Ένα Κομμάτι Ευτυχίας

Κομμάτι ευτυχίας

7 Μαΐου

Άνοιξα προσεκτικά την πόρτα του δωματίου της κόρης μου και έριξα μια ματιά μέσα. Η μικρή Ειρήνη καθόταν στο κρεβάτι της, χαμένη στον δικό της κόσμο, ανακατεύοντας τις κούκλες και τα παιχνίδια της. Η καρδιά μου σφίχτηκε σήμερα είναι τα γενέθλιά της. Θα έπρεπε να είμαι χαρούμενος, μα η ψυχή μου βαραίνει, σαν να κάθεται μια πέτρα στο στήθος μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα, προσπάθησα να χαμογελάσω όσο πιο θερμά μπορούσα και ρώτησα με όσο το δυνατόν πιο κεφάτο ύφος:

Ειρήνη μου, αγάπη μου, διαλέξαμε τελικά ποιο φόρεμα θα βάλεις για τους καλεσμένους;

Σηκώθηκε σβέλτα από το κρεβάτι, τα μάτια της έλαμψαν αμέσως. Με μια απότομη κίνηση έπιασε από την πολυθρόνα το αέρινο ροζ φόρεμα με τη φουσκωτή φούστα, που σχεδόν χόρευε τριγύρω της στα μικρά χέρια της. Σφιχταγκαλιάζοντάς το, μου απάντησε:

Το ροζ θα βάλω! Η γιαγιά είπε πως είναι ακριβώς σαν της πριγκίπισσας, σαν στα παραμύθια που μου διαβάζεις!

Χτύπησα νευρικά μια τούφα από τα μαλλιά μου πίσω και προσπάθησα να μοιραστώ τη χαρά της μικρής μου, αλλά το μυαλό μου δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από το χθεσινό βράδυ. Οι κουβέντες της Θεόδωρος αντηχούσαν πάλι στ αυτιά μου· κρύες, ψυχρές σαν ρίγος στη ραχοκοκαλιά. Θα πάρουμε διαζύγιο. Δε θέλω να τη βλέπω ούτε ζωγραφιστή.

Η Ειρήνη, δίχως να αντιλαμβάνεται το μπέρδεμα μέσα μου, έκανε μια στροφή φορώντας το φόρεμα πάνω της, φανταζόμενη ήδη πως θα φανεί μπροστά στους καλεσμένους. Ξαφνικά στάθηκε και με κοίταξε με τα μεγάλα της καστανά μάτια όπου καθρεφτιζόταν η ελπίδα:

Μπαμπά, ο μπαμπάς θα έρθει σήμερα;

Ένιωσα τον λαιμό μου να σφίγγεται. Έψαξα τα σωστά λόγια, να μη τη ρίξω ακόμα παραπάνω. Πώς να εξηγήσεις σ ένα παιδί μόλις πέντε χρονών ότι ο άνθρωπος που χτες γελούσε μαζί της και την ανέβαζε στα χέρια του, απόψε αποφάσισε να γυρίσει την πλάτη στη ζωή μας; Πώς να πεις ότι τα χάδια και οι υποσχέσεις μπορούν ν αλλάξουν σε μια στιγμή;

Ο μπαμπάς δουλεύει πολύ, αγάπη μου, κατάφερα να πω, προσπαθώντας να ακούγομαι σίγουρος. Σε αγαπάει πολύ όμως. Πάρα πολύ, να το θυμάσαι.

Η Ειρήνη άφησε σιγά το φόρεμα, οι ώμοι της βάρυναν λίγο και στο βλέμμα της πέρασε η σκιά της απογοήτευσης.

Είχε πει ότι θα με έβλεπε να χορεύω Κύκνο, θυμάσαι;

Χτύπησε το κουδούνι και τινάχτηκα. Έλεγχα ακόμα το τραπέζι, αν ήταν έτοιμα όλα για το πάρτι. Η μέρα προχωρούσε, το σπίτι άρχιζε να γεμίζει φωνές. Ήρθαν παλιοί συνάδελφοι από τη δουλειά με τα παιδιά τους, η κυρία Ελένη η γειτόνισσα με την εγγονή της, μερικά ξαδέρφια από το σόι.

