Είσαι πενήντα, ποιος να σε θέλει, γελούσε ο άντρας της Αλεξάνδρας. Εκείνη όμως αποφάσισε να το ελέγξει.
Ο άντρας της Αλεξάνδρας, ο Γιάννης Παναγιώτου, ήταν άνθρωπος με θεωρίες. Όχι μία, αλλά τουλάχιστον είκοσι, όλες εξίσου αδιαπραγμάτευτες. Ότι ο σωστός γιουβέτσι φτιάχνεται μόνο με μοσχαρίσιο κρέας. Ότι οι γάτες είναι πιο έξυπνες από τους σκύλους. Ότι την τηλεόραση πρέπει να τη βάζεις στη στάθμη ήχου 42, ούτε παραπάνω ούτε παρακάτω. Αλλά η βασικότερη θεωρία του ήταν αυτή: μετά τα πενήντα η γυναίκα δεν ενδιαφέρει πια κανέναν άντρα.
Το διατύπωνε διαφορετικά κάθε φορά, ανάλογα με τη διάθεση.
Κάποιες φορές με ύφος καθηγητή: έτσι είναι η φύση, Αλεξάνδρα, μην το παίρνεις προσωπικά.
Άλλες φορές φιλοσοφικά: έτσι είναι η ζωή, δε γίνεται αλλιώς.
Και συχνά, όταν η Αλεξάνδρα φόραγε καινούριο φόρεμα ή έβαφε τα χείλη της: εσύ είσαι ήδη πενήντα, ποιος να σε χρειάζεται.
Χωρίς ερωτηματικό. Σαν γεγονός.
Η Αλεξάνδρα ήταν πενήντα δύο. Δούλευε λογίστρια σε εταιρεία κατασκευών, τα πρωινά έκανε γυμναστική, τ’ απογεύματα διάβαζε βιβλία, τα Σαββατοκύριακα έφτιαχνε πίτες που ο Γιάννης καταβρόχθιζε, χωρίς να συνδέει ποτέ τη γεύση τους με το ερώτημα «ποιος άραγε να χρειάζεται την Αλεξάνδρα».
Έζησαν μαζί είκοσι έξι χρόνια. Μέσα σ’ αυτά, ο Γιάννης πάχυνε, άρχισε να χάνει τα μαλλιά του και να αναπτύσσει θεωρίες. Η Αλεξάνδρα όχι. Ή μάλλον, όχι με τον ίδιο τρόπο.
Η κολλητή της, η Ειρήνη, το κατάλαβε πρώτη.
Αλεξάνδρα, είπε μια μέρα, μεσημεράκι, πάνω από καφέ, με εκείνο το ιδιαίτερο βλέμμα που σημαίνει: ετοιμάσου ν’ ακούσεις κάτι σοβαρό και λίγο τρελό. Είσαι πλάκα-πλάκα πολύ ωραία, το ξέρεις;
Έλα τώρα, απάντησε μηχανικά η Αλεξάνδρα.
Σοβαρά, στο λέω. Τέλεια είσαι. Και να σου πω κάτι; Πάμε να γραφτούμε σ ένα site γνωριμιών; Έτσι για την πλάκα, μωρέ! Πειραματικά.
Η Αλεξάνδρα άφησε την κούπα της πάνω στο τραπέζι.
Μην τρελαίνεσαι εντελώς!
Έλα, συμπληρώνουμε μόνο ένα προφίλ. Θα βρούμε μια ωραία φωτογραφία σου, θα δεις τι θα γίνει.
Τίποτα δε θα γίνει, είπε η Αλεξάνδρα. Είμαι πενήντα πια, ποιος να με θέλει
Κι εκεί σταμάτησε. Γιατί άκουσε μέσα της ακριβώς τον τόνο και τις κουβέντες του Γιάννη Παναγιώτου.
Η Ειρήνη ήταν αλλιώς· της πράξης. Ποτέ δε σε παρακαλούσε πολύ, δεν το χε μ αυτά. Απλώς σε έφερνε προ τετελεσμένου, με την άνεση ανθρώπου που λατρεύει τις προκλήσεις. Έτσι, εκείνο το βράδυ, μπήκε σπίτι της μ ένα λάπτοπ στο ένα χέρι, ένα μπουκάλι κρασί στο άλλο, και ύφος που δεν σήκωνε παρακάλια.
Άκου τι θα γίνει, είπε από την πόρτα, αφήνοντας το κρασί στο τραπέζι. Θα φτιάξουμε το προφίλ σου τώρα. Γρήγορα και απλά.
Περίμενε, πρόλαβε η Αλεξάνδρα, μην έχοντας βγάλει ακόμα την ποδιά της. Τι προφίλ;
Στο site γνωριμιών που λέγαμε.
