Έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα – «Μαμά, ξέρω πως δεν με αγαπάς…» Η Ζωή έμεινε ακίνητη με την πετσέτα στα χέρια. Γύρισε αργά προς τον γιο της. Ο Αλέξης στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας, βλοσυρός, με τα χέρια στις τσέπες της φόρμας. – Τι είπες; – άφησε η Ζωή την πετσέτα. – Τι σε έκανε να το πιστέψεις αυτό; – Η γιαγιά το είπε. Φυσικά, η γιαγιά. – Και τι άλλο είπε η γιαγιά; Ο Αλέξης μπήκε στην κουζίνα, με ανυψωμένο πηγούνι και πείσμα στα μάτια – φτυστός ο πατέρας του. – Ότι έφυγες από τον μπαμπά επειδή δεν ήθελες να έχω κανονική οικογένεια. Να είμαι ευτυχισμένο παιδί. Έφυγες από πείσμα, για μένα. Η Ζωή κοίταξε τον γιο της. Σχεδόν δέκα χρονών. Δυο χρόνια ζουν μαζί, μόνοι. Δυο χρόνια που ο Βαγγέλης εξαφανίστηκε, χωρίς ούτε ένα τηλέφωνο, ούτε μια ευχή γενεθλίων. Κι όμως η κυρία Ελένη, η πρώην πεθερά, κάθε σαββατοκύριακο βλέπει τον εγγονό της και δεν σταματάει να τον επηρεάζει. – Αλέξη, – μίλησε ήρεμα η Ζωή, – δεν χρειάζεται να δίνεις τόση σημασία στη γιαγιά. Δεν ξέρει όλα όσα συνέβησαν. – Ξέρει! – πετάχτηκε ο Αλέξης. – Τα ξέρει όλα! Εσύ λες ψέματα! Αν με αγαπούσες, θα είχες παλέψει για την οικογένεια! Δεν θα είχες ζητήσει διαζύγιο! Δεν θα τα κατέστρεφες όλα! Κάθε λέξη καρφώθηκε στην ψυχή της. Τα χείλη του Αλέξη έτρεμαν, τα μάτια του έλαμπαν. Πίστευε πραγματικά όσα έλεγε. – Αλέξη… – Ο μπαμπάς θα ζούσε μαζί μας! Θα ήμασταν όλοι μαζί! – Ο πατέρας σου δυο χρόνια δεν σου τηλεφώνησε ούτε μία φορά, – ξέφυγε από τη Ζωή. – Ούτε μία φορά, ακούς; – Επειδή δεν τον αφήνεις! Η γιαγιά λέει ότι του το απαγορεύεις! Ο Αλέξης έτρεξε έξω από την κουζίνα. Άκουσε το μπαμ – η πόρτα του δωματίου του έκλεισε με δύναμη. Η Ζωή έμεινε όρθια δίπλα στο τραπέζι. Η πετσέτα μισοδιπλωμένη, το ρολόι να χτυπά. Σιωπή. Κάθισε στο σκαμνί, σκέπασε το πρόσωπο με τα χέρια της. Τα δάκρυα έτρεξαν μόνα τους. Ο Βαγγέλης την είχε απατήσει, συναντούσε άλλη δύο μήνες. Όταν το έμαθε η Ζωή, ούτε που ζήτησε συγγνώμη. Πώς να μείνει με κάποιον που την κοίταζε και της έλεγε ψέματα; Και τώρα ο Αλέξης νομίζει πως η Ζωή φταίει για όλα. Και η κυρία Ελένη, η «άγια» γιαγιά, πλέκει συνεχώς τον ιστό της. Ο γιος της δεν φταίει σε τίποτα, πάντα η νύφη. Εκείνη τα κατέστρεψε όλα. Η Ζωή σκούπισε τα μάγουλά της και κοίταξε έξω. Δέκα χρονών το παιδί. Δεν καταλαβαίνει. Ίσως να αργήσει κιόλας. Τρία μέρες κύλησαν σαν λάστιχο. Ο Αλέξης τριγύριζε, αλλά ήταν αλλού. Στην ερώτηση για το σχολείο – μουρμούριζε κάτι στο κινητό του. Στο δείπνο – έτρωγε σιωπηλά. Αγκαλιά πριν τον ύπνο – απέφευγε, πέταγε ένα ξερό «καληνύχτα» και έκλεινε την πόρτα. Την Παρασκευή η Ζωή είπε: φτάνει. Αγόρασε τούρτα «Πράγα», πατατάκια που αγαπούσε ο Αλέξης, μεγάλη πίτσα με ζαμπόν και μανιτάρια. Ίσως δουν μαζί ταινία. Ίσως μιλήσουν, όπως παλιά. – Αλέξη! Έλα να δεις τι έφερα! Σιωπή. – Αλέξη; Έψαξε στο παιδικό. Άδειο. Το κρεβάτι ατακτοποίητο, βιβλία στο γραφείο, η τσάντα… δεν ήταν εκεί. Και το μπουφάν του έλειπε. Πανικοβλημένη, πήρε τηλέφωνο. Τίποτα. Του έγραψε μήνυμα: «Πού είσαι; Πάρε με τηλέφωνο». Διάβασε – δεν απάντησε. Πήρε ξανά. Απόρριψη. Και ξανά, και ξανά. Τελικά: – Ναι; – Αλέξη! – φώναξε η Ζωή. – Πού είσαι; Τι έγινε; – Είμαι καλά. Υπερβολικά ήρεμος. – Πού είσαι; Γιατί έφυγες; – Πήγα στον μπαμπά. Θα μείνω πια μαζί του. Η Ζωή πάγωσε. – Τι; – Η γιαγιά είπε πως ο μπαμπάς ήθελε να με πάρει μαζί του. Στο δικαστήριο ήθελε. Αλλά εσύ επέμεινες να μείνω μαζί σου. Μα εγώ δεν θέλω. Θα είμαι καλύτερα με τον μπαμπά. – Αλέξη, περίμενε… Τέλος κλήσης. Η Ζωή έτρεμε, βγήκε έξω, πήρε ταξί. Ήξερε τη διεύθυνση του Βαγγέλη απέξω. Είκοσι λεπτά αγωνίας. Έξω από την πολυκατοικία, στη βροχή, πάνω στο πεζούλι, καθόταν ο Αλέξης. Το μπουφάν ανοιχτό, η σχολική τσάντα δίπλα του. Τα μάτια του κόκκινα από το κλάμα. Ο πατέρας του τον είχε διώξει. – Τι έγινε; – Μένει με άλλη. Έχουν μικρό παιδί. Ούτε που με άφησε να μπω. Είπε να γυρίσω στη μαμά. Και μου έκλεισε την πόρτα στα μούτρα. Η φωνή του λύγισε. Δάκρυζε μες στο βράδυ. Η Ζωή τον αγκάλιασε σφιχτά, έθαψε το πρόσωπό της στα μαλλιά του – μύριζαν κρύο αέρα και παιδικό σαμπουάν. Αυτή τη φορά δεν απομακρύνθηκε. Την έπιασε κι αυτός. – Πάμε, – του είπε απαλά. – Θα τα ξεκαθαρίσουμε όλα μια για πάντα. Στο σπίτι της γιαγιάς, η κυρία Ελένη περίμενε στην πόρτα, με ρόμπα και παντόφλες. Ο Αλέξης έκανε ένα βήμα. – Γιαγιά, μου έλεγες ψέματα; Τα μάτια της γιαγιάς σάστισαν. – Εγώ πήγα στον μπαμπά. Με έδιωξε. Γιατί; Η γιαγιά σάστισε. Το προσωπείο της φροντίδας έσπασε. – Είναι η μαμά σου που φταίει… – Εσύ μου έλεγες ότι η μαμά δεν μας αφήνει να επικοινωνήσουμε. Ότι ο μπαμπάς περιμένει να με δει. Τότε γιατί δεν με θέλει; Γιατί μου έκλεισε την πόρτα στα μούτρα; Γιατί με κοίταξε σαν ξένο; – Δεν καταλαβαίνεις, έχει δύσκολη περίοδο… – Ή μήπως είχε δίκιο η μαμά; – φώναξε ο Αλέξης. – Ότι δεν του ήμουν ποτέ απαραίτητος; Έχει καινούργια οικογένεια. Μικρό παιδάκι. Εγώ τι είμαι γι’ αυτόν; Κάποιος περιττός; Η γιαγιά θύμωσε. Κατηγόρησε ξανά τη μαμά του. – Φτάνει! Η κραυγή του Αλέξη ήχησε στην πολυκατοικία. – Έχω βαρεθεί τα ψέματά σου! Δυο χρόνια μού λες παραμύθια για τον μπαμπά κι αυτός ούτε γενέθλια δεν θυμήθηκε. Δεν ξαναέρχομαι. Μη με ξαναπάρεις! Αφού ο μπαμπάς με αρνήθηκε, τον αρνούμαι κι εγώ. Και εσένα! – Άρπαξε τη μαμά του απ’ το χέρι. – Μαμά, πάμε. Η Ζωή είπε ένα προσγειωμένο «αντίο» και έκλεισε απαλά την πόρτα. Στο σπίτι, ο Αλέξης έφαγε δυο κομμάτια πίτσα και τρεις κούπες τσάι με μαρμελάδα βατόμουρο. Κάθισε ήσυχος στον καναπέ, τυλιγμένος στην καρό κουβέρτα, με κόκκινη μύτη. – Μαμά. – Ναι, παιδί μου; – Συγγνώμη. Η Ζωή άφησε το φλιτζάνι της. Κοίταξε τον γιο της – τα λεπτά του ώμους, τα ανακατεμένα μαλλιά, τη σκληρή γραμμή στα φρύδια. – Προσπαθούσες, τα έκανες όλα για μένα, κι εγώ… Ακουγα μόνο τη γιαγιά. Της πίστευα, όχι εσένα. Δεν θα το ξανακάνω. Θα πιστεύω μόνο σ’ αυτά που βλέπω μόνος μου. Όχι τι μου λένε άλλοι. Η Ζωή χαμογέλασε, πήγε κοντά του, του χάιδεψε τα μαλλιά. Δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, έγειρε πάνω της, όπως παλιά. Το μάθημα ήταν σκληρό. Ίσως και σκληρότατο. Αλλά φαίνεται πως ο Αλέξης το έμαθε…

