Μόνη της έμεινε
Έξω έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει, αλλά η μαμά δεν έχει επιστρέψει ακόμα. Η Ιωάννα, γυρίζοντας τις ρόδες στο αμαξίδιό της, πλησιάζει το τραπέζι, παίρνει το κινητό και σχηματίζει τον αριθμό της μητέρας της.
«Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει το τηλέφωνο κλειστό ή βρίσκεται εκτός δικτύου», ακούγεται η ψυχρή φωνή του αυτόματου τηλεφωνητή.
Το κορίτσι κοιτάει απορημένη το κινητό και, θυμούμενη ότι έχει ελάχιστο υπόλοιπο, το κλείνει.
Η μαμά είχε πάει στο σούπερ μάρκετ, αλλά όλο αργεί. Ποτέ δεν είχε συμβεί να αργήσει τόσο. Η κόρη της είναι άτομο με αναπηρία από παιδί και δεν μπορεί να περπατήσει. Μετακινείται με αμαξίδιο και δεν έχουν άλλα συγγενικά πρόσωπα.
Η Ιωάννα είναι ήδη επτά χρονών και δεν φοβάται να μείνει μόνη στο σπίτι, όμως η μαμά της πάντα της λέει πού πάει κι αν αργήσει. Τώρα δεν μπορεί να καταλάβει τι έχει συμβεί:
«Σήμερα πήγε σε μακρινό σούπερ μάρκετ για ψώνια, εκεί είναι φτηνότερα. Πολλές φορές έχουμε πάει μαζί. Το λεν μακρινό, μα σε μία ώρα πας κι έρχεσαι απ’ το σπίτι – κοιτάει το ρολόι. Πέρασαν ήδη τέσσερις ώρες. Πεινάω, όμως»
Κατευθύνεται με το αμαξίδιο προς την κουζίνα. Ζεσταίνει νερό στον βραστήρα, βγάζει έναν κεφτέ από το ψυγείο, τον τρώει και πίνει λίγο τσάι.
Η μαμά ακόμα να φανεί. Δεν αντέχει άλλο, ξαναπαίρνει το τηλέφωνο και καλεί τον ίδιο αριθμό.
«Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει το τηλέφωνο κλειστό ή βρίσκεται εκτός δικτύου», λέει πάλι η φωνή.
Μετακινείται στο κρεβάτι της, βάζει το κινητό κάτω από το μαξιλάρι. Δεν σβήνει το φως, της φαίνεται τρομακτικό χωρίς τη μαμά. Μένει ξαπλωμένη για ώρα, όμως στο τέλος αποκοιμιέται.
***
Ξυπνά όταν ο ήλιος περνά μέσα απ’ το παράθυρο. Το κρεβάτι της μαμάς είναι στρωμένο.
– Μαμά! Φωνάζει προς το χολ.
Καμία απάντηση. Παίρνει ξανά το κινητό και καλεί τον γνωστό αριθμό. Ίδια φωνή, ίδιο μήνυμα.
Ο φόβος επιστρέφει και τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα.
***
Ο Κωνσταντίνος επιστρέφει από το καφέ της γειτονιάς. Κάθε πρωί περνά από εκεί για φρέσκο τσουρεκάκι. Έτσι ξεκινούσε η κάθε μέρα με τη μάνα του: εκείνη ετοίμαζε το πρωινό, αυτός φρόντιζε να φέρει το κολατσιό.
Ο Κωνσταντίνος είναι πια τριάντα χρονών, μα ανύπαντρος. Οι κοπέλες δεν του δίνουν σημασία – αδύνατος, άχαρος, συχνά άρρωστος. Από μικρός είχε προβλήματα υγείας, που απαιτούσαν ακριβές θεραπείες, όμως η μητέρα τον μεγάλωνε μόνη. Η διάγνωση που τον ακολούθησε ως ενήλικα ήταν και το τέλος της ελπίδας να κάνει δικά του παιδιά. Είχε συμβιβαστεί με τη μοναξιά.
Μέσα στο γρασίδι βλέπει ένα σπασμένο παλιό κινητό. Υπολογιστές και τηλέφωνα είναι τόσο το πάθος του όσο και η εργασία του – είναι προγραμματιστής και μπλόγκερ. Φυσικά, έχει τα τελευταία μοντέλα, αλλά από περιέργεια το μαζεύει. Το τηλέφωνο φαίνεται να το πάτησε αυτοκίνητο.
«Λες να συνέβη κάτι σοβαρό;» σκέφτεται, βάζοντάς το στην τσέπη. «Θα το κοιτάξω στο σπίτι.»
