Φίλε, άκου να δεις τι έμαθα και πραγματικά με άγγιξε πολύ.
Κάποτε ένας άντρας πήρε τη σκυλίτσα του, που λεγόταν Ελένη (ναι, όνομα κάθε Ελληναρά νοικοκυριού), και την πήγε βαθιά μέσα στο δάσος του Ταϋγέτου. Την είχε από κουτάβι, την είχε μεγαλώσει με τα χέρια τουμαζί στους αγρούς, μαζί στα κυνήγια, πάντα να κοιμάται μπροστά στην πόρτα του σαν φρουρός. Τη φώναζε «καμάρι» του.
Η ζωή άλλαξε, όμως, κι ο Νίκοςέτσι έλεγαν τον τύποκατάλαβε κάποια στιγμή πως θα μπορούσε να βγάζει λεφτά πουλώντας κουτάβια της Ελένης. Στην αρχή του φάνηκε αθώο, αλλά όσο περνούσε ο καιρός η Ελένη έπρεπε να γεννάει όλο και πιο συχνά. Άρχισε να εξαντλείται, να αδυνατίζει, όλο και πιο συχνά ξάπλωνε σε μια γωνιά με λαχάνιασμα. Ο κτηνίατρος του είπε χωρίς περιστροφές: «Αν το συνεχίσεις, θα σου φύγει η σκυλίτσα.»
Ο Νίκος δεν ήθελε ν ακούσει κουβέντα. Απλά θύμωσε που η Ελένη έγινε βάρος, όχι χαρά, και τα βάρη τα λύναμε πάντα γρήγορα και ο ελληνικός τρόπος.
Έτσι, ένα μεσημέρι του Ιούλη, την πήρε και περπάτησε μέσα στα έλατα, χωρίς πολλά λόγια. Εκείνη χαρούμενηλες και ήξερε τι την περίμενε! Όταν έφτασαν, της έδεσε το λουρί σε μια κουμαριά και έφυγε, χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω. Η Ελένη νόμιζε πως ήταν παιχνίδι.
Περίμενε, τραβούσε το λουρί, μετά άρχισε να γκρινιάζει, μέχρι που έπεσε το βράδυ και γρύλιζε τόσο πολύ που το λουρί έκοβε το τρίχωμα στο λαιμό της. Τα φύλλα ψιθύριζαν, το σούρουπο πάγωνε το τοπίο. Κανείς, όμως, δεν εμφανίστηκε.
Όταν ο ήλιος χάθηκε για τα καλά, ένας γκρίζος λύκοςσαν αυτούς που βλέπεις στα ψηλά βουνά της Πίνδουξεπρόβαλε αργά. Ήρθε κοντά, την κοιτούσε χωρίς δόντια ή απειλή. Απλώς την παρατηρούσε.
Η Ελένη πάγωσε και περίμενε να την κατασπαράξει, όμως δεν φοβήθηκε. Το χειρότερο που μπορούσε να της συμβεί, είχε ήδη γίνει.
Κι εκεί που όλοι περιμέναμε την επίθεση, ο λύκος τίποτα. Γύριζε τριγύρω, μύριζε, εξέταζε το δέντρο, το χώμα. Ύστερα, ξάπλωσε λίγο πιο πέρα από αυτήν, παρακολουθώντας τη.
Η νύχτα έπεσε βαριά. Τα δέντρα ψιθύριζαν μυστικά, αλεπούδες και κουνάβια μύριζαν την αδυναμία της Ελένης και πλησίαζαν. Κάθε φορά όμως, ο λύκος σηκωνόταν, στεκόταν μπροστά της και γρύλιζε προστατευτικά μέχρι να φύγουν.
Δεν της έκανε ποτέ κακό. Δεν πλησίασε παραπάνω. Έμεινε εκεί, σιωπηλός φύλακας.
Η Ελένη δεν έκλαψε άλλο. Έμεινε ξαπλωμένη, λαχάνιαζε, μόνο πού και πού σήκωνε το κεφάλι να δει αν ο λύκος ήταν ακόμα εκεί. Κι αυτός, ήταν.
Με τα χαράματα, κάτι τύποι από το χωριό πέρασαν από το μονοπάτι ψάχνοντας ίχνη από αγριογούρουνο. Άκουσαν το μισοσβησμένο κλαψούρισμα. Και τι να δουν! Η σκυλίτσα δεμένη κι ο λύκος μπροστά, να την φυλάει, λες και ήταν ο φύλακας της εκκλησίας.
Όλοι έμειναν άφωνοι. Ο λύκος τούς κοίταξε ήρεμα, και ύστερα χάθηκε αθόρυβα μέσα στα δέντρα.
Έλυσαν την Ελένη από το δέντρο. Έζησε, μόνο και μόνο επειδή ένας λύκος, το πιο άγριο πλάσμα του βουνού, τη νύχτα επέλεξε να γίνει προστάτης, όχι θύτης.
Κάποιες φορές οι πιο άγριοι είναι τελικά πιο ανθρώπινοι απ αυτούς που νομίζουν ότι είναι άνθρωποι.
Έλα, πες μου αν δεν είναι ιστορία για να σ αγγίξει!