Μαμά, ξέρω ότι δεν μ αγαπάς

Η Δάφνη έμεινε ακίνητη με την πετσέτα στο χέρι. Γύρισε αργά προς τον γιο της. Ο Πέτρος στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας, σκυθρωπός, τα χέρια στις τσέπες της πιτζάμας του.

Τι είπες; άφησε απαλά η Δάφνη την πετσέτα. Από πού το έβγαλες αυτό;
Η γιαγιά το είπε.

Φυσικά, η γιαγιά.

Και τι άλλο είπε η γιαγιά;

Ο Πέτρος έκανε μερικά βήματα στην κουζίνα, σήκωνε το σαγόνι περήφανα, στο βλέμμα του πείσμα ίδιος ο πατέρας του.

Ότι έφυγες από τον μπαμπά γιατί δε νοιαζόσουν να έχω κανονική οικογένεια, πλήρη. Να είμαι ευτυχισμένο παιδί. Έφυγες για να με πικράνεις.

Η Δάφνη τον κοίταξε. Κοντεύει τα δέκα το παιδί. Τα τελευταία δύο χρόνια μένουν μόνοι τους. Ο Χάρης, ο πρώην άντρας της, έφυγε από τη ζωή του Πέτρου χωρίς ένα τηλέφωνο, τίποτα στα γενέθλιά του ή τις γιορτές εξαφανίστηκε τελείως. Αντίθετα, η κυρία Αθανασίου, η πρώην πεθερά, κάνει συστηματικά «επισκέψεις» κάθε Σαββατοκύριακο και γεμίζει το κεφάλι του εγγονού της.

Πέτρο, προσπάθησε να μιλήσει ήρεμα η Δάφνη, μη δίνεις τόσο βάση σ αυτά που λέει η γιαγιά. Δεν ξέρει όλη την αλήθεια.
Ξέρει! φώναξε ο Πέτρος. Αυτή τα ξέρει όλα! Εσύ λες ψέματα! Αν με αγαπούσες θα προσπαθούσες να σώσεις την οικογένεια! Δε θα είχες καταθέσει για διαζύγιο! Δε θα τα διέλυες όλα!

Κάθε του λέξη την πλήγωνε βαθιά. Η Δάφνη έβλεπε πώς τρεμοπαίζουν τα χείλια του, πώς γυαλίζουν τα μάτια του. Το πίστευε. Θεέ μου, πόσο το πίστευε αυτό που έλεγε.

Πέτρο
Ο μπαμπάς θα ήταν ακόμη μαζί μας! Μαζί θα ήμασταν!
Ο πατέρας σου εδώ και δύο χρόνια δεν σου έχει τηλεφωνήσει ούτε μία φορά, της ξέφυγε. Ούτε ένα μήνυμα
Επειδή δε τον αφήνεις! Η γιαγιά λέει ότι εσύ δεν του το επιτρέπεις!

Ο Πέτρος γύρισε κι έφυγε τρέχοντας από την κουζίνα. Αμέσως ακούστηκε από το χολ το δυνατό «μπαμ» η πόρτα του δωματίου του έκλεισε βίαια.

Η Δάφνη έμεινε ακίνητη στην κουζίνα. Η πετσέτα στη μέση. Το ρολόι χτυπούσε στους τοίχους. Κι ησυχία μια ησυχία που πονούσε.

Έκατσε στο σκαμπό, έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της. Ζεστά, πικρά δάκρυα κύλησαν. Ο Χάρης την είχε απατήσει, δύο μήνες σχέσης με μια συνάδελφο. Όταν το έμαθε η Δάφνη ούτε καν ζήτησε συγγνώμη. Ύψωσε τους ώμους του, λες κι ήταν κάτι τυχαίο. Πώς να τον συγχωρέσει; Πώς να συνεχίσει μια ζωή μ έναν άνθρωπο που την κοίταξε στα μάτια και της έλεγε ψέματα; Και τώρα ο Πέτρος πιστεύει ότι αυτή τα διέλυσε όλα.