Εγώ σου είπα όχι!
Όχι είπες, αλλά είπες και… «ποιος να με θέλει». Δεν είναι το ίδιο.
Η Αλεξάνδρα την κοίταξε. Η Ειρήνη το ίδιο πίσω, με σιγουριά σ όλο της το βλέμμα.
Ειρήνη, έχω πια πενήντα δύο.
Το ξέρω, σε ξέρω τριάντα χρόνια εγώ!
Και λοιπόν;
Και λοιπόν τίποτα. Κάτσε.
Η Αλεξάνδρα κάθισε. Όχι γιατί παραδόθηκε, αλλά γιατί της είχαν κοπεί τα πόδια. Η μέρα ήταν μεγάλη: αναφορές στη δουλειά, κίνηση στο δρόμο. Είχε ανάγκη να ξεκουραστεί.
Για μια καλή φωτογραφία δώσε μου, είπε η Ειρήνη ανοίγοντας τον υπολογιστή.
Ποια καλή;
Καμιά που μου αρέσει. Έχεις καμιά;
Η Αλεξάνδρα συλλογίστηκε. Οι τελευταίες ήταν από τη χριστουγεννιάτικη γιορτή της δουλειάς. Εκεί έστεκε στη γωνία, μ ένα ποτήρι κρασί, δε κοιτούσε καν το φακό, αφού ο Γιάννης είχε πάρει τρεις φορές να μάθει πότε επιτέλους θα γυρίσει σπίτι.
Έχω μια από την Πρωτοχρονιά είπε διστακτικά.
Δείξε μου.
Της έδειξε. Η Ειρήνη την κοίταγε πολλή ώρα.
Καλή είναι. Εσύ, καλέ, εδώ είσαι πραγματικά όμορφη. Γιατί στη ζωή όλο σκύβεις, ενώ στη φωτογραφία πατάς γερά;
Στη φωτογραφία δεν με βλέπει κανείς, απάντησε αινιγματικά η Αλεξάνδρα, χωρίς κι η ίδια να το πολυκαταλαβαίνει.
Η Ειρήνη την κοίταξε βαθιά. Έστριψε το φελλό στο κρασί.
Το προφίλ άρχισαν να το συμπληρώνουν με το ζόρι. Για κάθε ερώτηση, η Αλεξάνδρα αντιδρούσε.
«Λόγος εγγραφής»; Βάλε «γνωριμία».
Δε θέλω να γνωρίσω κανέναν.
Αδιάφορο, βάλε το.
Ναι αλλά στο «Πείτε μας για εσάς»; Τι να γράψω; «Λογίστρια, φτιάχνω γιουβέτσι, σύζυγος με θεωρίες περί πενηντάρες»;
Θα γράψουμε «Δραστήρια, ενδιαφέρουσα, αγαπάει το διάβασμα και τα ταξίδια».
Μα δε ταξιδεύω.
Θέλεις να ταξιδεύεις;
Η Αλεξάνδρα αναρωτήθηκε.
Θέλω.
Άρα, δεν είναι ψέμα.
Τη φωτογραφία διάλεξαν, τη χριστουγεννιάτικη. Βουργουνδί φόρεμα, πιασμένα μαλλιά, στα μάτια φλόγα. Ο Γιάννης αυτό το φόρεμα δεν το είχε ξαναδεί κοιμόταν όταν γύρισε.
Έτοιμο, έκλεισε το λάπτοπ η Ειρήνη. Φτιάχτηκε το προφίλ.
Και τώρα;
Τώρα περιμένουμε.
Τι περιμένουμε;
Θα δεις.
Η Αλεξάνδρα γέμισε το ποτήρι της κρασί. Κοίταξε έξω απ το παράθυρο. Έξω βράδυ, φανάρι, γυμνό κλαδί λεύκας και τίποτα άλλο. Ο Γιάννης στο διπλανό δωμάτιο, τηλεόραση στη στάθμη σαράντα δύο. Μόνιμα.
«Εντάξει, ας είναι», σκέφτηκε η Αλεξάνδρα. «Προφίλ και προφίλ. Σιγά μη γίνει τίποτα».
Ήπιε το κρασί της και πήγε να πλύνει τα πιάτα.
Το επόμενο πρωί, το προφίλ της το είχε ξεχάσει. Πήγε δουλειά, πάλεψε με την τριμηνιαία κατάσταση, το μεσημέρι έφαγε χλιαρή φασολάδα από τη καφετέρια του ισογείου και στις τρεις σκεφτόταν περιστέρια στο περβάζι, ενώ κοίταζε απ το παράθυρο.
Το κινητό της ήταν στη τσάντα.