***
Μετά το πρωινό, βγάζει τη SIM κάρτα, τη βάζει στο δικό του τηλέφωνο. Οι επαφές ανήκουν σε νοσοκομεία, ταμεία, κάτι υπηρεσίες. Μα η πρώτη επαφή λέει: «Κόρη».
Σκέφτεται λίγο και καλεί.
– Μαμά! ακούγεται χαρούμενη φωνή παιδιού.
– Δεν είμαι η μαμά σου, λέει αμήχανα ο Κωνσταντίνος.
– Πού είναι όμως η μαμά;
– Δεν ξέρω, βρήκα ένα σπασμένο κινητό, έβαλα τη SIM στην συσκευή μου και σε πήρα.
– Έχω χάσει τη μαμά μου! Λυγμός. Έφυγε χθες για ψώνια και δεν γύρισε.
– Έχεις πατέρα ή γιαγιά;
– Δεν έχω. Μόνο η μαμά μου υπάρχει.
– Πως σε λένε;
– Ιωάννα.
– Εμένα Κωνσταντίνο. Ιωάννα, μπορείς να βγεις από το σπίτι και να ζητήσεις βοήθεια από κάποιον γείτονα;
– Δεν μπορώ. Δεν περπατάω. Η διπλανή πολυκατοικία είναι άδεια.
– Τι εννοείς δεν περπατάς; Κόμπιασε απάντηση ο Κωνσταντίνος.
– Έτσι γεννήθηκα. Η μαμά λέει, πως αν μαζέψουμε χρήματα, θα γίνει επέμβαση.
– Πώς κινείσαι;
– Με το αμαξίδιο.
– Ξέρεις τη διεύθυνσή σου;
– Ναι, οδός Κανάρη 7, διαμέρισμα 18.
– Έρχομαι, θα βρούμε τη μαμά σου.
Κλείνει το τηλέφωνο.
Η μητέρα του, η κυρία Νίνα, μπαίνει στο δωμάτιο.
– Κώστα, τι τρέχει;
– Μαμά, βρήκα ένα σπασμένο κινητό, έβαλα τη SIM, κάλεσα και στην άλλη γραμμή είναι ένα παιδί μόνο του, σε αμαξίδιο, χωρίς συγγενείς. Πάω αμέσως.
– Ερχόμαστε μαζί, λέει και αρχίζει να ετοιμάζεται.
Η Νίνα μεγάλωσε κι εκείνη μόνη τον γιο της, ξέρει τι σημαίνει να μεγαλώνεις ένα άρρωστο παιδί μόνη. Τώρα πια παίρνει σύνταξη, ενώ ο γιος της τα βγάζει πέρα μια χαρά οικονομικά.
Παίρνουν ταξί και ξεκινούν να βοηθήσουν το παιδί.
***
Κτυπούν στο θυροτηλέφωνο.
– Ποιος; ακούγεται λυπημένη παιδική φωνή.
– Ιωάννα, εγώ είμαι, ο Κώστας!
– Ελάτε!
Μπαίνουν στην πολυκατοικία. Η πόρτα του διαμερίσματος μισάνοιχτη.
Μπαίνουν. Μια λεπτή μικρή σε αμαξίδιο τους κοιτάζει με θλιμμένα μάτια:
– Θα βρείτε τη μαμά μου;
– Πώς λένε τη μαμά σου; ρωτάει αμέσως ο Κωνσταντίνος.
– Μαρία.
– Και επώνυμο;
– Αντωνίου.
– Περίμενε, Κώστα! λέει η μητέρα του. – Ιωάννα, πεινάς;
– Ναι. Είχα έναν κεφτέ στο ψυγείο, τον έφαγα χτες.
– Λοιπόν, Κώστα, πήγαινε στο σούπερ μάρκετ που πηγαίνουμε, φέρε ό,τι χρειαζόμαστε πάντα.
– Έγινε! φεύγει βιαστικά.
***
Όταν επιστρέφει, η κυρία Νίνα έχει ήδη ετοιμάσει κάτι στην κουζίνα και στρώνει τραπέζι.
Μετά το φαγητό, ο Κώστας αναλαμβάνει να βρει τη μητέρα της Ιωάννας.
Ανοίγει τον τοπικό ενημερωτικό ιστότοπο και κοιτά τα συμβάντα της προηγούμενης μέρας.
«Στην οδό Πλατείας, οδηγός αυτοκινήτου παρέσυρε γυναίκα. Διακομίστηκε σοβαρά τραυματισμένη.»
Παίρνει τηλέφωνο το νοσοκομείο.
Στην τρίτη προσπάθεια του απαντούν:
– Ναι, χτες μας έφεραν μια τραυματία από την Πλατεία. Πολύ βαριά. Δεν έχει συνέλθει ακόμα.
– Το όνομά της;
– Δεν βρέθηκαν χαρτιά ή κινητό πάνω της. Είστε συγγενής;
– Όχι τυπικά, αλλά πρέπει να έρθω.
