Εγώ και η γυναίκα μου, η Ευανθία, μαζεύαμε ευρώ χρόνια για να πάρουμε ένα σπίτι κάπου στην ελληνική ύπαιθρο και, τελικά, τα καταφέραμε. Εδώ κι έναν χρόνο πηγαίνουμε εκεί κάθε σαββατοκύριακο, κάποιες φορές μένουμε όλο το καλοκαίρι.
Οι γονείς μου, ο Χρήστος και η Αναστασία, μας βοήθησαν κι αυτοί, θέλοντας να δουν το όνειρό μας να γίνεται πραγματικότητα πιο γρήγορα. Η χαρά μας ανείπωτη. Ξεκινήσαμε τη μικρή μας ανακαίνιση με όρεξη αλλόκοτη, σαν να ήταν παιχνίδι σε μισοφωτισμένο όνειρο. Φτιάξαμε θερμοκήπια πλάι στον κήπο μας για να μεγαλώνουμε ντομάτες και αγγούρια τον χειμώνα. Στην αυλή, σκάψαμε έναν λάκκο με άμμο – ο γιός μας, Περικλής, μαζί με τη μικρή Ιφιγένεια, παίζουν εκεί ατελείωτες ώρες, ώρες που μοιάζουν να κυλούν αλλόκοτα γρήγορα κι αργά μαζί. Κρεμάσαμε κούνιες από μια ελιά που έμοιαζε να χαμογελάει.
Από την πρώτη στιγμή, οι φίλοι μας, ο Μάριος, ο Θάνος, κι όλες οι παρέες της Ευανθίας, μας επισκέπτονταν καθημερινά, σαν οι μέρες να ήταν γιορτές κάθε φορά. Κατεβαίναμε όλοι μαζί ως τον ποταμό Λούδωνα, που περνάει μόλις πεντακόσια μέτρα απ το σπίτι μας και μοιάζει όλο μυστήριο στα όνειρά μου. Το βράδυ ψήναμε σουβλάκια στη σχάρα και γελούσαμε μέχρι να αναβλύσει η φλόγα στα μάτια μας. Όταν έφευγαν οι περισσότεροι, πάντα υπήρχαν δύο, τρεις που μέναν ως αργά, άλλωστε η Αθήνα φαίνεται μακρινή όταν το ρολόι περνά τα μεσάνυχτα και δεν έχεις αυτοκίνητο.
Όλοι οι γνωστοί μάς έδιναν συγχαρητήρια – η πόρτα είχε γίνει σχεδόν φτερωτή απ τις τόσες επισκέψεις και τις ευχές. Ένα χρόνο μετά, σιγά σιγά όλοι κατάλαβαν πως υπάρχει ένα όριο σε ό,τι λάμπει. Έτσι, οι επισκέψεις αραίωσαν. Πλέον έρχονται μόνο στις γιορτές – κι αυτό όταν τους καλούμε εμείς.
Υπάρχει όμως μία, η Φιλογένεια, που δεν καταλαβαίνει το όριο των ονείρων. Αν μάθει οτι μιλήσαμε για το εξοχικό, είναι σαν να ακούει σειρήνες – ετοιμάζει τη βαλίτσα της και καταφτάνει σαν βραδινή ομίχλη. Δεν την απασχολεί εάν διαλέγουμε να φιλοξενήσουμε ή όχι μόνο το δικό της θέλω υφαίνει τις μέρες της.
Όταν είμαστε μόνο με την Ευανθία, το αντέχω. Αλλά στο σπίτι δεν είμαστε μόνοι· οι γονείς κι οι μικροί μας. Προσπάθησα κάποια στιγμή να της πω ευγενικά πως ίσως ήρθε η ώρα να επιστρέψει στην Καλαμάτα, αλλά τα λόγια μου εξαφανίστηκαν σαν νερό σε άμμο. Δύο ολόκληρους μήνες έμεινε μαζί μας, κι οι μέρες έμοιαζαν να κολλάνε μεταξύ τους πρωινά ίδια, σούρουπα ίδια, όλα παράξενα.
Δεν κατάλαβε κανένα υπαινιγμό ότι πρέπει να πάει σπίτι της. Της είπα μάλιστα ότι οι πεθερικοί θα έρθουν σύντομα για το Πάσχα κι εδώ θα γίνει χαμός. Τότε η Φιλογένεια γέλασε και είπε ότι θα κοιμηθεί στο κρύο πάτωμα, αρκεί να της βρούμε ένα στρώμα.
