Ένα Βήμα προς τη Νέα Ζωή

Βήμα σε μια Νέα Ζωή

Η Δανάη στεκόταν μπροστά στο παράθυρο του ενοικιαζόμενου διαμερίσματός της στην Αθήνα και κοιτούσε το βρεγμένο πεζοδρόμιο, πάνω στο οποίο κυλούσαν πολύχρωμες ομπρέλες περαστικών κατακόκκινες, λεμονί κίτρινες, βαθύ μπλε σαν να ήταν ένα πατσγουόρκ που κινείται πάνω στους δρόμους της πόλης. Έβρεχε για τρίτη συνεχόμενη μέρα, μουντό και μονότονο, λες και ήθελε η βροχή να επιβεβαιώσει αυτό το συναίσθημα του εσωτερικού ξεχειλώματος που ένιωθε. Κρατούσε μια κούπα με κρύο τσάι το άρωμα από περγαμόντο είχε σχεδόν χαθεί, μένοντας μόνο μια ελαφριά πικράδα στο στόμα της. Το βλέμμα της έπεσε ακούσια πάνω στα κουτιά με τα προσωπικά της αντικείμενα, που δεν είχε ακόμη ξεπακετάρει: από το ένα ξεπρόβαλε ένα μανίκι από την αγαπημένη της φούτερ με το λογότυπο του πανεπιστημίου Αθηνών, από το άλλο έβλεπε τις ράχες βιβλίων, όπως πάντα τα πρώτα που κουβαλούσε σε κάθε νέο σπίτι.

«Βρίσκομαι στ αλήθεια εδώ;» συλλογιζόταν η Δανάη, αφουγκραζόμενη τον ήχο της πόλης έξω: ο βόμβος των αυτοκινήτων, σποραδικές κόρνες, το μακρινό κουδούνισμα από τις ράγες του τραμ της Αθήνας. Πριν έναν μήνα έτρεχε στη Θεσσαλονίκη, αργούσε στα μαθήματα, καταριόταν τα χαλασμένα ασανσέρ στο μετρό, έπινε φρέντο μαζί με τους συμφοιτητές της στην αγαπημένη καφετέρια εκεί που ο μπαρίστας ήξερε πάντα ότι παίρνει εσπρέσο διπλό και μπουγάτσα. Και τώρα Αθήνα, πρακτική σε μεγάλη τεχνολογική εταιρεία, γλώσσα νέα, δρόμοι ξένοι, μέχρι κι οι πινακίδες στα μαγαζιά φαινόντουσαν σαν να της μιλούσαν σε άλλη διάλεκτο.

Άφησε ένα δακτυλικό αποτύπωμα στο τζάμι καθώς απομακρύνθηκε. Πάνω στο τραπέζι ήταν το σημειωματάριό της γεμάτο διαγράμματα, βέλη και μικρές παρατηρήσεις στα περιθώρια δίπλα του, ο χάρτης της πόλης σκιτσαρισμένος με τα νέα της στέκια: το κοντινότερο φούρνο, το σούπερ μάρκετ, τον σταθμό του μετρό. Ναι, η ζωή της είχε γυρίσει τούμπα

***************************

Το σκέφτηκες σίγουρα καλά; ρώτησε με φωνή που έτρεμε η Μαρία, παρατηρώντας τη νεώτερη κόρη της, Δανάη, να γεμίζει τη βαλίτσα της. Ανακατωσούρα παντού: κουτιά ανοικτά, χαρτιά και σημειώσεις στο γραφείο, φωτογραφίες στο περβάζι ένα ταξίδι μέσα στα χρόνια: η Δανάη με πληγωμένα γόνατα, στον σχολικό χορό, στη Χαλκιδική με παγωτό στο χέρι.

Τα ζύγισα όλα, μαμά, είπε η Δανάη, διπλώνοντας το πουλόβερ της όσο πιο ήρεμα μπορούσε. Προσπαθούσε να φανεί σίγουρη, αλλά μέσα της ήταν σαν να της είχαν στρίψει αόρατο ελατήριο. Υπέγραψα σύμβαση, αγόρασα τα εισιτήρια, πίσω δεν έχει.