Έφτιαξα τη φούστα μου, έκανα να πάρω ανάσα, να διώξω τη νευρικότητα, και πήγα ν ανοίξω. Ήθελα το πάρτι της Ειρήνης να της μείνει αξέχαστο να θυμάται μια ζεστή, χαρούμενη μέρα, γέλια κι αγάπη.

Ο Θεόδωρος τελικά φάνηκε. Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο, μοσχοβόλαγε η μηλόπιτα και φρέσκα φρούτα, τα παιδιά η Ειρήνη με τις φίλες της γελούσαν ξεκαρδισμένα. Μπήκε αθόρυβα, φορώντας κάποιο ακριβό κουστούμι, το βλέμμα του ψυχρό, ξένο, λες και ήρθε σε επαγγελματικό ραντεβού.

Εδώ γίνεται το γλέντι; είπε κοφτά, η φωνή του παγωμένη. Μια μαχαιριά μέσα στη γιορτινή ατμόσφαιρα.

Κόλλησα στο τραπέζι, με το πιάτο με τα γλυκά στο χέρι. Πριν προλάβω ν αντιδράσω, η κυρα-Μαρία, φίλη της μητέρας του, έτρεξε κοντά του:

Α, Θεοδωράκη μου! Σ είχαμε ανάγκη! Έλα να δοκιμάσεις το γλυκό, το φτιαξε η Μαγδαληνή μόνη της!

Ο Θεόδωρος ούτε που γύρισε να απαντήσει. Κατευθύνθηκε στο κέντρο του δωματίου, εκεί που η Ειρήνη, ντυμένη ροζ και χαμογελαστή, έδειχνε τις χορευτικές της φιγούρες στη φίλη της. Για μια στιγμή σάστισε βλέποντας τον πατέρα της, το προσωπάκι της ολόφωτο.

Μπαμπά, δες πώς χορεύω! άρχισε να του δείχνει, σηκώνοντας τα χέρια σαν φτερά κύκνου.

Εκείνος όμως μόνο την κοίταξε και δήλωσε, ψυχρά κι αποφασιστικά:

Λοιπόν. Θα χωρίσουμε. Δεν θέλω να σε ξαναδώ. Μη με φωνάξεις ποτέ ξανά „μπαμπά”.

Το δωμάτιο έγειρε από τη σιωπή, σαν να σβησε το φως με μιας. Κάποιος αναστέναξε, άλλος προσποιήθηκε πως κοιτάζει τις κορνίζες ή τα σερβίτσια. Η Ειρήνη έμεινε ακίνητη, τα χέρια της έπεσαν, το φόρεμα μαζεύτηκε στα δάχτυλά της.

Μπαμπά ψέλλισε, χαμένη στην απορία καθώς η καρδιά μου τσαλάκωνε.

Το αποφάσισα, πέταξε εκείνος ακόμα πιο κρύα, χωρίς να της ρίξει δεύτερη ματιά. Γύρισε να φύγει, σαν να μην υπήρξαν ποτέ αυτή, το πάρτι, το παιδί που τόση ώρα τον περίμενε.

Έτρεξα πίσω του, ξεχνώντας τραπέζια, τούρτες και καλεσμένους. Τον πρόλαβα στην εξώπορτα, τον έπιασα από το μανίκι.

Πώς μπορείς; Είναι πέντε χρόνων παιδί σήμερα! Τα γενέθλιά της είναι! η φωνή μου έτρεμε, αλλά προσπάθησα να κρατήσω σταθερό τόνο.

Και εγώ τριάντα πέντε, απάντησε, ανέκφραστος. Κουράστηκα. Εσύ, το σπίτι, το παιδί δεν είναι η ζωή που θέλω. Θα κάνω άλλη οικογένεια.

Η πόρτα έκλεισε πίσω του, αφήνοντας πίσω της άδειο ήχο. Οι καλεσμένοι κοιτάχτηκαν αμήχανα, κάποιοι ξεκίνησαν να χαιρετούν χαμηλόφωνα, άλλοι βιαστικά φόρεσαν τα παπούτσια τους.

