Πατέρα, πεινάω και θέλω να βγω έξω! επανέλαβε η μικρή Δάφνη, τσιγκίζοντας κοντά μου.
Ήμουν, εκείνη τη στιγμή, με μισό ποτήρι μπύρας στο χέρι και παίζοντας ένα βιντεοπαιχνίδι στον υπολογιστή. Η δουλειά μου απαιτούσε πειθαρχία, κι εκείνη η αδιάκοπη φωνή της βγάζει γκριζό το σκεπτικό μου. Πώς να ξεχάσω την παιδική της ανάγκη; Ήταν πέντε χρονών, μια μικρή που ακόμη δεν ήξερε να κάνει το πρωινό της μόνη της. «Τι το έχει;», αναρωτιόμουν, ενώ γύριζα την προσοχή μου στα κουτάβια που έπαιζα με τους φίλους στο γκαράζ. Η αδυναμία μου να τη βάλω ήσυχη κόστισε: έχασα το παιχνίδι.
Με μια ορμητική κίνηση πήρα μια ξηρή ψωμί και την έριξα στην Δάφνη.
Πάρε και μάθε να μασάς, δεν μπορείς να φτάσεις μόνη σου; φώναξα.
Ανέβασα γάλα από το ψυγείο, το άφησα στο τραπέζι, και όταν η Δάφνη είπε ότι η μαμά πάντα ζεσταίνει το γάλα, της απάντησα ότι εγώ δεν είμαι η μαμά της και ότι πρέπει να το καταλάβει. Επέστρεψα στο παιχνίδι, ελπίζοντας πως η πεινασμένη θα ησυχάσει. Η οργή μου όμως δεν μου έδωσε να παίξω ήρεμα· έπρεπε να πάω στην τουαλέτα, και όταν επέστρεψα δεν έφτασα καν να καθίσω στην αγαπημένη μου καρέκλα.
Πατέρα, θέλω να βγω έξω. Μας πήγαινε η μαμά κάθε μέρα για παιχνίδι! μου είπε τρυφερά η Δάφνη.
Θες βόλτα; Ωραία! Βγες και παίξε! της φώναξα, βλέποντας την ευκαιρία να μείνω μόνος.
Έβγαλα από το ντουλάπι της όλες τις ζεστές φορεσιές: παντελόνι, πουλόβερ, γάντια και φορέματα, και τη χάρισα στο κρύο δρόμο, λες και ήταν μόνο το «έξοδος». Έτρεξα πίσω στον υπολογιστή, έβαλα ακουστικά, άνοιξα μια μπουκιά με αναψυκτικό και συνέχισα να σκοτώνω εχθρούς στην οθόνη, απολαμβάνοντας την ησυχία.
Η Δάφνη τρεμούταν από το κρύο. Το φθινόπωρο είχε κρυώσει, ο ήλιος είχε κρυφτεί, και η μητέρα της δεν τη στέλνει έξω. Η στενοχώρια της μεγάλωνε· προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα, αλλά εγώ την κλείδωσα. Πήρε αεράκι το κρύο, έτρεξε στα χιόνια που δεν είχε καθαριστεί για μέρες, έπιασε τη μαντάλια αραχνιές, αλλά το χιόνι ήταν πεσμένο σαν άμμος. Προσπάθησε να φτιάξει χιονάνθρωπο, αλλά δεν «κολλούσε». Τραγούδησε στο σπίτι, αλλά κανείς δεν άκουσε.
Στο τέλος, σχεδόν παγωμένη, άνοιξε το μικρό γκαζόν, τρέχοντας προς το φως, ψάχνοντας τη γειτόνια Λίνα, που συχνά τους έδινε γάλα, όμως δεν υπήρχε φως στο σπίτι της. Χτυπούσε σε όλες τις πόρτες της γειτονίας, αλλά κανείς δεν άνοιγε· όλοι ήταν κλειστοί μέσα στα σπίτια τους, φοβισμένοι από τη χιονόσφαξη. Η Δάφνη απομακρύνθηκε από το χωριό, βγαίνοντας σε λιγότερο γνωστή περιοχή, κλαίγοντας, χωρίς να ξέρει τι θα ακολουθήσει. Όταν η καταιγίδα έφτασε, το λευκό άσπρο τοπία την τύλιξε, και η παιδική φωνή της παρήγαγε το ίδιο το βρόχο που έλειπε· «Πατέρα, πίσω μου!», αλλά η φωνή μου αντηχούσε μόνο γεμάτη αδιαφορία: «Άφησέ με, δεν είμαι η μαμά!».
