Οι άνθρωποι έμειναν έκπληκτοι: το σκυλί σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι τάιζε όχι κουτάβια
15 Φεβρουαρίου
Σήμερα γύριζα από τη λαϊκή στην Καλλιθέα κουβαλώντας ψώνια και το μυαλό μου έτρεχε σε χίλια δυο. Τα γόνατά μου πονούσαν πάλι, η εγγονή μου η Ειρήνη είχε πει πως θα με έπαιρνε τηλέφωνο και όλο το ανέβαλλε, ενώ ο χειμώνας φέτος δεν λέει να στρώσει πότε βροχή, πότε λάσπες, όλα μέσα στην μιζέρια. Έτσι όπως ήμουν με τις σκέψεις μου, σκοντάφτω ξαφνικά και λίγο έλειψε να φάω τα μούτρα μου στο πεζοδρόμιο.
Γυρίζω να δω τι έγινε μια κοκκινοτρίχα αδέσποτη μπουκάρει ανάμεσα στα πόδια μου. Τόσο αδύνατη που μετράς τα πλευρά της, το τρίχωμά της κολλημένο σε τούφες από τη βρώμα.
Έλα εδώ ρε σαχλή! φώναξα αυθόρμητα.
Το σκυλί ούτε που κάθισε. Έτρεχε σαν να το περίμενε κάποιος κάπου. Κρατούσε κάτι σαν κομμάτι ψωμί στο στόμα.
Κάπου θα χει τα κουτάβια της κρυμμένα, σκέφτηκα. Θα ρχεται άνοιξη, τα σκυλιά όλο πληθαίνουν τότε.
Τακτοποίησα τις σακούλες μου και προχώρησα, αλλά κάτι με έτρωγε μέσα μου. Κάτι δεν μου κολλούσε.
Την επομένη, η ίδια σκηνή. Η καφετί σκιά στον δρόμο, το ίδιο ψωμί, ο ίσιος δρόμος προς το ερειπωμένο σπίτι κάτω από την πολυκατοικία μας, αυτό που παλιά έμενε η κυρά Σοφία. Έχει πάνω από μισό χρόνο που πέθανε το σπίτι, σκοτεινό και σφραγισμένο.
Άννα, δες πάλι η φίλη σου! φώναξε από το μπαλκόνι η γειτόνισσα, η Κατίνα. Κάθε μέρα το ίδιο. Πού τα βρίσκει άραγε;
Ποια; Από τα σκουπίδια τα ψάχνει, θαρρώ. Σίγουρα τρέχει τα κουτάβια της, λέει το ένστικτο.
Σίγουρη είσαι ότι ταΐζει κουτάβια;
Τι άλλο δηλαδή; Πάει να μπει άνοιξη, είναι φυσικό.
Έγνεψα ναι, αλλά κάπου μέσα μου με βασάνιζε η αμφιβολία. Κουτάβια; Κι όμως κάτι δεν κολλούσε.
Η αδέσποτη ξαναχύνεται στη σχισμή του παλιού φράχτη και χάνεται στην αυλή του ερειπωμένου σπιτιού. Στήθηκα απ έξω.
«Τι κάνω τώρα;» σκέφτηκα. «Πάω μια να δω κι εγώ, τι όλο κουτσομπολιά;»
Πέρασα προσεκτικά από το ίδιο άνοιγμα. Μια απελπισμένη αυλή: τσουκνίδες, σπασμένα τζάμια, σκουριασμένα τεντζερέδια. Μέσα από την άκρη ακούστηκε ένας βαριάς, ψιθυριστός θρήνος.
Πλησίασα και τι να δω η καφετί καθόταν σκυφτή δίπλα σε μια παλιά ξύλινη παράγκα. Μπροστά της, μια μεγάλη μαύρη σκύλα με γκριζαρισμένο μουσούδι, δεμένη σε μια αλυσίδα σκουριασμένη, τόσο σφιχτή που μετά βίας χωρούσε το κεφάλι της.
Τυφλή.
Τα μάτια της θολά από καταρράχτη, το σώμα της πετσί και κόκκαλο. Ανέπνεε βαριά ξαπλωμένη στο πλάι.