Η Ειρήνη έμεινε για ώρα, σφιγμένη πάνω στο ροζ φόρεμα, ώσπου αργά κάθισε στο πάτωμα, το κράτησε στην αγκαλιά της και άρχισε τα ήρεμα, αθόρυβα δάκρυα χωρίς λυγμούς και κραυγές, μόνο δάκρυα που κύλησαν στα μάγουλα, με τους ώμους της ν’ ανασηκώνονται ελαφρά

***

Για τους πρώτους μήνες μετά τον χωρισμό, ήμουν σαν χαμένος· κάθε μέρα ανακατευόταν με την επόμενη, όλα έμοιαζαν ασαφή, ξένα. Ήμουν συνηθισμένος στη ρουτίνα του σπιτιού ο Θεόδωρος επέμενε πάντα ότι είναι „καθήκον μου” να δημιουργήσω οικογενειακή φωλιά. Τώρα η φωλιά χάλαγε μπροστά στα μάτια μου.

Την πρώτη μου δουλειά την βρήκα σχεδόν από τύχη σαν να αποφάσισε η μοίρα να μου δώσει βοήθεια όταν την είχα περισσότερο ανάγκη. Ένα καινούργιο κατάστημα ρούχων άνοιγε στο Mall της γειτονιάς και πήγα ντροπαλά με ένα βιογραφικό που είχα φτιάξει παλιά. Η υπεύθυνη, μια ευγενική νέα κοπέλα, είδε τα χαρτιά, χαμογέλασε και είπε:

Έχετε πείρα. Θα δοκιμάσουμε ένα μήνα.

Δέχτηκα αμέσως. Δύσκολος ο πρώτος μήναςκαινούριοι άνθρωποι, ταμειακές, πελάτες που άλλαζαν διάθεση κάθε στιγμή. Σιγά σιγά όμως το συνήθισα. Άρχισα να χαμογελώ στους ξένους ακόμα κι αν μέσα μου ήμουν σμπαραλιασμένος. Ο μισθός ήταν μέτριος, μόλις έφτανε για τα βασικά, αλλά νιώθεις αλλιώς όταν παίρνεις ξανά την ευθύνη του εαυτού σου.

Με τον παιδικό σταθμό κάναμε τον σταυρό μας. Δεν υπήρχαν θέσεις, όμως επέμεινα, ικέτεψα, εξήγησα την κατάσταση, ώσπου τελικά η διευθύντρια μας έβαλε σε τμήμα με παράταση ωραρίου. Ένα άγχος λιγότερο θα προλάβαινα να παίρνω την Ειρήνη έγκαιρα μετά τη δουλειά.

Ένα βράδυ που την έβαζα για ύπνο, με ρώτησε ήσυχα:

Μπαμπά ο μπαμπάς μας άφησε;

Στάθηκα, τα λόγια κόλλησαν στο στόμα. Να πω την αλήθεια θα την πλήγωνε, να το καλύψω θα ήταν ψέμα.

Ο μπαμπάς δεν μπορεί να είναι τώρα μαζί μας, είπα όσο πιο τρυφερά γινόταν, χαϊδεύοντας τα μαλλάκια της με την παλάμη μου. Μα δε σημαίνει ότι δεν σ αγαπάει.

Έμεινε σιωπηλή, μετά ψιθύρισε χωρίς να ανοίξει τα μάτια:

Εγώ τον αγαπώ.

Έμεινα δίπλα της σιωπηλός, μάζεψα καλά το πάπλωμα κι έκλεισα αθόρυβα την πόρτα.

Στην κουζίνα, κάθισα βαριά στη καρέκλα, ακουμπώντας τα χέρια στο τραπέζι. Επιτέλους άφησα τα δάκρυα να κυλήσουν. Ήταν σιγανά, χωρίς φωνές. Εκτός, στο παράθυρο, τα φώτα της Αθήνας τρεμόπαιζαν, λιγοστές μηχανές ακούγονταν μακριά και γύρω μας βασίλευε σιωπή, μια σπάνια γαλήνη.

Σύντομα ήρθε το χαρτί για το μοίρασμα των περιουσιακών. Το διάβασα τρεις φορές ώσπου να το πιστέψω το διαμέρισμά μας, που αγοράσαμε μαζί, θα χωριζόταν στη μέση.