Κι η κυρία Αθανασίου, πάντα ήρεμη, συνεχίζει: ο γιος της ο αθώος! Φταίει η κακιά νύφη που δεν ανέχτηκε, που δεν κράτησε την οικογένεια για το παιδί.

Η Δάφνη σκούπισε τα μάγουλά της και κοίταξε έξω. Ο Πέτρος είναι σχεδόν δέκα. Δεν καταλαβαίνει ακόμη. Και ίσως να μην καταλάβει για αρκετό καιρό.

Τρεις μέρες πέρασαν σαν λάστιχο. Ο Πέτρος δίπλα της, κι όμως μακριά έτρωγε πρωινό, πήγαινε σχολείο, γύριζε, έκανε μαθήματα. Αλλά λες και ήτανε πίσω από τζάμι. Τον ρώταγε για το σχολείο μουρμούριζε ακατάληπτα με το κινητό στο χέρι. Τον φώναζε να φάει ερχόταν, έτρωγε σιωπηλός. Προσπαθούσε να τον αγκαλιάσει το βράδυ τραβιόταν, έλεγε ένα ξερό καληνύχτα και έκλεινε την πόρτα πίσω του.

Την Παρασκευή η Δάφνη είπε: ως εδώ. Μετά τη δουλειά μπήκε στο σούπερ μάρκετ, πήρε μια ολόκληρη τούρτα σοκολατίνα, πατατάκια που αγαπούσε ο Πέτρος, μια μεγάλη πίτσα με ζαμπόν και μανιτάρια. Ίσως δουν μαζί μια ταινία. Ίσως μιλήσουν, όπως παλιά.

Πέρασε το κατώφλι, έσυρε τα σακούλια στην κουζίνα.

Πέτρο! Έλα να δεις τι σου έφερα!

Σιωπή.

Πέτρο;

Πήγε στο διάδρομο, άνοιξε την πόρτα του δωματίου του. Άδειο. Το κρεβάτι ανακατεμένο, βιβλία στο γραφείο, αλλά… τσάντα πουθενά. Ούτε μπουφάν στη κρεμάστρα.

Άρπαξε το κινητό, πήρε τον αριθμό του. Σήμανε αρκετά, μετά αποσυνδέθηκε. Του έγραψε μήνυμα: Πού είσαι; Πάρε με όταν μπορέσεις. Διπλές μπλε τσεκ το διάβασε.

Καμία απάντηση.

Ξανακαλεί. Και ξανά. Στην πέμπτη φορά τον έκλεισε.

Τι γίνεται εδώ

Τα χέρια της έτρεμαν. Κάλεσε ξανά. Τίποτα. Μόνο ήχος και ήχος.

Κλικ.

Έλα!
Πέτρο, η Δάφνη κολλούσε το κινητό στ αυτί της. Πού είσαι; Είσαι καλά;
Μια χαρά είμαι.

Η φωνή του ήρεμη, υπερβολικά ήρεμη.

Πού βρίσκεσαι; Γιατί έφυγες;
Πάω στον μπαμπά. Από δω και πέρα θα μείνω μαζί του.

Η Δάφνη έμεινε αποσβολωμένη στη μέση του διαδρόμου.

Τι;
Η γιαγιά είπε ότι ο μπαμπάς ήθελε να με πάρει. Στο δικαστήριο ήθελε να μείνω μαζί του. Εσύ επέμενες και με άφησαν μαζί σου. Εγώ όμως δε θέλω να ζω μαζί σου. Θα είμαι καλύτερα με τον μπαμπά.
Πέτρο, περίμενε…

Σύντομοι ήχοι, η κλήση έκλεισε.

Ξανακαλεί η Δάφνη καμία απάντηση. Ξανά, αλλά έκλεισε το κινητό του εντελώς.

Γύριζε στο σπίτι, φόρεσε γρήγορα το μπουφάν, άρπαξε την τσάντα, κάλεσε ταξί τρέμοντας. Τη διεύθυνση του Χάρη τη θυμόταν ακόμη απ έξω.

Είκοσι λεπτά μες στη κίνηση, είκοσι λεπτά να τρώει τα νύχια της και να σκάει.

Το ταξί έστριψε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Η Δάφνη κατέβηκε πριν προλάβει καν να της δώσει τα ρέστα ο οδηγός, έτρεξε προς την είσοδο αλλά σταμάτησε απότομα.

Στο παγκάκι μπροστά στην είσοδο καθόταν ο Πέτρος. Το μπουφάν ανοιχτό, η τσάντα δίπλα του. Το πρόσωπο βρεγμένο, κατακόκκινο, οι ώμοι του έτρεμαν.