Τώρα, με τα φώτα σβησμένα στο σπίτι, σκέφτηκα τη Δάφνη αργά στις τρεις το μεσάνυχτο. Ξαφνικά, άκουσα έναν δυνατό κτύπο στο παράθυρο· τα κλαδιά της κυαμίνης κάτω από την οροφή σπασμένα από το χιόνι. «Τραχύς θύελλα», σκεφτόμουν, και τότε η σκέψη μου έσπασε: άφησα τη μικρή μας έξω.
Έτρεξα στο κέντρο του χωριού, φώναζοντας τη Δάφνη, αλλά δεν υπήρχε ίχνος της. Η καρδιά μου τρεμόπιασε· βρέθηκε κρύο, χιόνι, σιγή. Σκέψουσα ότι ίσως η Δάφνη βρέθηκε σε κάποιον γείτονα. Έστρεψα στο σπίτι, κλειδωμένο αβλαβώς, σκέτοιζε με τη Λίνα, που έβγαινε φως από το παράθυρο της.
Η σύζυγός μου, η Ελένη, είχε γίνει πιο σκληρή τελευταία: με έλεγε συνεχώς να δουλεύει, να μην καθίσω όλη μέρα παίζοντας. Εγώ ονειρευόμουν να γίνω επαγγελματίας παίκτης βίντεο, αλλά η ζωή δεν ήρθε έτσι. Τελικά, ξαπλώνοντας στο κρεβάτι, άκουσα τη φωνή της αδερφής της σύζυγας, η Δίνα, που έφτανε έσπαστη.
Πού είναι η Δάφνη; πού την έβαλες; φώναξε.
Αφήστε το, δεν είναι σπίτι! απάντησα, αλλά αυτή με τράβηξε από τον ώμο.
Τελικά, η Δίνα, που είχε μάθει καράτε σε μικρή ηλικία, έτρεξε στο σπίτι της Λίνας, ζητώντας βοήθεια. Η Λίνα αρνήθηκε, ενώ η Δίνα δεν ήξερε τι να κάνει. Η αστυνομία φτάνει, ερευνά και βάζει χειροπέδες στον πατέρα.
Εγώ τίποτα δεν έκανα! φώναζα.
Η αφήσετε παιδί σε καταιγίδα; Αυτό είναι κακοποίηση! έλεγε ο ντετέκτιβ, αποσβολωμένος.
Η Δίνα έκλαιε ακατάλληλη, σκεπτόμενη την ασθένεια της αδελφής της, η Ελένη, που πρόκειται να υποβληθεί σε καρδιοχειρουργική. Οι γιατροί στην τοπική κλινική ανέφεραν ότι η Δάφνη είχε μερικά παγώματα στα άκρα και πιθανή πνευμονία, αλλά ζούσε.
Τελικά, η Δάφνη βρέθηκε στο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. Οι γιατροί τη φρόντισαν, και η αδερφή μου, η Ελένη, αποφάσισε να διαζευχθεί. Ο πατέρας, ο Αντρέας Παπαδόπουλος, καταδικάστηκε σε φυλακή με ποινή. Η ζωή του άλλαξε: έπρεπε να δουλεύει, αλλά η ντροπή τον κράτησε μακριά από την οικογένειά του.
Η ιστορία τελειώνει με το ξεκάθαρο ότι η αγάπη και η ευθύνη δεν μπορούν να αντικατασταθούν από παιχνίδια ή αδράνεια. Η μικρή Δάφνη, τώρα ασφαλής, ξεκινάει το δρόμο της προς την ίαση, ενώ η Ελένη παίρνει τα χέρια της στη ζωή της ξανά.