Κατάλαβα ότι χωρίς νομικό δεν έβγαινε άκρη. Βρήκα δικηγόρο με σύσταση, πήγα με τρεμάμενα χέρια και τα χαρτιά στο φάκελο. Ο άνθρωπος μελέτησε, έγειρε το κεφάλι πίσω και είπε:

Ο νόμος είναι σαφής: μισά-μισά. Ή αγοράζετε το μερίδιό του ή πουλάτε και παίρνετε τα λεφτά.

Έκανα γρήγορα λογαριασμούς. Τα δικά μου αποταμιευμένα σχεδόν τίποτα. Πήρα τηλέφωνα σε θείες, εξήγησα, ζήτησα. Άλλος βοήθησε, άλλος όχι. Πάλι δεν έφταναν τα χρήματα.

Πουλήστε, είπε ρεαλιστικά ο δικηγόρος. Τουλάχιστον θα ανοίξετε ένα καινούργιο κεφάλαιο.

Η πώληση έγινε πιο γρήγορα απ ότι φανταζόμουν. Ειλικρινείς αγοραστές, καλή τιμή, μεσολάβηση σωστή. Έμεινα με τη μισή αξία στο χέρι επιλογή ανάμεσα σε μια μικρή γκαρσονιέρα στα προάστια ή ενοικίαση μονοκατοικίας.

Διάλεξα το δεύτερο. Βρήκα μια παλιά μονοκατοικία στο Παγκράτι ταπεινή, αλλά καθαρή, με μια μικρή αυλή που ονειρευόμουν να φυτέψω βασιλικά. Η ιδιοκτήτρια, γιαγιούλα άσπρα μαλλιά και καλοσύνη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, τα άκουσε όλα.

Αρκεί να πληρώνετε στην ώρα σας, παιδάκι μου, μην αγχώνεσαι. Σπίτι και ασφάλεια να χετε.

Η μετακόμιση ήταν άθλος. Τρέχαμε πάνω κάτω, μαζεύαμε πράγματα, οργάνωνα και ταυτόχρονα συντόνιζα μεταφορείς. Η Ειρήνη με κοίταζε ήρεμη, καθισμένη πάνω σε ένα κουτί, τα γόνατα στα στήθη. Κι όταν τα τελευταία κουτιά γέμισαν το νέο σαλόνι, ρώτησε σιγανά:

Η ροζ μου το δωμάτιο πού είναι, μπαμπά;

Μ αυτό το απλό ερώτημα πόνεσα περισσότερο κι από τα νεύρα μου. Γονάτισα στο πάτωμα, την αγκάλιασα και προσπάθησα να χαμογελάσω:

Θα το φτιάξουμε, μαζί!

Και το κάναμε. Με τα τελευταία ευρώ πήραμε χρώμα απαλό ροζ, ταπετσαρίες με πολύχρωμες πεταλούδες, νέο μικρό κρεβάτι με φανταχτερή κουνουπιέρα. Τα βράδια, αν και ήμουν πτώμα, έβαφα προσεκτικά τους τοίχους. Όταν τελειώναμε, φτιάχναμε τσάι με κουλουράκια και ονειρευόμασταν το καινούργιο μας παραμύθι.

Το δωμάτιο άρχισε να ζωντανεύει”. Οι πεταλούδες στους τοίχους φάνταζαν ζωντανές, το ροζ φως έδινε μια οικειότητα και η κουνουπιέρα μετέτρεψε το κρεβάτι σε θρόνο πριγκίπισσας. Η Ειρήνη φάνηκε να ξαναβρίσκει το χαμόγελο.

Τη δεύτερη δουλειά τη βρήκα τυχαία. Στο ίδιο Mall, άνοιγε μια μικρή ζεστή καφετέρια. Περνούσα κάθε μέρα από μπροστά. Ένα απόγευμα της βοήθησα καθώς μπλεχτήκαν στις παραγγελίες και έδειξα με λόγια τι να κάνουν. Το αφεντικό παρατήρησε, με πλησίασε λίγο μετά.