Έκλαιγε.

Η Δάφνη έτρεξε κοντά του, γονάτισε στα βρεγμένα πλακάκια, τον αγκάλιασε σφιχτά από τους ώμους. Η υγρασία πέρασε αμέσως μέσα από το τζιν της, αλλά την ένοιαζε καθόλου.

Είσαι καλά; Έφαγες κάτι; Τι συνέβη; Γιατί κλαις;

Τα χέρια της έψαχναν τα δικά του, το πρόσωπό του, να σιγουρευτεί ότι είναι καλά. Τα μάγουλά του παγωμένα, η μύτη του κατακόκκινη απ το κρύο, οι βλεφαρίδες κολλημένες από τα δάκρυα.

Κοίταξε στα μάτια της. Κόκκινα, πρησμένα, με μια βαθιά πληγή μέσα τους που της έκοψε την ανάσα.

Ο μπαμπάς με έδιωξε.

Η Δάφνη πάγωσε. Τα χέρια της έμειναν στους ώμους του.

Τι;
Είναι με κάποια άλλη. Έχουν και μωρό. Ο Πέτρος ρούφηξε λίγο τη μύτη του, σκούπισε το πρόσωπο με το μανίκι, αφήνοντας λεκέδες. Ούτε μέσα δε μ άφησε να μπω. Μου είπε ότι ήρθα χωρίς λόγο. Να γυρίσω στη μαμά μου. Και απλά έκλεισε την πόρτα. Μπροστά στα μούτρα μου.

Η φωνή του Πέτρου έσπασε στη τελευταία φράση και γύρισε αλλού το πρόσωπό του, να μη βλέπει. Οι ώμοι του σείστηκαν.

Η Δάφνη τον αγκάλιασε δυνατά, βύθισε το πρόσωπό της στα μαλλιά του που μύριζαν παιδικό σαμπουάν και κρύο αέρα. Για πρώτη φορά εδώ και μέρες δεν τραβήχτηκε. Αντίθετα, χώθηκε στην αγκαλιά της.

Πάμε, είπε σιγανά όταν ησύχασε λίγο. Θα τα βάλουμε όλα στη θέση τους. Μια και καλή.

Το ταξί για το σπίτι της κυρίας Αθανασίου κράτησε ένα τέταρτο ακόμη. Ο Πέτρος κοιτούσε σιωπηλός το παράθυρο, τα φώτα έξω να περνούν. Η Δάφνη κρατούσε το χέρι του κι αυτός δεν το τράβηξε. Μια μικρή, κρύα παλάμη μέσα στη δική της.

Η πόρτα άνοιξε αμέσως, λες και τους περίμενε. Ρόμπα, μπικουτί, παντόφλες με φουντάκια απόλυτη γιαγιά. Μόνο τα μάτια της ανήσυχα, καχύποπτα.

Αχ, έκανε η κυρία Αθανασίου, μπαίνοντας πίσω στο χωλ, τι στο καλό σε έφερε εδώ η μάνα σου; Θέλει να σε στρέψει εναντίον του πατέρα σου; Εναντίον μου;

Ο Πέτρος στάθηκε στον διάδρομο. Η Δάφνη έβλεπε την πλάτη του τόσο μικρή, τραβηγμένη, ακόμη παιδική πίσω από το μπουφάν που σε λίγο θα του είναι μικρό.

Γιαγιά, σήκωσε το κεφάλι ο Πέτρος με φωνή αλλιώτικη, πιο σκληρή, μου είπες ψέματα;

Η κυρία Αθανασίου ανοιγόκλεισε τα μάτια. Για μια στιγμή λύγισε η μάσκα της.

Τι, παιδί μου, τι λες;
Πήγα στον μπαμπά. Με έδιωξε. Γιατί;

Η Δάφνη παρακολουθούσε το πρόσωπο της πρώην πεθεράς. Πώς άλλαζαν τα χαρακτηριστικά της, πώς πέταξε κάθε ίχνος γλυκύτητας, πώς ταξίδευαν τα βλέμματά της ψάχνοντας κάποια σωτηρία, από τον Πέτρο στη Δάφνη και πάλι πίσω.

Πέτρο μου, η μαμά σου φταίει, αυτή σε απομάκρυνε από όλους, εκείνη
Εσύ έλεγες πως δε μας άφηνε να μιλήσουμε, πως δεν τον άφηνε να μου κάνει τηλέφωνο, πως ο μπαμπάς με περίμενε, νοιαζόταν. Ο Πέτρος έσφιξε τις γροθιές, τα κόκαλα του άσπρισαν από την ένταση. Γιατί λοιπόν με έδιωξε; Ούτε να με μιλήσει δεν ήθελε. Με κοίταξε λες και ήμουν ξένος.
Δεν καταλαβαίνεις, έχει περάσει δύσκολα, έχει παιδί μωρό
Ή μήπως είχε δίκιο η μαμά; φώναξε ο Πέτρος, και η κυρία Αθανασίου έκανε πίσω. Πως δεν του έλειπα ποτέ; Πως δεν ήθελε οικογένεια; Τώρα έχει άλλη γυναίκα. Μωρό παιδί. Όλοι χαρούμενοι. Τι να με κάνει εμένα; Είμαι απλώς περιττός στη ζωή του, δεν τον νοιάζει!