Η αδέσποτη άφησε μπροστά της το ψωμί, το έσπρωξε με τη μουσούδα της και περίμενε ακίνητη.
Η μαύρη έψαχνε αδέξια, βρήκε το ψωμί κι άρχισε να τρώει με λαχτάρα. Η καφετιά έμεινε δίπλα της, σιωπηλή, παρακολουθούσε.
Στο τέλος, η αδέσποτη της έγλειψε με προσοχή τη μουσούδα και ξάπλωσε στο πλάι της.
Στεκόμουν ακίνητος. Τα μάτια μου κάψαν από τα δάκρυα.
«Θεέ μου την ταΐζει. Κάθε μέρα. Μόνη της, πεινασμένη και παρ’ όλα αυτά, τη μοιράζει.»
Δεν ξέρω για πόση ώρα έμεινα εκεί. Συνήλθα μόνο όταν η καφετιά σήκωσε το κεφάλι κι έστρεψε το βλέμμα επάνω μου. Ένα βλέμμα που, χωρίς λόγια, έλεγε: «Τι περιμένεις, βοήθησε ή φύγε».
Περίμενε, μισό λεπτό ψέλλισα.
Έτρεξα σπίτι όπως είχα να τρέξω από τότε που ήμουν φοιτητής. Με τα γόνατά μου να διαμαρτύρονται, γυρνούσα μέχρι να κάψει το πλευρό. Άρπαξα βραστή κότα, κριθαράκι, λουκάνικο, ένα μπολ νερό, κι επέστρεψα λαχανιασμένος.
Η σκηνή όπως την είχα αφήσει. Η καφετιά δίπλα στην τυφλή.
Ορίστε πάρετε, είπα, γονάτισα πλάι τους.
Άφησα πρώτα την κότα μπροστά στην καφετιά, αλλά εκείνη κοίταζε μόνο τη μαύρη.
Εσύ πρέπει να φας, βλέπεις πώς είσαι, την παρότρυνα.
Κατάλαβα όμως. Άφησα το κρέας στη μύτη της μαύρης. Ζωντάνεψε, το βρήκε και άρχισε να τρώει με βουλιμία.
Η καφετιά δάγκωσε τα χείλη της, αλλά δεν άγγιξε φαγητό πριν χορτάσει η μαύρη. Μόνο τότε πλησίασε το υπόλοιπο κομμάτι.
Έτσι μπράβο ψιθύρισα.
Έφαγαν, ήπιαν νερό. Εγώ τις κοιτούσα μουσκεμένος από τα δάκρυα.
Βρε Άννα, τι κλαις; ακούστηκε η Κατίνα πίσω από τον φράχτη.
Μεγάλα μάτια, έβλεπε κι αυτή τη σκηνή.
Αυτή ταΐζει, δεν είναι κουτάβια, είπα χαμηλόφωνα.
Η Κατίνα σιώπησε για λίγο και αναστέναξε.
Ποιος τη κατάντησε έτσι άραγε;
Η κυρα-Σοφία, που την είχε δεμένη. Πέθανε, και την ξέχασαν.
Έξι μήνες
Έξι μήνες μόνη της. Και μόνο αυτή η αδέσποτη τη βρήκε. Τη φροντίζει κάθε μέρα.
Η Κατίνα κάθισε δίπλα μου, χάιδεψε την καφετιά.
Μπράβο κορίτσι μου μπράβο.
Το βράδυ, είχε κατέβει όλη η γειτονιά. Άλλοι φέρναν φαγητό, άλλοι κουβέρτες παλιές. Μερικοί άντρες προσπαθούσαν να σπάσουν την αλυσίδα, μάταια.
Θέλει τροχό, φώναξε ο κύριος Μανώλης. Αύριο τον φέρνω.
Το πρωί, είχε πάλι συναγερμό στην αυλή. Ο Μανώλης κρατούσε τον τροχό.
Προσεκτικά, Μανώλη, μην τρομάξει! επέμεινε η Κατίνα.