Γιατί τώρα; δεν το έβαζε κάτω η μητέρα της. Ίσως να περίμενες ακόμα ένα χρόνο;

Είναι μοναδική ευκαιρία, μαμά, της είπε η Δανάη, αγκαλιάζοντας τα ανήσυχα ώμους της μητέρας της. Μια τέτοια πρακτική σου ανοίγει όλες τις πόρτες. Πάντα δεν ήθελες να καμαρώνεις για μένα;

Τότε μπήκε στο δωμάτιο η Ρένα, η μεγαλύτερη αδελφή της. Στάθηκε στο κατώφλι, σταυρωμένα τα χέρια της, στο πρόσωπο ανήσυχος θαυμασμός. Η Ρένα ήταν πάντα ο άνθρωπός της την σήκωνε στα δύσκολα, της έδινε φτερά στις εξετάσεις, τη συμβούλευε σοφά όταν τσακωνόταν με φίλους.

Άστα, να φύγει, είπε δυνατά η Ρένα. Δική της η ζωή, δικές της οι αποφάσεις. Δεν γίνεται να της κρατάμε το χέρι για πάντα. Έχει μεγαλώσει.

Ευχαριστώ, χαμογέλασε η Δανάη, και συνέχισε ψιθυριστά: Μόνο εσύ ξέρεις όλη την αλήθεια.

Η αλήθεια ήταν πως η Δανάη δεν έφευγε μόνο για την πρακτική. Έξι μήνες πριν, είχε μάθει τυχαία πως ο Πέτρος, ο φίλος της απ το Λύκειο που του είχε αδυναμία από παλιά, θα παντρευόταν τη συνάδελφό του, την Ελισάβετ.

Θυμόταν τη σκηνή σαν να παίζονταν ακόμη. Είχε μπει στο καφέ δίπλα στο πανεπιστήμιο για γρήγορο καφέ και τους είδε κοντά στο παράθυρο. Ο Πέτρος κρατούσε το χέρι της Ελισάβετ και κάτι της ψιθύριζε, κι εκείνη γελούσε κρύβοντας το στόμα. Το δαχτυλιδάκι λαμποκοπούσε αδύνατο να μην το δει Η Δανάη σώριασε, η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που σίγουρα θα την άκουγαν όλοι. Ένιωθε το λαιμό της να κλείνει. Πήρε δρόμο έξω σχεδόν τρέχοντας, παραλίγο να ρίξει τον σερβιτόρο. Τα χέρια της έτρεμαν όταν έγραφε στη Ρένα: Τετέλεσται. Παντρεύονται.

Αργότερα εκείνο το βράδυ, έγραψε στον Πέτρο: Συγχαρητήρια για τον αρραβώνα! Χαίρομαι πολύ! Εκείνος απάντησε με ένα λιτό Ευχαριστώ! και τρία καρδούλες emoji. Αντί για καρδιά, της ήρθε χαστούκι απ το emoji.

Έκτοτε απέφευγε να τον βλέπει. Δύσκολο βέβαια ήταν στο ίδιο τμήμα, διασταυρώνονταν συνέχεια, μερικές φορές μπλέκονταν και στις ίδιες ομάδες εργασίας. Όποτε συναντιόντουσαν οι ματιές, η Δανάη ένιωθε ένα χάος μέσα της, μπερδεμένο από χαρά, πόνο και κάτι φαρμακερό. Έκανε ότι κοιτάει αλλού, αλλά μέσα της πάγωνε.

Μια μέρα σκέφτηκε: «Αν η Ελισάβετ εξαφανιζόταν μαγικά, θα με έβλεπε;» Τρομοκρατήθηκε από τη δική της σκέψη. Κάθισε σε παγκάκι, έπιασε το κεφάλι με τα δυο της χέρια και ψιθύρισε: Τι παθαίνω τώρα;

Πήγε διακριτικά (έτσι είπε κιόλας) σε ψυχολόγο. Συμβουλή; Διέκοψε τη σχέση, φύγε όσο πιο μακριά γίνεται το συντομότερο.

