Ποτήρι γάλα
Δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που βρίσκονται σε ανάγκη που περνούν δύσκολα, αλλά και όσοι φροντίζουν αυτούς τους ανθρώπους. Αυτό το είχα καταλάβει προ πολλού εδώ και οχτώ χρόνια δουλεύω στη κοινωνική υπηρεσία. Μέσα σε αυτά τα χρόνια, το σώμα μου μίκρυνε, το πρόσωπό μου σκλήρυνε, τα νεύρα μου τεντώθηκαν σαν χορδές, και έμαθα γρήγορα να απαντώ ειρωνικά σε κάθε έναν που τολμούσε να μειώσει τη δουλειά μου. «Ποιος είσαι εσύ να σχολιάζεις τη ζωή μου;» έλεγα με εκείνο το βλέμμα κάτω από τα πυρόξανθα κοντά μαλλιά μου, που έκανε κάθε περίεργο να κόβει την κουβέντα και να απομακρύνεται ή να φεύγει χωρίς να ξέρει καν το λόγο. Γι αυτό και με φώναζαν Βέρα Πανούκλα.
Όλα αυτά τα χρόνια, εγώ, η Βέρα Καλαμάρη, ήμουν εκεί αγόραζα τρόφιμα για τους ηλικιωμένους μας, βοηθούσα με την καθαριότητα, και με όλους μπορούσα να βρω κοινή γλώσσα. Μόνο μία φορά έγινε παρεξήγηση, όταν ένας γιαγιάκος μου έκανε δώρο μια σοκολάτα. Απαγορεύεται να παίρνεις δώρα. Ποτέ δεν είχα πάρει τίποτα, αλλά εκείνη τη φορά αφέθηκα, λίγο από λύπη, να δεχτώ. Τη σοκολάτα την πήγα στο σπίτι, όμως δεν κατάφερα να φάω ούτε μια μπουκιά θα μου έκανε κόμπο. Το έδωσα τελικά στο παιδί της διπλανής, κι όταν ξαναδοκίμασε να μου προσφέρει, αρνήθηκα. Εκείνος όμως παραπονέθηκε στην υπηρεσία: «Δεν τους φτάνουν οι σοκολάτες, θέλουν και φακελάκι με ευρώ» Σκέφτονταν να με απολύσουν, αλλά ούτε που αντιστάθηκα: «Διώξτε με, δεν πειράζει. Κι εγώ άνθρωπος είμαι, όχι πατάκι να με σκουπίζετε!» Με υπερασπίστηκαν όμως άλλοι ωφελούμενοι. Μεταξύ αυτών και η Άννα Φλωράκη. Ήδη της είχα αδυναμία, μα από εκείνη τη στιγμή τη νιώθω σαν αδερφή η αδερφή που ποτέ δεν είχα.
Οι μοίρες μας μοιάζουν· τόσο εγώ όσο κι η Άννα μείναμε νωρίς χωρίς οικογένεια. Εκείνη από παιδί με αναπηρία, εγώ φαινομενικά υγιής αλλά με ψυχή σημαδεμένη και γεμάτη δάκρυα που ούτε εγώ καταλαβαίνω πάντα. Μας ένωνε το ότι και οι δυο μας δεν κάναμε παιδιά· εγώ το είχα αποδεχτεί, η Άννα ακόμα το πάλευε. Μάλιστα, με μάλωνε όταν με έβλεπε απογοητευμένη. Δυνάμωσε περισσότερο η ψυχή της όταν συμμετείχε στο θεατρικό εργαστήρι του Κέντρου Αποκατάστασης ετοιμαζόταν για παράσταση. Στην αρχή ούτε να το ακούσει, ακόμα κι ο παπάς της γειτονιάς, ο πατέρας Λουκάς, της έλεγε να μη μπλέξει και να ασχολείται με το κέντημά της. Τα χέρια της δεν υπάκουαν πάντα, η αγάπη της και η επιμονή όμως έφερε αποτελέσματα· πρώτα κέντησε πετσετάκια, μετά μαντήλια, ύστερα στόλισε φόρεμα λινό με ζυγούς, βενζελίες κόκκινες και πουλιά σμαραγδένια. Το φόρεμά της πήγε σε έκθεση λαϊκής τέχνης στην Αθήνα και βγήκε πρώτο. Και την τελευταία μέρα το πουλήσανε το ποσό γύρω στα 450 ευρώ. Όταν της το έφεραν, πήρε τα κλάματα· πρώτη φορά στη ζωή της έβγαζε χρήματα και δεν ήξερε τι να τα κάνει.