Θες να δουλεύεις το απόγευμα για μερικές ώρες ως μπαρίστα; Η αμοιβή λίγη, αλλά καλύτερη από της πωλήτριας. Κι αν χρειαστείς να φέρνεις τη μικρή, δίπλα έχει παιδική γωνιά για τα παιδιά μας. Τι λες;

Έκανα έναν λογαριασμό και συμφώνησα. Από τότε η μέρα μου γέμιζε εντελώς. Ξύπνημα στις έξι, ετοιμασίες, παιδικός σταθμός, πρώτη δουλειά, αμέσως μετά η δεύτερη στη καφετέρια, κι επιστροφή σπιτιού αργά, συχνά τόσο κουρασμένος που κοιμόμουν στον καναπέ.

Ένα πρωί, η Ειρήνη με σκέπασε με κουβέρτα, με χάιδεψε στον ώμο και μου ψιθύρισε:

Μπαμπά, είσαι κουρασμένος.

Αυτό το απλό πράγμα, η τρυφερότητα, φώλιασε με ενοχή και στοργή μαζί. Χαμογέλασα, της έσφιξα το μικρό χέρι και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να σταθώ όρθιος για εκείνη.

Τα χρήματα από το διαμέρισμα τα έβαλα σε λογαριασμό. Μικρά τα έσοδα, αλλά καλύτερα να έχω κάτι στην άκρη για έκτακταπλυντήριο, γιατρούς, ό,τι έφερναν οι μέρες.

Ένα απόγευμα, παίρνοντας την Ειρήνη από τον παιδικό, είδα απέναντι άντρα κοντά στην ηλικία μου, να περιμένει τον δικό του γιο, τον Γιάννη. Με πλησίασε γρήγορα:

Εσείς είστε ο πατέρας της Ειρήνης; Είμαστε στην ίδια τάξη. Εγώ ο Παναγιώτης.

Χάρης, συστήθηκα. Ακόμα είχα στο νου χίλιες εκκρεμότητες.

Είσαι κι εσύ μπαμπάς μόνος, βλέπω. Αν ποτέ χρειαστείς, έχω αμάξι, να σας μεταφέρω.

Ευχαρίστησα, αλλά αρνήθηκα από διακριτικότητα. Μια βδομάδα μετά όμως, μια βροχερή μέρα προσγειωθήκαμε όλοι στη στάση, ο δικός μας λεωφορείο χάλασε, εγώ και η Ειρήνη μουσκεμένοι. Δίπλα σταμάτησε ο Παναγιώτης:

Ελάτε, μη βραχείτε άλλο!

Δεν αρνήθηκα. Μας πήγε σπίτι και στη διαδρομή ο μικρός του, ο Γιάννης, συζητούσε για δεινόσαυρους. Ο Παναγιώτης με κοίταξε με μια ζέστη που δε θύμιζε ούτε δημόσια βοήθεια, ούτε ύποπτο ενδιαφέρον.

Ζόρικα ε; είπε.

Δεν απάντησα, μα εκείνος συνέχισε:

Κι εγώ μόνος είμαι. Η γυναίκα μ άφησε πριν δύο χρόνια „δε βαστάει ο ήρωας στο σπίτι”, είπε. Δουλεύω στην Άμεση Βοήθεια, μέρα παρά μέρα. Δε μπορούν όλοι να το αντέξουν.

Από τότε συναντιόμασταν συχνά. Στην αρχή απλές κουβέντες, για τον καιρό, τα παιδιά, παιδικά προγράμματα. Ύστερα άρχισε να με ρωτά αν χρειάζομαι βοήθειανα πάρει την Ειρήνη αν ερχόταν αργά, να φέρει ψώνια. Στην αρχή αρνήθηκα από συνήθεια, μετά άρχισα να δέχομαι: οι μέρες μου γίνονταν λιγότερο φορτωμένες.

Μια μέρα, καθισμένοι στο παγκάκι στο πάρκο, τα παιδιά μας πετούσαν φύλλα και μιλούσαν δυνατά:

Δεν χρειάζεται να τα κουβαλάς όλα μόνος, μου είπε. Μπορείς να στηριχτείς σε φίλους κάποιες φορές.

Κοίταξα τον Παναγιώτη, τα παιδιά, τα χρυσαφένια φύλλα. Και πρώτη φορά, δεν αισθανόμουν απομονωμένος. Είχα δίπλα μου άνθρωπο που καταλάβαινε, που ένιωθε τι σημαίνει να μεγαλώνεις παιδί μόνος.