Τότε ήταν που προέκυψε η πρόταση για πρακτική στην Αθήνα. Το θεώρησε σημάδι της μοίρας και είπε ναι χωρίς δεύτερη σκέψη.

*******************

Η μέρα της αναχώρησης ήρθε γρηγορότερα κι από την τελευταία προθεσμία στο Τaxisnet. Όλοι ήρθαν να τη χαιρετήσουν: γονείς, η Ρένα, συμφοιτητές, δυο φίλες απ το σχολείο. Στο Ελευθέριος Βενιζέλος πανικός άλλα φιλούσαν ολόγυρα, άλλα έτρεχαν να προλάβουν πτήσεις, παιδιά πηγαινοέρχονταν ανάμεσα σε βαλίτσες, κάπου πιο πίσω έπαιζε ηχητικά το Ζορμπάς για να θυμούνται οι τουρίστες πού ήρθαν.

Μέσα στο πλήθος, η Δανάη είδε αμέσως τον Πέτρο. Καθόταν δίπλα στην Ελισάβετ, έβγαζε μια αμηχανία που δεν του μοιάζε. Τα χέρια στις τσέπες, σαν να μην ήξερε πού να τα βάλει. Η Ελισάβετ να του μιλάει και να κάνει χειρονομίες, εκείνος απλώς κούναγε καταφατικά το κεφάλι.

Λοιπόν Δανάη, της είπε με αδέξιο χαμόγελο ο Πέτρος καθώς την πλησίασε και της χάρισε μια αγκαλιά που μύριζε τη γνώριμη κολόνια του Καλή επιτυχία. Γράψε, πάρε κανένα τηλέφωνο, μην χαθείς.

Θα το κάνω, απάντησε η Δανάη πασχίζοντας να μην φανεί η συγκίνησή της. Μέσα της το στομάχι έπιασε κόμπο.

Η Ελισάβετ χαμογελαστή τη φίλησε σταυρωτά:

Χαίρομαι τόσο πολύ για σένα, Δανάη! Τεράστια εμπειρία υποσχέσου μου ότι θα μας στέλνεις φωτογραφίες από Αθήνα! Πάντα ήθελα να τη δω από κοντά.

Εννοείται είπε η Δανάη. Θα στέλνω και βίντεο άμα λάχει.

Σκέφτηκε όμως ταυτόχρονα: Χωρίς βιντεοκλήσεις. Όσο λιγότερη επικοινωνία, τόσο το καλύτερο! Μόνο έτσι θα απαλλαγώ στα αλήθεια.

Όταν άκουσε την ανακοίνωση της πτήσης, φίλησε τη μαμά και τη Ρένα, χαιρέτισε φίλους και γύρισε προς την έξοδο. Γύρισε για λίγο, κοίταξε τελευταία φορά τον Πέτρο εκείνος με τα χέρια βαθιά στις τσέπες, την παρακολουθούσε, στο βλέμμα του κάτι κρυμμένο. Μελαγχολία; Μεταμέλεια; Ή απλά, τυπικό αποχαιρετισμό;

«Λες να…;», σκέφτηκε φευγαλέα. Αμέσως τίναξε την ιδέα από το μυαλό και προχώρησε μπροστά.

Πάμε, ψιθύρισε στον εαυτό της. Ένα βήμα και σε νέα ζωή.

Στο αεροπλάνο, έβγαλε το τετράδιό της και έγραψε:

Ημέρα πρώτη. Είμαι στον δρόμο. Η καρδιά βαριά, αλλά το ξέρω κάνω αυτό που πρέπει. Ώρα για μια καινούρια αρχή. Εδώ δεν υπάρχουν Πέτρος, ούτε βάρη του παρελθόντος. Μόνο εγώ και οι ευκαιρίες που με περιμένουν. Θα τα καταφέρω. Πρέπει.