Μη στεναχωριέσαι, θα βρούμε τι να κάνουμε τα λεφτά, γέλασα. Θα πάρουμε κι άλλα υλικά και σε βλέπω με δουλειά για ένα-δυο χρόνια! Τι να τις σκέφτεσαι τώρα άσχημες σκέψεις;
Τα λόγια μου, αν και καλοπροαίρετα, της άφησαν πίκρα, ειδικά επειδή τελευταία η μεγαλύτερη της επιθυμία ήταν να γνωρίσει κάποιον άντρα. Από τις ταινίες ήξερε πώς μπορεί να είναι ο έρωτας, όμως στη δική της θέση μόνο να ζηλεύει μπορούσε.
Μετά την επιτυχία στην έκθεση, τη φώναξαν από το κέντρο αποκατάστασης να δοκιμάσει μαθήματα χορού προετοιμάζανε ζευγάρια για παράσταση.
Είναι δυνατόν αυτό; Δεν το πιστεύω! φώναξε και κατέβασε το ακουστικό.
Της ξανατηλεφώνησαν. «Δοκίμασέ το, κι αν δεν τα καταφέρεις, κανένας δεν θα σε πιέσει», άκουσε μια φωνή δυνατή, γυναικεία, που την έπεισε. Η κυρία αυτή, η Μαργαρίτα Ιωαννίδου, διευθύντρια της ομάδας, την ενημέρωσε ότι τη συνοδεύει φροντιστής, και έτσι πήγα και εγώ μαζί της.
Την επόμενη μέρα εμφανίστηκε ο μουτρωμένος οδηγός του ειδικού λεωφορείου. Στο λεωφορείο ήταν ήδη εκεί ο Αλέξανδρος το παιδί με το αναπηρικό αμαξίδιο που θα ήταν ο χορευτικός της σύντροφος. Η Αλεξία αναστατώθηκε, μα μόλις έπιασε το δυνατό του χέρι, σκέφτηκε πόσο σπουδαίο είναι να νιώθεις έτσι.
Στο Κέντρο Αποκατάστασης βοηθήσαμε την Άννα να ανέβει τη ράμπα, μπήκαμε στη σάλα, κι αρχίσαμε. Στην αρχή δεν πήγαινε τίποτα καλά. Ιδρώτας, κόκκινα πρόσωπα, αγωνία, μα ο χορός θέλει υπομονή. Ήταν ντροπή να νιώθεις αδέξια, δίπλα στη φινετσάτη χορογράφο και τον ευλύγιστο Αλέξανδρο, μα κι η κυρία Μαργαρίτα με τα μικρά της βήματα βοηθούσε πολύ.
Συνεχίσαμε όλο το φθινόπωρο και το χειμώνα, δύο φορές τη βδομάδα. Η Άννα άφησε το κέντημα, λάτρεψε τις πρόβες.
Σήμερα, ετοιμάζονταν ξανά, κι εγώ χτυπημένη απ τη ρουτίνα, λίγο βαριεστημένη. Με μάλωσε, βρήκε ευκαιρία:
Γιατί μουτρωμένη; Μας παίρνει τα χρόνια;
Τίποτα δεν μου πήρε, απάντησα.
Είμαστε μόνο σαράντα χρόνων και μπορούμε να κάνουμε οικογένεια!
Πάλι εσύ με τα ρομάντζα σου Εγώ το δοκίμασα. Παντρεύτηκα ο άντρας άντεξε εφτά χρόνια και έφυγε. Με το δίκιο του. Δεν τον κατηγορώ. Ποιος να αντέξει μια γυναίκα που κυνηγούσε τους άντρες σαν κουτάβι; Μόνο οι γονείς μου να είχαν ζήσει να με δουν μ ένα παιδί.
Εγώ στη θέση σου θα παντρευόμουν όσες φορές χρειαζόταν!
Να ξανακούσω τα ίδια;
Δεν θες γάμο, τουλάχιστον μπορείς να κάνεις παιδί με εξωσωματική.
Πού να βρω τα λεφτά, νομίζεις πλουσιά είμαι;
Η τηλεόραση είπε πως οι επεμβάσεις γίνονται πλέον δωρεάν.
Καλά, τα ξαναλέμε. Εσύ τι θα φορέσεις σήμερα;
Την ροζ μου μπλούζα και τη γκρι φούστα!