Τα παιδιά δέθηκαν γρήγορα. Γέλια, παιχνίδι, ατέλειωτες κουβέντες και κυνηγητό στον κήπο. Κι εγώ με τον Παναγιώτη καθόμασταν μαζί, μοιραζόμασταν μικρές φέτες από τη μέρα, ήρεμες κουβέντες, βαθιές αναπνοές.

Μια μέρα που είχε αρχίσει να δροσερεύει, ο Παναγιώτης με κοίταξε και μου πε:

Νόμιζα πως δεν θα μπορούσα ν αγαπήσω ξανά. Ώσπου σε είδα να παλεύεις κάθε μέρα.

Δεν βρήκα απάντηση μόνο ζέστη ένιωσα μέσα μου. Δεν είχα συνηθίσει τόση ευθύτητα, τόσο φως.

Πέρασε καιρός. Η ζωή κυλούσε, τα παιδιά μεγάλωναν. Έπειτα από έξι μήνες το πήραμε απόφαση: μετακομίσαμε σπίτι του. Μεγάλο διαμέρισμα, ευήλιο, με δωμάτιο για κάθε παιδί. Ο Παναγιώτης έκανε τα πάντα· έβαψε τοίχους, έστησε κρεβάτια, κρέμασε κουρτίνες.

Μόλις ολοκληρώσαμε τη μετακόμιση, βρεθήκαμε και οι τέσσερεις στο σαλόνι. Η Ειρήνη χάζευε το νέο δωμάτιό της, όταν γύρισε και τον κοίταξε:

Μπαμπά

Η λέξη βγήκε φυσικά, χωρίς στόμφο, και μας γέμισε συγκίνηση. Ο Παναγιώτης μπερδεύτηκε, μάτια του βούρκωσαν, όμως γονάτισε στο ύψος της:

Μόνο αν το θες.

Το θέλω, είπε η Ειρήνη.

Τους αγκάλιασα κι εγώ. Το σπίτι μύριζε μπογιά, τ ακούγονταν παιδικές φωνές, κι ένιωθα πως είχα, επιτέλους, φτιάξει αυτό που ονειρευόμουν: οικογένεια.

***

Τρία χρόνια μετά, εμφανίστηκε ο Θεόδωρος. Είχα πάψει να τον σκέφτομαι, η νέα μου ζωή είχε πάρει μπρος, τα παλιά είχαν ξεθωριάσει. Ένα μεσημέρι δέχτηκα μήνυμα: Θέλω να μιλήσουμε. Μπορούμε να συναντηθούμε στο καφέ δίπλα στο Ζάππειο;.

Πήγα. Είχε αλλάξει, μου φάνηκε πιο μουντός, πιο κουρασμένος σε πρόσωπο και μάτια. Καθίσαμε αμήχανα.

Το σκέφτηκα πολύ, μου είπε τελικά. Ίσως βιαστήκαμε Ίσως να φταίω

Άφησα κάτω τον καφέ μου.

Βιαστήκαμε; του απάντησα ήρεμα. Εσύ σ εκείνη τη μέρα έκλεισες την πόρτα μπροστά στην κόρη σου. Τώρα ξαναθυμήθηκες;

Έκανα λάθη. Η καινούρια ζωή που έχτισα, δεν κράτησε. Αυτή με άφησε, πήρε το σπίτι και το αμάξι. Με εκμεταλλεύτηκε

Και τώρα θυμήθηκες το σίγουρο λιμάνι; Θέλεις να γυρίσεις επειδή βολεύει;

Φάνηκε να θυμώνει.

Δεν με καταλάβαινες ποτέ! Γι αυτό έφυγα!

Άφησα τα πάντα πίσω για σένα, του είπα ήρεμα. Δούλεψα για το σπίτι, μεγάλωσα την Ειρήνη, έκανα πίσω στη δουλειά. Αλλά τώρα τώρα η ζωή μου έχει γεμίσει ξανά. Έχω οικογένεια, έναν άνθρωπο που με σέβεται και αγαπάει, ένα σπίτι που γεμίζει φωνές. Και γυρισμό σε σένα δεν υπάρχει πια.