Έκλεισε το τετράδιο, έγειρε πίσω, έκλεισε τα μάτια της. Μπροστά της πόλεις, καινούριοι άνθρωποι και ποιος ξέρει ίσως ένας καινούριος έρωτας. Το παρελθόν έμεινε πίσω, εκεί στην Θεσσαλονίκη, με την μαμά, τη Ρένα, τις φίλες, τον Πέτρο. Κάπου μέσα της ήξερε: τώρα πια είναι στην αρχή, όχι στο τέλος.

******************************

Οι πρώτοι μήνες στην Αθήνα δεν ήταν περίπατος στην Πλάκα. Όλα αλλιώτικα: άλλος ρυθμός, άγνωστα πρόσωπα, χαμόγελα που ή τα έβρισκε υπερβολικά ή αδιάφορα. Χώθηκε με το κεφάλι στη δουλειά σκληρή αλλά άκρως ενδιαφέρουσα στην εταιρεία πληροφορικής. Κάθε μέρα νέα πράγματα, καθόλου χρόνος για μελαγχολία. Αλλά το βράδυ, όταν γύριζε στο μικρό της διαμέρισμα, η μοναξιά ερχόταν σαν κύμα: ησυχία εκκωφαντική, το ταβάνι σαν να της φώναζε μόνη!.

Ένα απόγευμα, μετά τη δουλειά, μπήκε σε ένα μικρό καφέ στην Κηφισιά. Η μυρωδιά από φρεσκοκαβουρδισμένο καφέ και κανέλα έμοιαζε ό,τι πιο παρηγορητικό είχε νιώσει εκείνη τη μέρα. Έκατσε στο παράθυρο, παράγγειλε λάτε με σιρόπι μαστίχα κάτι να της θυμίζει σπίτι έστω και λίγο.

Στο διπλανό τραπέζι ένα ζευγάρι γελούσε, μοιραζόταν γλυκό, αντάλλαζε ματιές και ψιθύριζαν. Η σκηνή τόσο ζωντανή κι ανάλαφρη, που η Δανάη αισθάνθηκε να τσιμπιέται. Ήταν μοιάζει να κοιτούσε θερινό σινεμά.

Έχετε εκείνο το ύφος το ονειροπόλο. Δεν είστε από δω, έτσι; ακούστηκε μια ευγενική φωνή. Η σερβιτόρα γύρω στα σαράντα, καλοσυνάτα μάτια, ρυτίδες γέλιου της άφησε την κούπα μπροστά της. Η μυρωδιά του ελληνικού καφέ με μαστίχα ανακατεύτηκε με την κανέλα, λίγο πυρπολώντας το παγωμένο της μέσα. Την πρώτη φορά σε νέα χώρα είναι αγγούρι. Κι εγώ από Πάτρα ήμουν όταν κατέβηκα Αθήνα δεν σου λέω τίποτα. Σαν φάντασμα ένιωθα, βλέπεις τον κόσμο κι όμως αυτοί δεν σε βλέπουν.

Έχετε δίκιο, χαμογέλασε η Δανάη, νιώθοντας τον κόμπο στο λαιμό. Όλοι βρίσκουν παρέες με το που μπαίνουν κάπου. Εγώ νιώθω σαν να κοιτάζω απ έξω τον κόσμο.

Να δεις, θα περάσει, της έκλεισε το μάτι η σερβιτόρα, σουλουπώνοντας την ποδιά της. Τις Παρασκευές μαζεύονται εδώ παιδιά από όλη την Ελλάδα παίζουν επιτραπέζια, συζητάνε, λένε τα νέα τους. Να ρθεις, να πετύχεις και κανά καλό φιλαράκι. Σου δίνω τον λόγο μου, θα γελάσεις.

Η Δανάη χρειάστηκε ένα δευτερόλεπτο. Το ζεστό βλέμμα, ο αχνός από το καφέ, τα χαμόγελα γύρω της· η καρδιά της σαν να ξεμύτισε από τα σύννεφα.

Μέσα! είπε τελικά, νιώθοντας για πρώτη φορά μετά από καιρό, μια μικρή σπίθα ελπίδας στην κοιλιά της.