Η επίσκεψή της ισοδυναμεί με ένα αλλόκοτο τελετουργικό: Έρχεται Παρασκευή βράδυ, κάθεται στο σαλόνι φορώντας τις χοντρές κάλτσες της, βλέπει σειρές στην τηλεόραση, ενώ εγώ κι η Ευανθία ποτίζουμε τους βασιλικούς, σκαλίζουμε χώμα, τρέχουμε στους πονεμένους κήπους. Ότι κι αν της ζητήσουμε, απαντά ότι ήρθε στη φύση να ξεκουραστεί κι όχι να βοηθήσει.
Η Ευανθία, ο Χρήστος κι η Αναστασία δεν σχολιάζουν ποτέ τίποτα για τη Φιλογένεια λες κι εγώ είμαι η μόνη που ταράζομαι, σαν να έχω τη μόνιμη τιμωρία αυτού του ονείρου.
Τελικά ήρθε χειμώνας, το κρύο είχε μια σιωπή σχεδόν μεταφυσική. Καθόμασταν με τη Φιλογένεια στην κουζίνα η μυρωδιά του καφέ πλανιόταν παράξενα. Κι εκείνη ξαφνικά αρχίζει: «Να, τώρα που είναι χειμώνας δεν μπορώ να ρθω συχνά», μου λέει «Αν ήταν καλοκαίρι, θα ήμουν εδώ από καιρό!» Κι εγώ αναριγώ, τα λόγια της γίνονται παγωμένοι ήχοι μέσα μου. Δεν μπορώ να της πω κατάματα πως δεν θέλω να έρχεται κάθε σαββατοκύριακο, πως η επανάληψη αυτή δυναμιτίζει τα νεύρα μου. Αν πληγωθεί και πάψει να μου μιλά; Κι αν εξαφανιστεί στον ονειρικό της κόσμο;
Δεν το θέλω. Απλά θέλω να σταματήσει να έρχεται κάθε Σάββατο. Τι να κάνω;Την επόμενη φορά που χτύπησε το κουδούνι, δεν απάντησα αμέσως. Έμεινα για λίγα λεπτά να τη βλέπω από το παραθυράκι της κουζίνας, χαμογελαστή, με τις χοντρές κάλτσες και τη μικρή βαλιτσούλα της να στέκει στην πόρτα. Κάθισα στο τραπέζι, κοίταξα την Ευανθία, τον Περικλή που ζωγράφιζε ήλιους σε ένα χαρτί. Αναρωτήθηκα πώς είναι να λες «φτάνει» χωρίς να χάνεις το φως από τα πρόσωπα που αγαπάς.
Άνοιξα τελικά· η Φιλογένεια μπήκε μέσα γεμάτη φωνές και ιστορίες, γελώντας σαν να ξαναγεννιόταν το σπίτι πάνω σε κάθε της λέξη. Κάθισε δίπλα μας, έβγαλε σαπούνι και μπισκότα από τη τσάντα της κι άρχισε να μοιράζει το δικό της μικρό τελετουργικό. Χωρίς να το καταλάβω, παρασύρθηκα στη ροή εκείνου του απογεύματος, νιώθοντας πως ίσως να μην ήταν οι επισκέψεις που με βάραιναν, αλλά η αδυναμία μου να πω μια απλή αλήθεια.
Όταν όλοι κοιμήθηκαν, τη βρήκα να διαβάζει δίπλα στο τζάκι. Στάθηκα μπροστά της και της είπα, σιγά: «Ξέρεις, μερικές φορές θέλω να είναι το σπίτι μόνο δικό μας, να μοιράζομαι τη σιωπή του με την οικογένειά μου. Μην με παρεξηγείς σε αγαπάμε, αλλά χρειαζόμαστε κι εμείς λίγο χώρο για το δικό μας όνειρο.»
Η Φιλογένεια με κοίταξε ακίνητη, σαν να άκουγε για πρώτη φορά τον ήχο του κήπου τη νύχτα. Χαμογέλασε βαθειά ένα χαμόγελο που κράτησε περισσότερο από τις λέξεις μου. «Κατάλαβα,» μου είπε, «θα βρω κι εγώ το δικό μου εξοχικό. Μα να ξέρεις, όταν λείπει κανείς απ το όνειρο, το όνειρο μικραίνει κι εγώ ήθελα το δικό σας να είναι μεγάλο.»
Από εκείνη τη νύχτα, η Φιλογένεια άρχισε να φεύγει νωρίτερα, να έρχεται αραιά λίγες μέρες μόνο, τις γιορτές. Στο τραπέζι υπήρχε πάντα μια επιπλέον καρέκλα κι ένα φλιτζάνι για αυτήν, όχι από υποχρέωση, αλλά σαν ανοιχτή πρόσκληση για όλα όσα δεν είχαμε πει. Και το όνειρό μας μεγάλωσε σαν ήσυχος κήπος, γεμάτος σκιές και πρόσωπα που ξέρουν πότε να μένουν και πότε να φεύγουν.