Ο τροχός έκοψε την αλυσίδα, πέσανε σπίθες. Η μαύρη ανασηκώθηκε, τραντάχτηκε.
Ελευθερία.
Τέλος, ελεύθερη είσαι, ξεφύσηξε ο Μανώλης.
Γονάτισα απαλά δίπλα της, της χάιδεψα το κεφάλι.
Έρχεσαι στο σπίτι μαζί μου; Θα σε φροντίσω. Και εσένα, κοκκινούλα, θα σε πάρω. Και τις δυο.
Η μαύρη κούνησε ανεπαίσθητα την ουρά. Κατάλαβε κάθε λέξη.
Δοκίμασα να τη σηκώσω, δύσκολο. Πολύ βαριά.
Άσε με εμένα, είπε ο Μανώλης και τη σήκωσε αγκαλιά. Σε ποια πολυκατοικία;
Τρίτη είσοδο, διαμέρισμα είκοσι ένα.
Προχωρούσαμε και οι γείτονες μας άφηναν να περάσουμε με βλέμμα περίεργο αλλά κι έκπληξης. Η καφετιά δίπλα, μια ανάσα από εμάς, τα αυτιά της κατεβασμένα.
Μη φοβάσαι, της ψιθύρισα. Θα σας πάρω και τις δυο.
Στην είσοδο μας περίμεναν οι συνήθεις γιαγιάδες στο παγκάκι τους.
Άννα, τι πας να κάνεις; είπε κάπως ειρωνικά η κυρα-Δέσποινα. Θα βάλεις σκυλιά στο σπίτι;
Θα τα βάλω, απάντησα.
Βρε είναι ψειριάρα και βρώμικη! Θα μυρίσουν παντού!
Θα τα πλύνω.
Οι άλλοι τι θα πουν;
Τι να πουν! φώναξα ξαφνικά, έντονα. Έξι μήνες το σκυλί δεμένο, τυφλό και νηστικό! Κανείς δεν το πήρε χαμπάρι! Μόνο αυτή η καφετιά το νοιάστηκε. Εμείς; Όλοι γυρίζαμε το κεφάλι!
Η φωνή μου έσπασε. Οι γιαγιάδες χαμήλωσαν το βλέμμα τη στιγμή που σκούπιζα τα μάτια μου.
Δεν το ήξερα, ψιθύρισε μια. Πέθανε η Σοφία και κανείς δεν μίλησε.
Ακριβώς! Κανείς! Τους παράτησαν. Κανενός το νοιάξιμο.
Γύρισα πλάτη, μπήκα στην πολυκατοικία. Ο Μανώλης πίσω μου και η καφετιά τρέχοντας από πίσω.
Σπίτι άπλωσα μια παλιά κουβέρτα στο πάτωμα, ο Μανώλης άφησε απαλά τη μαύρη πάνω της.
Θέλεις τίποτα άλλο; ρώτησε.
Όχι, ευχαριστώ. Τα καταφέρνω.
Μόλις έμεινα μόνη, ακούμπησα την πόρτα στην πλάτη. Η καφετιά πλάι στη μαύρη, με θωρούσε βαθιά, γεμάτη ευγνωμοσύνη. Η καρδιά μου ζεστάθηκε αμέσως.
Λοιπόν, να συστηθούμε. Είμαι η Άννα. Εσύ πώς σε λένε;
Η καφετιά σήκωσε το κεφάλι.
Θα σε φωνάζω Ρούσα, και εσένα, είπε γυρνώντας στην μαύρη, θα σε πω Μάυρη. Εντάξει;
Έφερα μπολ με μακαρόνια και κρέας, το άφησα μπροστά στη Μάυρη. Ξεψάχνιζε διστακτικά, φοβισμένη.
Έλα, έλα, πήρα μικρό κομμάτι, το έδωσα από το χέρι μου.
Το πήρε απαλά.
Μπράβο κοπέλα μου, ψιθύρισα. Φάε, φάε.
Την τάιζα λίγο-λίγο, υπομονετικά. Η Ρούσα παρακολουθούσε δίπλα, ύστερα ακούμπησε το κεφάλι στα πόδια μου. Ήταν αληθινή ευγνωμοσύνη.