– Ελάτε στη διεύθυνση…
Κλείνει και γυρίζει στην Ιωάννα.
– Έχεις φωτογραφία της μαμάς σου;
– Ναι! λέει κι ανοίγει το άλμπουμ στο κομοδίνο. Εδώ, μαζί ήμαστε πρόσφατα.
– Πολύ όμορφη η μαμά σου!
Ο Κωνσταντίνος φωτογραφίζει τη φωτογραφία με το κινητό.
– Πάω να ψάξω για τη μαμά σου!
***
Η Μαρία ανοίγει τα μάτια της. Λευκό ταβάνι. Το μυαλό της αρχίζει να θυμάται μια διερχόμενη μηχανή
Προσπαθεί να κουνηθεί, πονάει παντού. Μια νοσοκόμα πλησιάζει ήρεμα.
– Ξυπνήσατε;
Η Μαρία πετάγεται ανήσυχη.
– Πόσο καιρό είμαι εδώ;
– Δυο μέρες.
– Η κόρη μου έμεινε μόνη της
– Ηρεμήστε λίγο, Μαρία! Της αφήνει ένα κινητό που έφερε χτες εδώ ένας νέος. Είπε ότι το δικό σας το είχε πατήσει αυτοκίνητο.
– Μπορώ να τηλεφωνήσω
– Φυσικά.
Πατάει το όνομα «Κόρη» και το κρατά στ αυτί της Μαρίας.
– Μαμά!
– Ιωάννα μου, είσαι καλά καλή μου;
– Όλα καλά! Μαζί μου έρχονται η γιαγιά Νίνα και ο θείος Κώστας!
– Ποιος θείος Κώστας;
– Μην αναστατώνεστε! λέει ο γιατρός που μπαίνει στο δωμάτιο. – Σε λίγο το κινητό! Να σας εξετάσω;
– Κορίτσι μου, θα σου ξανατηλεφωνήσω! φωνάζει η Μαρία και το κλείνει.
Ο γιατρός την εξετάζει και δίνει οδηγίες στη νοσοκόμα. Εκείνη βάζει αμέσως ορό.
Όταν ο γιατρός φεύγει, η νοσοκόμα παίρνει τον τηλέφωνο.
– Μπορώ να μιλήσω λίγο ακόμα με το παιδί μου; παρακαλά η Μαρία.
– Ο γιατρός είπε να ηρεμήσετε μα της δίνει το τηλέφωνο.
– Κορίτσι μου
– Μαρία, είμαι η Νίνα, μητέρα του Κώστα. Άκουσέ με! Ο γιος μου βρήκε το χαλασμένο σου κινητό, βρήκαμε την κόρη σου και σένα. Είμαι συνταξιούχος. Όσο είσαι στο νοσοκομείο θα μείνω με την Ιωάννα, μην ανησυχείς! Θα σου την δώσω να μιλήσετε.
– Μαμά, μην στενοχωριέσαι, γίνε γρήγορα καλά!
– Κορίτσι μου να ακούς τη γιαγιά!
– Τέλος, το τηλέφωνο! φωνάζει η νοσοκόμα.
***
Την επόμενη μέρα τη μεταφέρουν σε κοινό θάλαμο και το απόγευμα έρχεται νοσοκόμα.
– Αντωνίου, σας ζητάει κάποιος.
Η Μαρία δεν προλαβαίνει να απορήσει. Μπαίνει ένας λεπτός, μάλλον άχαρος άντρας.
– Καλησπέρα, Μαρία! Είμαι ο Κώστας, της χαμογελά. – Ήρθα να σε δω. Ελπίζω να μη σε πειράζει που μιλάω στον ενικό.
– Όχι καθόλου
Βάζει στο κομοδίνο μια μεγάλη σακούλα.
– Αυτά σου τα έφερε η μητέρα μου.
– Δεν σας γνωρίζω, λέει έκπληκτη η Μαρία.
– Βρήκα τυχαία το κινητό σου, τηλεφώνησα στην κόρη σου, μετά σε βρήκα στο νοσοκομείο.
– Η Ιωάννα μου, πώς είναι;
– Κοίτα.
Παίρνει το τηλέφωνο που της είχε αφήσει την πρώτη φορά, το ετοιμάζει και της το δίνει.
– Μαμά! της φωνάζει το παιδί απ’ την οθόνη, Πονάς;
– Όχι, είμαι καλύτερα καρδούλα μου. Εσύ;
– Έρχεται συνέχεια η κυρία Νίνα.
