Όταν οι άνθρωποι είναι φίλοι μεταξύ τους, όπως ένα παλιό παντρεμένο ζευγάρι που μοιράζεται τα πάντα, αργά ή γρήγορα θα προκύψουν διαφωνίες. Όσο περισσότεροι οι άνθρωποι, τόσο περισσότερες οι μικρές προστριβές και τα παράπονα.
Θυμάμαι μια ιστορία που μου διηγήθηκε κάποτε ένας φίλος μου, ο Νίκος, για το πώς γιόρτασαν την Πρωτοχρονιά με την παρέα τους. Συνήθως, τρεις οικογένειες γιόρταζαν μαζί, εναλλάσσοντας το σπίτι κάθε φορά, όμως εκείνη τη χρονιά, η Ειρήνη με την οικογένειά της προτίμησαν να πάνε στο πατρικό της στη Θεσσαλονίκη. Οι άλλες δύο οικογένειες αποφάσισαν να μοιράσουν τη βραδιά: μισή στο σπίτι του Πέτρου και της Δέσποινας, μισή στο σπίτι του ίδιου του Νίκου.
Όπως πάντα, τα έξοδα για τα φαγητά και τα γλυκά τα μοιράστηκαν, ψώνισαν μαζί το κρασί, τα μεζεδάκια, ό,τι χρειαζόταν για το γιορτινό τραπέζι.
Μαζεύτηκαν λοιπόν, μαζί και τα παιδιά τους, και κάθισαν όλοι στο τραπέζι μέχρι τις δώδεκα παρά κάτι. Κι εκεί συνέβη το περίεργο. Μόλις χτύπησαν τα μεσάνυχτα, οι οικοδεσπότες ξεκίνησαν σιγανά σιγανά να μαζεύουν τα πιάτα, να βάζουν το φαγητό στο ψυγείο και, όταν έφεραν και την ηλεκτρική σκούπα στο σαλόνι, έγινε ολοφάνερο το μήνυμα: είχε φτάσει η ώρα να φύγουν.
Στην αρχή δεν κατάλαβαν αμέσως τι συνέβαινε, μα όταν άκουσαν το βουητό της σκούπας, όλα ξεκαθάρισαν. Τέτοια συμπεριφορά δεν είναι και τόσο σωστή, έτσι δεν είναι;
Το ωραίο είναι πως όταν λίγο αργότερα πήγαν στο σπίτι του άλλου φίλου, κανείς δεν ήθελε να φύγει. Έμειναν μέχρι το ξημέρωμα έφαγαν, γέλασαν, ήπιαν κρασί, χωρίς καμία βιασύνη.
Η σκούπα ίσως βοήθησε τον Πέτρο να περάσει το μήνυμα, αλλά, θα έλεγα πως ο φίλος μου ο Νίκος, απλά στάθηκε ευγενικός, όπως πάντα. Αυτά συνέβαιναν, τότε, στους δικούς μας κύκλους στην Αθήνα και τα γύρω προάστια.