Άντε βάλε το καλό φόρεμά σου αυτό ράψαμε, μη συνηθίσεις τελευταία στιγμή, στο λεωφορείο το λερώνεις!
Την παραμονή της γενικής δοκιμής η πρόβα κράτησε παραπάνω. Στο σπίτι έντυσα την Άννα, την έβαλα στο μπάνιο, κουρασμένη και χαρούμενη μιλούσε αδιάκοπα.
Της έφτιαξα τσάι, άπλωσα μπισκότα, γλυκά, μα αυτή με ρώτησε ξαφνικά:
Πες μου, εσύ πώς ήταν η πρώτη φορά με άντρα;
Δεν θυμάμαι…
Μη λες ψέματα. Εσύ παντρεμένη χρόνια, τώρα με τον Νίκο σε βλέπω να βγαίνεις.
Ε βγήκα λίγο, μετά βρήκε άλλη πιο νέα. Τι να τον κάνεις!
Εγώ νομίζω αρέσω στον Αλέξανδρο. Μου σκάει κάτι βλέμματα
Πάντα οι μελαχρινοί προτιμούν τις ξανθές, μην το σκέφτεσαι. Θ αναστατωθείς και μετά τι θα κάνεις
Εγώ πάντως…
Πιες το τσάι και πήγαινε για ύπνο να ξεκουραστείς, χλωμή σε βλέπω!
Έσκυψε το κεφάλι. Γνωρίζω πως όταν τα συναισθήματα της βγάζουν στην επιφάνεια, κολλάει εκεί. Πλύνα πιάτα κι έφυγα, πριν προλάβει άλλη κουβέντα. Έξω ένιωσα πως πρέπει να βρει ένα δικό της άνθρωπο. Δεν είναι ανήμποροι όσοι έχουμε ως ωφελούμενους απλά έτσι φαινόμαστε.
Όταν γύρισα σπίτι, η μοναξιά στο χώρο με πλάκωσε κανένας να μιλήσω. Αργά το βράδυ, άκουσα τον πατέρα Λουκά στο τηλέφωνο.
Βέρα, έλα γρήγορα απ την Άννα, να τη συνοδεύσεις στο νοσοκομείο…
Έκοψε η ανάσα μου. Είχα αφήσει το σπίτι της ανοιχτό στον πανικό μου; «Τι έγινε;» αναρωτιόμουν τρέχοντας στους δρόμους. Έφτασα, υπήρχε εκεί ο παπάς, περιπολικό, μερικές γειτόνισσες.
Τι συνέβη στην Άννα;
Μάλλον απόπειρα δηλητηρίασης Μου τηλεφώνησε, είπε πονάω, ήθελε να πάω αμέσως. Τη βρήκα λιπόθυμη, χάπια στο πάτωμα
Ήρθαν οι αστυνομικοί. Μου πήραν κατάθεση· νόμιζαν πως κάποιος ή κάτι την έσπρωξε. «Ζει σαν άγγελος», είπα. Κανείς δεν ξέρει τι κρύβει η ψυχή σου.
Στο νοσοκομείο έμαθα πως τη γλίτωσε, ήταν στην εντατική. Δεν με άφηναν να μπω. Μα κάθε μέρα τηλεφωνούσα και ρωτούσα. Την τέταρτη μέρα, με πήρε νοσοκόμα: «Η Άννα θέλει να τη δεις. Β όροφος, τρίτο παράθυρο αριστερά, απ έξω, στη μία το μεσημέρι.»
Πήγα. Το πρόσωπό της χλωμό, να λάμπουν τα μάτια από μέσα. Στο τζάμι μου έδειξε ένα χαρτί: «ΣΥΓΓΝΩΜΗ». Της γνέφω πως δεν πειράζει, γελώ με ανακούφιση. Βγήκα να πάρω αέρα και όλος ο κόσμος έμοιαζε να αλλάζει καθώς ο ήλιος λαμποκοπούσε στον τρούλο της εκκλησίας. Άνοιξη αληθινή, σκέφτηκα πως όλα τα κακά πέρασαν με τον χειμώνα και τώρα τίποτα πια δε θα με στεναχωρεί. Α, βρε Άννα, τι ζιζάνιο είσαι αυτή η σκέψη έκανε δάκρυα χαράς να τρέξουν μια μικρή, πεισματάρα κατσίκα!