Σηκώθηκε θυμωμένος:

Πλάι σ αυτόν τον οδηγό; Κι εμένα θα με ξεχάσεις έτσι; Δεν έχεις ιδέα τι πέρασα!

Τον κοίταξα σταθερά.

Αυτός που τα παράτησε δε δικαιούται να ζητά πίστη. Μην περιμένεις να μείνω πίσω για όσα έχασες μόνος σου.

Έκανε να μιλήσει, να διαμαρτυρηθεί, τελικά έφυγε απότομα, λέγοντας θυμωμένος:

Θα το μετανιώσεις!

Δεν απάντησα. Τον είδα να χάνεται στο πλήθος. Δεν ένιωθα θυμό, ούτε λύπη μόνο ανακούφιση. Έπινα πια τον καφέ ατόφιος, με γεύση άλλης ζωής. Είχα οικογένεια κι ευτυχία, κι αυτό έφτανε.

***

Όταν γύρισα σπίτι, με περίμεναν η Ειρήνη κι ο Γιάννης να τρέχουν γύρω από το καινούργιο φρούριο που είχαν φτιάξει με μαξιλάρια. Ο Παναγιώτης, καθισμένος στον καναπέ με την Καθημερινή στο χέρι, χαμογελούσε χωρίς να το καταλαβαίνει. Τον κοίταξα και του ζήτησα να πάμε στην κουζίνα.

Όλα καλά; ρώτησε, ανάβοντας το βραστήρα.

Ήρθε ο Θεόδωρος ήθελε να γυρίσει.

Ο Παναγιώτης δεν ταράχτηκε. Απλώς μ αγκάλιασε, ζεστά, όπως κάθε φορά που ήθελε να με στηρίξει.

Και;

Είπα πως είμαι ευτυχισμένος. Πως έχω τώρα οικογένεια που δε θ άλλαζα με τίποτα.

Χαμογέλασε, ήρεμα, όπως πάντα. Με φίλησε γλυκά.

Τα παιδιά έκαναν φασαρία η οχυρωμένη πολιτεία τους γκρεμίστηκε κάτω από τις φωνές τους. Μαζευτήκαμε όλοι στο σαλόνι, ζωγραφίσαμε σημαιάκι και στήσαμε ξανά τον πύργο. Εκείνο το βράδυ, καθώς αποκοιμήθηκαν τα παιδιά, χωθήκαμε με τον Παναγιώτη αγκαλιά στον καναπέ.

Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα τα καταφέρω μόνος, τότε, του είπα. Πίστευα πως δε θα σταθώ.

Με κοίταξε ήρεμα.

Μα δεν έπεσες ποτέ, Χάρη. Και είσαι εδώ, γιατί ξέρεις τι αξίζεις. Κυρίως όμως, γιατί δεν τα παράτησες όταν οι άλλοι σε εγκατέλειψαν.

Του χαμογέλασα κι έγειρα το κεφάλι μου στον ώμο του.

Αν δεν ήσουν εσύ όλα θα ήταν αλλιώς.

Δεν το πιστεύω. Η μοίρα θα μας έφερνε πάλι μαζί. Αυτά δεν χάνονται τα φέρνει η ίδια η καρδιά.

Άνοιξα το παράθυρο. Η Αττική λαμπύριζε έξω, με εκείνα τα φώτα τα βραδινά που αγαπώ. Αγκαλιά, με την Ειρήνη και τον Παναγιώτη και τον μικρό Γιάννη να γεμίζουν το σπίτι με χαρά, κατάλαβα:

Τελικά, ευτυχία είναι να φτιάχνεις απ την αρχή εκείνο που πίστεψες πως έχασες. Να μη χάνεις το κουράγιο σου όσο στραβά κι αν πάνε οι μέρες. Να ανοίγεις χώρο στη ζωή σου και για τους άλλους, ακόμη κι αν πληγώθηκες. Γιατί στο τέλος, η αγάπη βρίσκει τον δρόμο της, αρκεί να της αφήσεις μια μικρή χαραμάδα να περάσει.

Αυτό το μικρό κομμάτι ευτυχίας, λοιπόν, είμαι εγώ. Και δε θα το αφήσω ποτέ να μου το πάρει κανείς.

Oceń artykuł
Ένα Κομμάτι Ευτυχίας