Η Μαρία μιλά για ώρα με την κόρη της, ο Κώστας υπομονετικά περιμένει. Μόλις τελείωσαν, εκείνη σκύβει το κεφάλι:
– Σας ευγνωμονώ
– Σε παρακαλώ, Μαρία, οι φίλοι δεν χρωστάνε!
– Ευχαριστώ, Κώστα!
– Να σου δείξω πώς λειτουργεί αυτό το κινητό
***
Πέρασαν δύο εβδομάδες.
Ο οδηγός που την χτύπησε της έφερε στην κλινική αποζημίωση 200.000 ευρώ και ήρθε με δικηγόρο.
Την επόμενη μέρα παίρνει εξιτήριο. Ο Κώστας την παραλαμβάνει και τη φέρνει σπίτι.
– Μαμά! πετάγεται χαρούμενα η Ιωάννα. Σαν να θέλει να πεταχτεί όρθια από το αμαξίδιο. Η Μαρία κάθεται δίπλα της, την αγκαλιάζει και δακρύζει από χαρά.
Πλησιάζει και η κυρία Νίνα.
– Κυρία Νίνα, σας ευχαριστώ πολύ!
– Ε, καλά, Μαρία μου. Η Ιωάννα είναι πια εγγονή για μένα!
– Κυρία Νίνα, ο οδηγός μού έδωσε αποζημίωση Πάρτε, σας παρακαλώ κάτι!
– Μάζεψέ τα, Μαρία! δεν τα δεχόμαστε. Τα χρειάζεσαι, για να θεραπεύσεις την Ιωάννα. Ο Κώστας ήδη έχει μιλήσει με γιατρούς.
– Μαμά! φωνάζει χαρούμενα το κορίτσι, Ο θείος Κώστας είπε ότι θα πάμε στο νοσοκομείο να μου φτιάξουν τα ποδαράκια!
***
Μαμά και κόρη περνούν δύο βδομάδες στην κλινική. Οι γιατροί τοποθετούν βίδες στα πόδια, μετά από τρεις μήνες ξανά, το ίδιο τον επόμενο χρόνο. Σε τρία χρόνια και με τρεις επεμβάσεις και φυσιοθεραπείες, υπόσχονται πως η Ιωάννα θα περπατήσει.
Προς το παρόν όμως, συνεχίζει με το αμαξίδιο και τα μεταλλικά στηρίγματα κάνουν τη ζωή δύσκολη.
Η μοίρα όμως θέλει να δοκιμάσει ξανά τους τέσσερις. Η κυρία Νίνα παθαίνει σοβαρό καρδιακό επεισόδιο και μεταφέρεται στο νοσοκομείο.
Επί τρία βράδια η Μαρία μένει δίπλα της. Επιστρέφει σπίτι μόνο για να ετοιμάσει φαγητό και να ξεκουραστεί. Τις νύχτες μένει μαζί με την Ιωάννα ο Κώστας.
Την τέταρτη μέρα η Νίνα συνέρχεται. Κοιτάει λυπημένη τη Μαρία:
– Κορίτσι μου, νομίζω δε μου μένει πολύς καιρός. Παντρέψου τον Κώστα! Είναι καλό παιδί, μαζί θα σταθείτε όρθιοι και η Ιωάννα θα σταθεί στα πόδια της.
– Κυρία Νίνα, θα ήθελε αυτός;
– Θα το ήθελε! Χαμογελάει.
***
Μια ηλικιωμένη γυναίκα κρατάει το χέρι της Ιωάννας, που έχει σχολική τσάντα και μια ανθοδέσμη. Αν δεν ήταν το ύψος της, θα πίστευε κανείς πως πάει σχολείο πρώτη φορά.
Κι όμως, πρώτη φορά μπαίνει στο σχολείο περπατώντας, στην Τετάρτη δημοτικού. Τις πρώτες τρεις τάξεις τις έκανε σπίτι, με τηλεκπαίδευση πήρε πολύ καλούς βαθμούς. Τώρα προχωρά σταθερά με τα δικά της πόδια.
– Γιαγιά, φοβάμαι λίγο…
– Τι λες, Ιωάννα; Είσαι ήδη δέκα χρονών! Και να, να και ο μπαμπάς σου και η μαμά!
– Κορίτσι μου, γιατί δεν χαμογελάς; τη ρωτά η Μαρία.
– Φοβάται το σχολείο, λέει η Νίνα.
– Έλα, δώσ’ μου το χέρι! Ο Κώστας της δίνει το χέρι του. Πάμε!
– Μαζί σου δεν φοβάμαι καθόλου, χαμογελά η Ιωάννα.
Έτσι, με γέλια και κουβεντούλα, προχωρούν προς το σχολείο μπροστά ο μπαμπάς με την κόρη, πίσω ακολουθούν η μαμά και η γιαγιά, όλοι τόσο χαρούμενοι.





