς το κάνει.
Ξέρω.
Θα περάσει, είπε με κουρασμένη βεβαιότητα. Έπρεπε να της μιλήσω έτσι από παλιά.
Η Ελπίδα κρατούσε τον καφέ στα χέρια. Δίπλα, σκυφτός, ανθρώπινος, ο Γιάννης της. Όχι ήρωας, καθημερινός, τσαλακωμένος, μα ό,τι είχε αγαπήσει.
Ελπίδα, συγγνώμη, είπε. Φέρθηκα ανόητα.
Ανόητα.
Το ξέρω. Θες να φτιάξουμε καινούριες κουρτίνες; Μίλησες πρωί για τα χρώματα.
Γιάννη.
Ε, λοιπόν να κάνουμε λίγο ανανέωση. Να κάνουμε ό,τι θες. Να πάμε και κανένα ταξίδι, όπως ήθελες.
Δεν χρειάζεται διακοπές.
Ξέρω, δεν είναι θέμα διακοπών. Απλά, δεν ξέρω πώς να επανορθώσω. Το μυαλό μου άδειασε.
Η Ελπίδα άφησε το φλιτζάνι.
Δεν θέλω κάτι ιδιαίτερο. Θέλω να με πιστεύεις. Αυτό μόνο. Είναι απλό, Γιάννη.
Σε πιστεύω.
Σήμερα πίστεψες τη μάνα σου.
Σιωπή.
Σήμερα έσφαλα.
Μία φορά δεν πειράζει. Το θέμα είναι ότι δεν ήταν η πρώτη και φοβάμαι για τις επόμενες.
Δεν θα ξανασυμβεί.
Περίμενε. Μόλις το λες για να το λες. Δεν θέλω υποσχέσεις, θέλω συμφωνία.
Εκείνος τη κοίταξε.
Συμφωνία;
Έγειρε ελαφρώς προς το μέρος της.
Την επόμενη φορά που θα σου πει κάτι για μένα, θα έρθεις να με ρωτήσεις: «Ελπίδα, αληθεύει;» Ένα απλό πράγμα. Θα σου απαντήσω. Αυτό. Το μπορείς;
Έμεινε λίγο βουβός. Την κοίταξε.
Το μπορώ.
Συμφωνία;
Συμφωνία.
Κάθισαν δίπλα-δίπλα. Μικρή απόσταση ανάμεσά τους, μόλις είκοσι εκατοστά. Δεν άγγιζαν ο ένας τον άλλον, αλλά δεν έφευγαν πια μακριά.
Απ έξω νύχτωνε. Οι λεύκες ασημένιζαν στο σκοτεινό ουρανό.
Δεν θα σταματήσει, το ξέρεις, είπε ήρεμα η Ελπίδα. Η κυρία Μαρία. Θα προσβληθεί, μετά πάλι θα ξεκινήσει.
Το ξέρω.
Θα γίνεται συνέχεια.
Το ξέρω.
Πώς θα το αντέξεις;
Δεν απάντησε αμέσως. Εκτίμησε που δεν βιάστηκε να πει κάτι χαζό.
Δεν ξέρω. Είναι μάνα μου. Την αγαπώ. Αλλά έχεις δίκιο: ανακατεύεται στις ζωές μας. Θα της μιλήσω ξανά, πρόσωπο με πρόσωπο, όχι από τηλέφωνο.
Θα κλάψει.
Θα κλάψει, συμφώνησε. Αλλά δεν αλλάζει την αλήθεια.
Η Ελπίδα τον κοίταξε. Χαμήλωσε τα μάτια.
Αυτό θα αργήσει να αλλάξει.
Το ξέρω.
Θα με νομίζει πάντα εχθρό.
Να το νομίζει, είπε κουρασμένα αλλά σταθερά. Η ζωή μου είναι μαζί σου, Ελπίδα. Όχι με θεατές.
Εκείνη έγνεψε.
Ο καφές πλέον κρύος. Τον ήπιε έτσι. Δεν είχε διαφορά τώρα.
Τα χρώματα, ψιθύρισε.
Ποια;
Των τοίχων. Κρεμ ή κίτρινο. Δεν έχω αποφασίσει.
Εκείνος χαμογέλασε ελαφρά.
Και τα δύο καλά είναι.
Να πάμε να δούμε δείγματα.
Να πάμε. Όποτε πεις.
Έγνεψε. Ο ήλιος έδυσε πια. Το σπίτι πήρε μια θαλπωρή από τη λάμπα στο τραπέζι, από τη σιωπή που δεν ήταν κούφια, από τη ζεστασιά που παρά τα πάντα, στεκόταν ακόμα ανάμεσά τους.
Τίποτα δεν ήταν τέλειο. Το ήξερε. Αύριο ίσως χτυπούσε ξανά το τηλέφωνο πάλι διάλογοι, εξηγήσεις, στήριξη. Ο Γιάννης θα έλεγε μετρημένες φράσεις και δεν ήταν ψεύτικες, τις ένιωθε. Αλλά ανάμεσα σε λόγια και πράξεις πάντα υπάρχει δρόμος, κι εκείνη τον μάθαινε καλά.
Μα τώρα, για λίγα λεπτά, κάθονταν μαζί στον καναπέ. Και είχε σημασία.
Γιάννη;
Τι;
Ρίξε λίγο ζεστό καφέ ακόμα.
Σηκώθηκε σιωπηλά, πήρε το φλιτζάνι της, πήγε στην κουζίνα. Εκείνη άκουσε το νερό να τρέχει, να σφυρίζει η καφετιέρα.
Έμεινε στο παράθυρο. Κι έλεγε μέσα της πως αυτή είναι η ζωή ούτε γιορτή, ούτε δράμα σκέτο. Έχει κούραση, ακοίταστα λόγια, και μικρές ή μεγάλες πληγές. Όμως παραμένεις δίπλα, μαζί.
Γύρισε με δυο αχνιστά φλιτζάνια. Έκατσε κοντά της. Της έδωσε το ένα.
Ευχαριστώ, του είπε.
Παρακαλώ.
Σιώπησαν ξανά. Ο Γιάννης, διστακτικά, άγγιξε το χέρι της με το δικό του. Αυτή δεν τραβήχτηκε.
Για τη συμφωνία που λες… Έτσι απλά; Να έρθω να σε ρωτήσω; τη ρώτησε χαμηλόφωνα.
Έτσι απλά.
Και θα μου πεις την αλήθεια;
Θα σου πω.
Ένευσε.
Δεν είναι δύσκολο, σχολίασε ήρεμα.
Όχι, χαμογέλασε εκείνη. Πράγματι, καθόλου.
Έξω φώτισε ένα αυτοκίνητο και χάθηκε. Ο καφές ήταν ζεστός. Αύριο θα τηλεφωνούσε στον πατέρα της να μάθει αν όλα πήγαν καλά με το αμάξι.
Και τις μπογιές θα τις διάλεγαν μαζί, Κυριακή.





