Έχουν απομείνει οκτώ μέρες για τον γάμο μου όταν έφυγε ο πατέρας μου από τη ζωή. Πέθανε στον ύπνο του. Ήμουν στη δουλειά όταν με πήραν από το νοσοκομείο. Μου είπαν πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο που μπορούν να κάνουν. Έμεινα να κάθομαι κάτω στον διάδρομο, ούτε ήξερα πώς να αντιδράσω. Η μητέρα μου είχε φύγει χρόνια πριν και ήταν ο μόνος που είχε μείνει για μένα. Η γυναίκα που τον φρόντιζε στο σπίτι τον βρήκε είχε το κλειδί.
Ήμουν μοναχοπαίδι, το κακομαθημένο του παιδί. Μιλούσαμε καθημερινά. Το πρωί με έπαιρνε τηλέφωνο για να δει αν έφαγα πρωινό και το βράδυ για να σιγουρευτεί ότι γύρισα σπίτι ασφαλής.
Οι επόμενες μέρες ήταν χαοτικές. Αγρυπνία, κηδεία, κόσμος να έρχεται να δώσει συλλυπητήρια. Δεν κοιμόμουν πάνω από δύο ώρες τη νύχτα. Συνεχώς κοιτούσα το κινητό μου, λες και περίμενα μήνυμα από εκείνον για να του απαντήσω. Η αρραβωνιαστικά μου, η Αλεξάνδρα, ήταν δίπλα μου την πρώτη μέρα, αλλά μετά απομακρύνθηκε, λες και την ενοχλούσε η όλη θλιμμένη ατμόσφαιρα.
Την τρίτη μέρα μετά την κηδεία μου έγραψε: «Πρέπει να μιλήσουμε για τον γάμο». Της απάντησα ότι δεν ήμουν καλά, ότι δεν είχα μυαλό για αυτά. Εκείνη επέμεινε. Βρεθήκαμε το ίδιο απόγευμα κι εκείνη μου είπε κατευθείαν: «Τι θα κάνουμε; Όλα έχουν πληρωθεί το κέντρο, η μουσική, το φόρεμα, το μενού. Δεν γίνεται να χάσουμε αυτά τα χρήματα.»
Την κοίταξα και δεν μπορούσα να πιστέψω τι άκουγα. Της είπα: «Μόλις έθαψα τον πατέρα μου. Είμαι σε πένθος. Δεν είμαι για γιορτές, χορούς ή ευχές». Εκείνη μου είπε ότι καταλαβαίνει την πίκρα μου αλλά πρέπει να είμαστε «πρακτικοί», πως δεν γίνεται να πετάξουμε τα χρήματα.
Εκεί σηκώθηκα από την καρέκλα και της είπα να κάνουμε τους λογαριασμούς. Της ζήτησα να μου πει τι είχε πληρώσει εκείνη, τι η οικογένειά της και τι εγώ. Πήρα τις οικονομίες που κρατούσα για το σπίτι που θα φτιάχναμε κάποτε και της επέστρεψα όλα τα ευρώ, μέχρι και το τελευταίο λεπτό. Της έδωσα τον φάκελο και της είπα: «Μέχρι εδώ ήμασταν. Δεν μπορώ να παντρευτώ έναν άνθρωπο που στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής μου νοιάζεται περισσότερο για τη γιορτή παρά για τη θλίψη μου».
Έμεινε σιωπηλή. Μετά άρχισε να κλαίει, μου είπε πως υπερβάλλω, πως λειτουργώ από θυμό και θα το μετανιώσω. Της είπα ότι δεν έχασα κάποιον μακρινό συγγενή, έχασα τον πατέρα μου τον μοναδικό που είχα κι αν δεν μπορεί να το καταλάβει, δεν είναι ο άνθρωπος που θέλω να κάνω οικογένεια μαζί του.
Ακυρώσαμε τα πάντα. Ενημερώσαμε τους καλεσμένους ότι γάμος δεν θα γίνει. Οι περισσότεροι κατάλαβαν, αν και πίστευαν ότι απλώς θα το αναβάλλουμε. Υπήρχαν και κάποιοι που μου είπαν ότι είμαι τρελός, πως θα μπορούσα να παντρευτώ και να πενθήσω μετά. Δεν μπορούσα. Δεν ήμουν σε θέση να χαμογελάω για φωτογραφίες και να σηκώνω ποτήρι στην υγειά.
Πέρασε καιρός. Έκανα τον δικό μου κύκλο. Πούλησα το αυτοκίνητο του πατέρα μου, έκλεισα το σπίτι του, έκλεισα εκείνο το κεφάλαιο. Πρόσφατα έμαθα πως η Αλεξάνδρα παντρεύτηκε άλλον. Μόνο ένα χρόνο μετά. Είδα τις φωτογραφίες στα social λευκό φόρεμα, μεγάλο γλέντι, χαμόγελα, ευχές.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι μήπως ήμουν πολύ απότομος. Ίσως έπρεπε να σκεφτώ περισσότερο. Αλλά θυμάμαι εκείνη τη μέρα να καθόμαστε απέναντι, εκείνη να μιλάει για χρήματα κι εγώ να καταρρέω μέσα μου κι αισθάνομαι ότι τελικά έκανα το σωστό.