Το βράδυ με πήρε η Κατίνα.
Τι κάνετε; Ζήτε;
Ζούμε, απάντησα κουρασμένος. Κοιμούνται τώρα.
Εσύ γιατί ξαγρυπνάς;
Σκέφτομαι.
Τι;
Σιώπησα λίγο πριν απαντήσω.
Πως εμείς οι άνθρωποι, καμιά φορά, είμαστε χειρότεροι από τα ζωντανά. Το ζώο δεν ξεχνά το άλλο. Εμείς περπατάμε αδιάφοροι. Δεν βλέπουμε. Ή δεν θέλουμε να δούμε.
Άννα, ηρέμησε.
Δεν μπορώ! νιώθω ντροπή, κατάλαβες; Ντροπή γι’ αυτό το ζώο!
Άφησα το ακουστικό, έκατσα στο πάτωμα δίπλα στις σκυλίτσες και έκλαψα αθόρυβα.
Πέρασε βδομάδα. Η Μάυρη δυνάμωνε μέρα με τη μέρα. Στην αρχή σηκωνόταν με κόπο, αλλά η Ρούσα πάντα δίπλα της, σαν οδηγός.
Έχεις και οδηγό, βλέπεις Μάυρη, της έλεγα. Ο καλύτερος.
Όλη η γειτονιά το έμαθε γρήγορα η Κατίνα είχε φροντίσει.
Τα μαθες για την Άννα; λέγανε μεταξύ τους οι κυρίες στην αυλή. Δυο σκυλιά πήρε μέσα.
Μια τυφλή, έξι μήνες δεμένη.
Και η άλλη την τάιζε! Το πιστεύεις;
Κατάλα, μου το 'πε η ίδια η Κατίνα!
Όταν βγαίναμε έξω με τα σκυλιά, όποιος περνούσε έκανε στάση. Άλλοι χαμογελούσαν, άλλοι έγνεφαν αρνητικά.
Μπράβο ρε Άννα, μου πε μια μέρα ο Μανώλης. Εσύ είσαι άνθρωπος.
Εγώ; Α, η Ρούσα είναι ο άνθρωπος. Εγώ απλώς δεν προσπέρασα.
Μια μέρα βράδυ, χτύπησε η πόρτα. Μια νεαρή γυναίκα.
Καλησπέρα, εσείς είστε η Άννα;
Ναι. Εσείς;
Είμαι η Φανή, κτηνίατρος. Άκουσα για τις σκυλίτσες. Μπορώ να βοηθήσω δωρεάν.
Τα χασα.
Τσάμπα;
Ναι, απλώς θέλω να βοηθήσω. Να ρίξω μια ματιά;
Περάστε.
Εξέτασε σχολαστικά τη Μάυρη.
Είναι μεγάλη και άρρωστη. Στα μάτια δεν γίνεται τίποτα. Με προσοχή όμως θα ζήσει.
Πώς;
Μου έδωσε βιταμίνες, φάρμακο για αρθρώσεις, αλοιφή.
Όλα σημειωμένα, μη μου ανησυχείτε. Και δεν μου χρωστάτε τίποτα ένα δώρο απ όλους μας που συγκινηθήκαμε με την ιστορία σας.
Τα μάτια μου ξαναδάκρυσαν.
Ευχαριστώ.
Εγώ ευχαριστώ, μου είπε. Χάιδεψε τη Ρούσα, κι έφυγε.
Έκατσα στον καναπέ. Η Μάυρη ξάπλωσε στα πόδια μου, η Ρούσα δίπλα μου. Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ένιωσα ότι ήμουν στ αλήθεια χρήσιμος για κάποιον.
Αυτό είναι ευτυχία, τελικά.
Σημείωση: Ό,τι κι αν μας φέρει η ζωή μην περνάμε αδιάφοροι δίπλα στον πόνο. Μερικές φορές, ένα αδέσποτο σκυλί μας διδάσκει και μας θυμίζει ποιοι πρέπει να είμαστε.