Η κυρία Αθανασίου ίσιωσε την πλάτη της, σήκωσε το πιγούνι. Στα μάτια της κάτι θύμωσε.

Αυτά σε έχει βάλει η μάνα σου να λες! έδειξε με το δάχτυλο τη Δάφνη. Αυτή φταίει που χάλασε την οικογένεια
Φτάνει!

Το Πέτρο το είπε τόσο δυνατά που η Δάφνη τινάχτηκε. Η ηχώ αντήχησε στα σκαλιά της πολυκατοικίας.

Μόνο ψέματα λες! Κουράστηκα! Δύο χρόνια μου έλεγες παραμύθια για τον μπαμπά και δεν πήρε ούτε μια φορά τηλέφωνο στα γενέθλιά μου. Φτάνει. Δε θα ξαναέρθω εδώ. Μη μου ξανατηλεφωνήσεις. Αφού ο μπαμπάς με άφησε, θα τον αφήσω κι εγώ. Εσάς και τους δυο. Έπιασε την Δάφνη από το χέρι. Μαμά, πάμε σπίτι.

Η κυρία Αθανασίου έμεινε στην πόρτα, άσπρη, με το στόμα μισάνοιχτο. Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια η Δάφνη τη βλέπει έτσι χαμένη, αδύναμη, χωρίς τη γνωστή πανοπλία από παράπονα κι ενοχές.

Καληνύχτα σας, είπε η Δάφνη κλείνοντας πίσω της την πόρτα.

Στο σπίτι ο Πέτρος έφαγε δύο κομμάτια κρύα πίτσα και ήπιε τρεις κούπες ζεστό τσάι με γλυκό του κουταλιού. Καθόταν στον καναπέ, τυλιγμένος σε μια καρό κουβέρτα, με τη μύτη του βαμμένη από το κρύο και τα μάτια του ήσυχα. Έξω είχε πια σκοτεινιάσει και το λαμπατέρ άπλωνε ζεστές σκιές στο πρόσωπό του.

Μαμά.
Ναι, παιδί μου;
Συγγνώμη.

Η Δάφνη ακούμπησε την κούπα της στο τραπεζάκι. Τον κοίταξε με τους στενούς του ώμους, τα ανακατεμένα μαλλιά, τη ζαβολιά ανάμεσα στα φρύδια.

Εσύ πάντα προσπαθούσες για μένα, όλα τα έκανες για μένα κι εγώ Όλο προσπαθούσες, δούλευες, μαγείρευες, έτρεχες για μένα κι εγώ μόνο τη γιαγιά άκουγα. Την πίστευα, όχι εσένα. Ο Πέτρος κατέβασε το βλέμμα, έπαιζε τη φούντα της κουβέρτας. Τέλος πια. Θα σκέφτομαι μόνος μου. Θα πιστεύω σ αυτά που βλέπω μόνος μου. Όχι σ αυτά που μου λένε.

Η Δάφνη χαμογέλασε, πλησίασε, χάιδεψε τα μαλλιά του. Δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, ακούμπησε πάνω της, όπως παλιά, μικρούλης.

Το μάθημα ήταν σκληρό. Πολύ. Αλλά φαίνεται, ο Πέτρος το κατάλαβε.