*****************************

Την επόμενη Παρασκευή, έφτασε στο καφέ σχεδόν αγχωμένη. Τα χέρια της ίδρωναν, η φωνή της έτρεμε. Εκεί, μια χαρούμενη παρέα ανοίγανε κουτιά με παιχνίδια, μοίραζαν τσάι από μια μεγάλη καφετιέρα, όλοι με κέφι λες και γνωρίζονταν από το Δημοτικό.

Ορίστε, καινούργια! φώναξε ένας ψηλός, με σγουρά μαλλιά κι ένα τεράστιο χαμόγελο. Πετάχτηκε αμέσως από τη θέση του και της έδωσε το χέρι. Είμαι ο Τάσος, από δω η Ελένη, ο Νίκος κι η Αλίκη

Τα ονόματα μπερδεύτηκαν στο κεφάλι της στην αρχή, αλλά βρήκε τον ρυθμό. Γέλασε με τις σαχλαμάρες του Τάσου, που παρίστανε δήθεν Άγγλο τζέντλεμαν, μάλωσε με τον Νίκο για τακτική, είπε στην Αλίκη ιστορίες από τη Θεσσαλονίκη, που εκείνη δεν είχε πατήσει ποτέ, γεμάτη απορίες για τον Λευκό Πύργο και για τα τρίγωνα Πανοράματος. Η Ελένη, με ρίζες από την Κύπρο, διηγιόταν απίθανες ιστορίες και ο Νίκος έκανε μιμήσεις Σαλονικιού, ρίχνοντας το γκρουπ στα γέλια.

Χωρίς να το καταλάβει, οι σκέψεις για τον Πέτρο αραίωσαν. Πριν, ξυπνούσε μέσα στη νύχτα και θυμόταν μικροστιγμές: που αργούσαν στο μάθημα, που κρύφτηκαν από την καταιγίδα κάτω από μια ομπρέλα, που τσακώνονταν για τα τραγούδια εκείνος ορκιζόταν στο ροκ, αυτή δεν άλλαζε εγχώρια pop. Τώρα, όλα αυτά μετατράπηκαν σε απλά ενθύμια, όπως οι φωτογραφίες που σκονίζονται στο συρτάρι.

***********************

Ένα βράδυ που ξεφύλλιζε παλιές φωτογραφίες στο κινητό, έμεινε σε κείνη με τον Πέτρο. Από τον σχολικό χορό: ο Πέτρος βγάζει γλώσσα στον φακό, η Δανάη κάνει την κινδυνολογούσα το χέρι της σηκωμένο, τάχα να τον χτυπήσει. Ήλιος στα πρόσωπά τους, φόντο τα πολύχρωμα μπαλόνια και χαμόγελα συμμαθητών.

«Πόσο χαζή ήμουν που πόνεσα έτσι; Γιατί ήταν τόσο δύσκολο;», σκέφτηκε ακουμπώντας το δάχτυλο στην οθόνη. «Απλά ο Πέτρος ήταν. Ο φίλος μου. Ο αγαπημένος μου φίλος, ίσως, αλλά φίλος».

Άνοιξε το messenger, του έστειλε μήνυμα:

Πέτρο, τι κάνεις; Ελπίζω ο γάμος να ήταν υπέροχος. Δώσε χαιρετίσματα ξανά στην Ελισάβετ.

Η απάντηση δεν άργησε διόλου:

Δανάη! Χάρηκα τρελά που έγραψες! Ο γάμος μας τέλειος, η Ελισάβετ ακόμα δείχνει φωτογραφίες. Πώς τα πας εσύ; Πες τα όλα για δουλειά, ζωή, κόσμο. Μου λείπει που λέγαμε τα πάντα!

Χαμογέλασε και ξεκίνησε να απαντά αβίαστα πρώτη φορά χωρίς πίκρα ή καημό. Του έγραψε για την πρακτική, για τους καινούργιους φίλους, για το ότι έριξε κατά λάθος σιρόπι μέλι σε φρέντο γιατί νόμισε πως ήταν καραμέλα. Ο Πέτρος απαντούσε επιτόπου, με χαβαλετζίδικα σχόλια όπως παλιά.

*************************

Ένα μήνα μετά, η Δανάη ήταν πια μπαρουτοκαπνισμένη αθηναία: ήξερε πού θα βρει τον καλύτερο κουλούρι, από πού περνάει πιο ωραία βόλτα με θέα στη θάλασσα, σε ποιον πεζόδρομο έχει το πιο ωραίο μπαρ με ρακόμελο. Βρήκε στενούς φίλους που κάθε Κυριακή πήγαιναν σινεμά ή σ εξόδους στην παραλία. Στη δουλειά αναγνωρίστηκε: ο προϊστάμενος τής έδωσε τα εύσημα σε μίτινγκ και οι συνάδελφοι χτύπησαν παλαμάκια κι αυτή κοκκίνισε ως τα αυτιά. Πρώτη φορά ένιωσε αυτή τη χαρά του «ανήκω».

Μια μέρα ο Τάσος της είπε:

Να πάμε το Σάββατο για μίνι εκδρομή στα Μέγαρα; Έχει μια λιμνούλα με απίθανη θέα, ψήνουμε σουβλάκια, τραγουδάμε με κιθάρες, όπως παλιά. Θα ρθει και η Αλίκη, κι άλλοι φίλοι. Φέρε όρεξη και θα σε μάθουμε και τσακώνες στο τάβλι!

Κορυφαίο! ψιθύρισε η Δανάη, τα μάτια της λάμψανε.

Όταν το είπε στη Ρένα στη βιντεοκλήση, η αδερφή της την κοίταξε λίγο περίεργα και ξεστόμισε:

Δανάη, άλλαξες. Έχεις λαμπερά μάτια πλέον. Το γνήσιο το χαμόγελο όχι εκείνο το άχαρο φευγιό.

Ξέρεις κάτι; είπε στοχαστικά η Δανάη, χαζεύοντας τους περαστικούς με τα σκυλιά και τα παιδιά στην πλατεία. Πλέον καταλαβαίνω. Δεν ήταν έρωτας με τον Πέτρο. Ήταν εκείνη η προσκόλληση στον φίλο μου που φοβόμουν να χάσω. Αλλά δεν τον έχασα. Απλώς μιλάμε αλλιώς. Και ίσως είναι και καλύτερα έτσι.

Η Ρένα χαμογέλασε με περηφάνεια:

Στα λεγα εγώ, εσύ δεν ήξερες! Δεν πρέπει να γυρνά όλη μας η ζωή γύρω από έναν άνθρωπο. Αξίζεις πολλά, αδερφούλα.

Τη μέρα της εκδρομής, ο ήλιος έκαιγε ανοιξιάτικα, το πικνίκ γέμισε μυρωδιές από χόρτα και τσίκνα, κελαηδήματα, κι η Δανάη περπατούσε πλάι στον Τάσο, ακούγοντας ιστορίες του, νιώθοντας μια ανεξήγητη ελευθερία μες της. Ο άνεμος στα μαλλιά της, ανέμελη χαρά στα χείλη και τίποτα να την κρατά.

Πολύ ταιριάζεις στην παρέα μας, της είπε ο Τάσος όταν βρέθηκαν δίπλα στη λίμνη. Το φως άστραφτε, γλάροι κύκλωναν. Χαίρομαι που ήρθες τότε στο καφέ. Χωρίς εσένα θα ήμασταν όλοι λίγο πιο βαρετοί και όχι μόνο επειδή μας ξετινάζεις στις νίκες!

Η Δανάη κοκκίνισε, ένιωθε τη ζέστη να ανεβαίνει στα μάγουλα.

Κι εγώ χαίρομαι που σας βρήκα Μοιάζετε οικογένεια πια.

Όταν το βράδυ η παρέα ετοιμαζόταν να φύγει, η Ελένη την πλησίασε:

Ξέρεις, έχεις αλλάξει τόσο πολύ. Στην αρχή ήσουν μαζεμένη, φοβισμένη. Τώρα λάμπεις, Δανάη. Επιτέλους, είσαι ο εαυτός σου!

Την αγκάλιασε, δάκρυα στα μάτια αλλά δάκρυα χαράς.