Oceń artykuł
Έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα – «Μαμά, ξέρω πως δεν με αγαπάς…» Η Ζωή έμεινε ακίνητη με την πετσέτα στα χέρια. Γύρισε αργά προς τον γιο της. Ο Αλέξης στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας, βλοσυρός, με τα χέρια στις τσέπες της φόρμας. – Τι είπες; – άφησε η Ζωή την πετσέτα. – Τι σε έκανε να το πιστέψεις αυτό; – Η γιαγιά το είπε. Φυσικά, η γιαγιά. – Και τι άλλο είπε η γιαγιά; Ο Αλέξης μπήκε στην κουζίνα, με ανυψωμένο πηγούνι και πείσμα στα μάτια – φτυστός ο πατέρας του. – Ότι έφυγες από τον μπαμπά επειδή δεν ήθελες να έχω κανονική οικογένεια. Να είμαι ευτυχισμένο παιδί. Έφυγες από πείσμα, για μένα. Η Ζωή κοίταξε τον γιο της. Σχεδόν δέκα χρονών. Δυο χρόνια ζουν μαζί, μόνοι. Δυο χρόνια που ο Βαγγέλης εξαφανίστηκε, χωρίς ούτε ένα τηλέφωνο, ούτε μια ευχή γενεθλίων. Κι όμως η κυρία Ελένη, η πρώην πεθερά, κάθε σαββατοκύριακο βλέπει τον εγγονό της και δεν σταματάει να τον επηρεάζει. – Αλέξη, – μίλησε ήρεμα η Ζωή, – δεν χρειάζεται να δίνεις τόση σημασία στη γιαγιά. Δεν ξέρει όλα όσα συνέβησαν. – Ξέρει! – πετάχτηκε ο Αλέξης. – Τα ξέρει όλα! Εσύ λες ψέματα! Αν με αγαπούσες, θα είχες παλέψει για την οικογένεια! Δεν θα είχες ζητήσει διαζύγιο! Δεν θα τα κατέστρεφες όλα! Κάθε λέξη καρφώθηκε στην ψυχή της. Τα χείλη του Αλέξη έτρεμαν, τα μάτια του έλαμπαν. Πίστευε πραγματικά όσα έλεγε. – Αλέξη… – Ο μπαμπάς θα ζούσε μαζί μας! Θα ήμασταν όλοι μαζί! – Ο πατέρας σου δυο χρόνια δεν σου τηλεφώνησε ούτε μία φορά, – ξέφυγε από τη Ζωή. – Ούτε μία φορά, ακούς; – Επειδή δεν τον αφήνεις! Η γιαγιά λέει ότι του το απαγορεύεις! Ο Αλέξης έτρεξε έξω από την κουζίνα. Άκουσε το μπαμ – η πόρτα του δωματίου του έκλεισε με δύναμη. Η Ζωή έμεινε όρθια δίπλα στο τραπέζι. Η πετσέτα μισοδιπλωμένη, το ρολόι να χτυπά. Σιωπή. Κάθισε στο σκαμνί, σκέπασε το πρόσωπο με τα χέρια της. Τα δάκρυα έτρεξαν μόνα τους. Ο Βαγγέλης την είχε απατήσει, συναντούσε άλλη δύο μήνες. Όταν το έμαθε η Ζωή, ούτε που ζήτησε συγγνώμη. Πώς να μείνει με κάποιον που την κοίταζε και της έλεγε ψέματα; Και τώρα ο Αλέξης νομίζει πως η Ζωή φταίει για όλα. Και η κυρία Ελένη, η «άγια» γιαγιά, πλέκει συνεχώς τον ιστό της. Ο γιος της δεν φταίει σε τίποτα, πάντα η νύφη. Εκείνη τα κατέστρεψε όλα. Η Ζωή σκούπισε τα μάγουλά της και κοίταξε έξω. Δέκα χρονών το παιδί. Δεν καταλαβαίνει. Ίσως να αργήσει κιόλας. Τρία μέρες κύλησαν σαν λάστιχο. Ο Αλέξης τριγύριζε, αλλά ήταν αλλού. Στην ερώτηση για το σχολείο – μουρμούριζε κάτι στο κινητό του. Στο δείπνο – έτρωγε σιωπηλά. Αγκαλιά πριν τον ύπνο – απέφευγε, πέταγε ένα ξερό «καληνύχτα» και έκλεινε την πόρτα. Την Παρασκευή η Ζωή είπε: φτάνει. Αγόρασε τούρτα «Πράγα», πατατάκια που αγαπούσε ο Αλέξης, μεγάλη πίτσα με ζαμπόν και μανιτάρια. Ίσως δουν μαζί ταινία. Ίσως μιλήσουν, όπως παλιά. – Αλέξη! Έλα να δεις τι έφερα! Σιωπή. – Αλέξη; Έψαξε στο παιδικό. Άδειο. Το κρεβάτι ατακτοποίητο, βιβλία στο γραφείο, η τσάντα… δεν ήταν εκεί. Και το μπουφάν του έλειπε. Πανικοβλημένη, πήρε τηλέφωνο. Τίποτα. Του έγραψε μήνυμα: «Πού είσαι; Πάρε με τηλέφωνο». Διάβασε – δεν απάντησε. Πήρε ξανά. Απόρριψη. Και ξανά, και ξανά. Τελικά: – Ναι; – Αλέξη! – φώναξε η Ζωή. – Πού είσαι; Τι έγινε; – Είμαι καλά. Υπερβολικά ήρεμος. – Πού είσαι; Γιατί έφυγες; – Πήγα στον μπαμπά. Θα μείνω πια μαζί του. Η Ζωή πάγωσε. – Τι; – Η γιαγιά είπε πως ο μπαμπάς ήθελε να με πάρει μαζί του. Στο δικαστήριο ήθελε. Αλλά εσύ επέμεινες να μείνω μαζί σου. Μα εγώ δεν θέλω. Θα είμαι καλύτερα με τον μπαμπά. – Αλέξη, περίμενε… Τέλος κλήσης. Η Ζωή έτρεμε, βγήκε έξω, πήρε ταξί. Ήξερε τη διεύθυνση του Βαγγέλη απέξω. Είκοσι λεπτά αγωνίας. Έξω από την πολυκατοικία, στη βροχή, πάνω στο πεζούλι, καθόταν ο Αλέξης. Το μπουφάν ανοιχτό, η σχολική τσάντα δίπλα του. Τα μάτια του κόκκινα από το κλάμα. Ο πατέρας του τον είχε διώξει. – Τι έγινε; – Μένει με άλλη. Έχουν μικρό παιδί. Ούτε που με άφησε να μπω. Είπε να γυρίσω στη μαμά. Και μου έκλεισε την πόρτα στα μούτρα. Η φωνή του λύγισε. Δάκρυζε μες στο βράδυ. Η Ζωή τον αγκάλιασε σφιχτά, έθαψε το πρόσωπό της στα μαλλιά του – μύριζαν κρύο αέρα και παιδικό σαμπουάν. Αυτή τη φορά δεν απομακρύνθηκε. Την έπιασε κι αυτός. – Πάμε, – του είπε απαλά. – Θα τα ξεκαθαρίσουμε όλα μια για πάντα. Στο σπίτι της γιαγιάς, η κυρία Ελένη περίμενε στην πόρτα, με ρόμπα και παντόφλες. Ο Αλέξης έκανε ένα βήμα. – Γιαγιά, μου έλεγες ψέματα; Τα μάτια της γιαγιάς σάστισαν. – Εγώ πήγα στον μπαμπά. Με έδιωξε. Γιατί; Η γιαγιά σάστισε. Το προσωπείο της φροντίδας έσπασε. – Είναι η μαμά σου που φταίει… – Εσύ μου έλεγες ότι η μαμά δεν μας αφήνει να επικοινωνήσουμε. Ότι ο μπαμπάς περιμένει να με δει. Τότε γιατί δεν με θέλει; Γιατί μου έκλεισε την πόρτα στα μούτρα; Γιατί με κοίταξε σαν ξένο; – Δεν καταλαβαίνεις, έχει δύσκολη περίοδο… – Ή μήπως είχε δίκιο η μαμά; – φώναξε ο Αλέξης. – Ότι δεν του ήμουν ποτέ απαραίτητος; Έχει καινούργια οικογένεια. Μικρό παιδάκι. Εγώ τι είμαι γι’ αυτόν; Κάποιος περιττός; Η γιαγιά θύμωσε. Κατηγόρησε ξανά τη μαμά του. – Φτάνει! Η κραυγή του Αλέξη ήχησε στην πολυκατοικία. – Έχω βαρεθεί τα ψέματά σου! Δυο χρόνια μού λες παραμύθια για τον μπαμπά κι αυτός ούτε γενέθλια δεν θυμήθηκε. Δεν ξαναέρχομαι. Μη με ξαναπάρεις! Αφού ο μπαμπάς με αρνήθηκε, τον αρνούμαι κι εγώ. Και εσένα! – Άρπαξε τη μαμά του απ’ το χέρι. – Μαμά, πάμε. Η Ζωή είπε ένα προσγειωμένο «αντίο» και έκλεισε απαλά την πόρτα. Στο σπίτι, ο Αλέξης έφαγε δυο κομμάτια πίτσα και τρεις κούπες τσάι με μαρμελάδα βατόμουρο. Κάθισε ήσυχος στον καναπέ, τυλιγμένος στην καρό κουβέρτα, με κόκκινη μύτη. – Μαμά. – Ναι, παιδί μου; – Συγγνώμη. Η Ζωή άφησε το φλιτζάνι της. Κοίταξε τον γιο της – τα λεπτά του ώμους, τα ανακατεμένα μαλλιά, τη σκληρή γραμμή στα φρύδια. – Προσπαθούσες, τα έκανες όλα για μένα, κι εγώ… Ακουγα μόνο τη γιαγιά. Της πίστευα, όχι εσένα. Δεν θα το ξανακάνω. Θα πιστεύω μόνο σ’ αυτά που βλέπω μόνος μου. Όχι τι μου λένε άλλοι. Η Ζωή χαμογέλασε, πήγε κοντά του, του χάιδεψε τα μαλλιά. Δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, έγειρε πάνω της, όπως παλιά. Το μάθημα ήταν σκληρό. Ίσως και σκληρότατο. Αλλά φαίνεται πως ο Αλέξης το έμαθε…