Σας ευχαριστώ, ψιθύρισε. Που δεν με αφήσατε να κλειστώ στο καβούκι. Σας έχω μεγάλη ευγνωμοσύνη.

Έτσι είναι οι φίλοι! της είπε η Ελένη. Για να τραβάμε ο ένας τον άλλον απ’ τα σκοτεινά. Και να μοιραζόμαστε το φως.

**************************

Γυρνώντας στο σπίτι, η Δανάη άνοιξε τον υπολογιστή και κάλεσε μαμά και Ρένα. Δυο χαρούμενα πρόσωπα στην οθόνη: η μαμά με ρόμπα λουλουδάτη, η Ρένα με φούτερ της αγαπημένης της μπάντας.

Λέγε λοιπόν! απαιτούσε η Ρένα. Πώς πέρασες;

Φανταστικά! απάντησε σαν παιδί η Δανάη. Ψήσαμε, τραγουδήσαμε με κιθάρα, βόλτα στη λίμνη, ο Τάσος μου έδειξε σημείο που, λέει, ήταν αρχαίος ναός, κι η Αλίκη έπεσε σχεδόν μέσα προσπαθώντας να βγάλει μια πάπια φωτογραφία.

Η μαμά άκουγε με χαμόγελο, αλλά στα μάτια της ανησυχία:

Δανάη μου είσαι ευτυχισμένη; Αληθινά;

Η Δανάη σώπασε λίγο, άκουσε τον εαυτό της. Θυμήθηκε τα γέλια, τις μυρωδιές και το αίσθημα ελευθερίας. Θυμήθηκε πως έπαιξε μπάλα μετά από χρόνια, φώναζε σαν παιδί κι ήταν ξανά ο εαυτός της.

Ναι, απάντησε με τρεμάμενη φωνή. Είμαι! Και ξέρεις κάτι; Πλέoν δεν φοβάμαι τι θα ρθει. Μάλλον θα μείνω κι εδώ, και μετά την πρακτική.

Η Ρένα πέταξε τα χέρια πανηγυρικά:

Γιούπι! Το ξερα εγώ πως θα… γεμίσεις!

Η μαμά σκούπισε διακριτικά το μάτι:

Αυτό μόνο θέλω, αγάπη μου. Να είσαι ευτυχισμένη.

********************

Την επόμενη κιόλας μέρα, η Δανάη έγραψε στον Πέτρο αυτή τη φορά μεγάλο γράμμα. Είπε την αλήθεια: πόσο μπέρδεψε φιλία και έρωτα, πόσο φοβήθηκε, πόσο τη βασάνιζε αυτό. Είπε για τους νέους φίλους, για το άνοιγμα στην καρδιά, για την απαλλαγή από το παρελθόν. Και έκλεισε με:

Ευχαριστώ που ήσουν και είσαι ο φίλος μου. Τώρα το καταλαβαίνω. Δεν είχες άδικο, φίλε μου. Και χαίρομαι που ξαναμιλάμε χωρίς σκιές.

Ο Πέτρος απάντησε σχεδόν άμεσα:

Δανάη, σε ευχαριστώ γιαυτή την εξομολόγηση. Δεν είχα καταλάβει πόσο δύσκολο ήταν για σένα. Αλλά, ξέρεις καμιά φιλία δεν χάνεται έτσι απλά! Μείνε στην Αθήνα, αλλά μη μας ξεχνάς! Αν ποτέ ανέβεις Θεσσαλονίκη, θα σου κάνουμε υποδοχή καλύτερη απ το πανηγύρι στην Αριστοτέλους!

Η Δανάη ακούμπησε πίσω στην καρέκλα. Πια δεν είχε πόνο στην καρδιά, μόνο ελαφρότητα και χαρά. Κοίταξε έξω: ο ήλιος έλαμπε, ο κόσμος γελούσε στον δρόμο. Δίπλα της μια καρτούλα με Καλώς ήρθες στην παρέα! και μια γελοιογραφία με κουλούρι-ήρωα.

«Να η νέα ζωή μου, σκέφτηκε, και είναι υπέροχη».

Oceń artykuł
Ένα Βήμα προς τη Νέα Ζωή