Στις πέντε το πήρε, να τσεκάρει αν είχε τίποτα από τον Γιάννη. Δεν είχε. Είχε όμως ειδοποίηση απ’ το site κόκκινος κύκλος με αριθμό.
Αριθμός: 11.
Έντεκα μηνύματα, σε μια μέρα.
Η Αλεξάνδρα κοίταξε το κινητό και το έβαλε ξανά στη τσάντα. Μετά, ούτε τρία λεπτά να αντέξει, το ξανάβγαλε.
Έντεκα.
«Σίγουρα spam», σκέφτηκε.
Άνοιξε. Όχι spam ήταν έντεκα άντρες, με όνομα, φωτογραφία και χειροπιαστά μηνύματα. Άλλοι γράφαν απλά: «Καλησπέρα, ενδιαφέρον προφίλ». Άλλοι πιο αναλυτικά. Ένας, ο Στέφανος, πενήντα τεσσάρων, έστειλε τρία ολόκληρα παραγράφους για βιβλία, για το ότι είχαν χρόνια να του κάνει εντύπωση ένα βλέμμα σε φωτογραφία, για το ότι του αρέσουν τα ταξίδια.
Η Αλεξάνδρα διάβασε το μήνυμα αυτό δυο φορές.
«Εγώ κιόλας έγραψα ότι θέλω ταξίδια», θυμήθηκε. Κι ένιωσε μικρή τύψη. Λίγο όμως.
Το βράδυ πήρε τηλέφωνο την Ειρήνη.
Έντεκα, είπε χωρίς να χαιρετήσει.
Τι είπες; εμψυχώθηκε η Ειρήνη. Εγώ στα 'λεγα!
Κι ένας μιλάει για βιβλία.
Απάντησέ του!
Δεν πρόκειται.
Αλεξάνδρα…
Ναι, Αλεξάνδρα! Είμαι πενήντα δύο χρονώ και παντρεμένη.
Τι μ αυτό; Απάντησέ του.
Η Αλεξάνδρα δεν απάντησε. Το βράδυ έπλενε πιάτα και σκεφτόταν τον Στέφανο με τα τρία του παραγράφους.
«Είσαι τρελή», είπε στον εαυτό της.
Το πρωί όμως άνοιξε τελικά το app. Ο κόκκινος κύκλος είχε αλλάξει: όχι έντεκα.
Είκοσι οκτώ.
Η Αλεξάνδρα κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Ο Γιάννης ακόμη κοιμόταν.
Είκοσι οκτώ άντρες της είχαν γράψει μέσα στη νύχτα.
Κυλούσε τα μηνύματα με μεγάλη προσοχή. Ο Αντώνης, σαράντα οκτώ, μηχανικός, φωτογραφία με γάτα να ποζάρουν μαζί. Ο Μιχάλης, πενήντα έξι, σοβαρός με γραβάτα: «Είστε πολύ όμορφη γυναίκα». Ο Δημήτρης εκεί σταμάτησε σαράντα ενός, φωτογραφία με φόντο τα Μετέωρα «Καλησπέρα, πείτε μου για σας».
Σαράντα ενός. Έντεκα χρόνια μικρότερος.
Η Αλεξάνδρα έκλεισε το κινητό. Ξανάνοιξε αμέσως.
Το βράδυ της δεύτερης μέρας ο αριθμός είχε εκτοξευτεί.
Πενήντα τρία μηνύματα. Για την ακρίβεια πενήντα τέσσερα, μόλις τα ξαναμέτρησε.
Καθόταν στην κουζίνα, έπινε τσάι και ξεσκόνιζε τα μηνύματα με το ύφος ανθρώπου που πήγε για ψωμί κι έπεσε σ αρχαίο θησαυρό. Ο Βασίλης, πενήντα, επιχειρηματίας, γράφει ποίημα κλεμμένο, μα καλά έκανε. Ο Νίκος, απλά: «Μου άρεσες, θα ήθελα να σε γνωρίσω». Ο Δημήτρης με τα Μετέωρα, ξαναγράφει, ήρεμα: «Ή μήπως είστε απασχολημένη; Καμία ανησυχία καλή μου».
Η Αλεξάνδρα κάθισε πολλή ώρα να διαβάζει αυτό το μήνυμα.
Ο Γιάννης μιλούσε στην τηλεόραση. Η τηλεόραση του μιλούσε πίσω. Καλή παρέα μεταξύ τους.
«Ποιος να σε θέλει», ανακάλεσε.
Πενήντα τέσσερις άνδρες σε δύο μέρες. Κάποιοι συνομήλικοι, κάποιοι μικρότεροι. Ένας με ποίημα, άλλος με υπομονή και δεύτερο μήνυμα, με σεβασμό.
Η θεωρία του Γιάννη Παναγιώτου άρχισε να σπάει όπως το παλιό μωσαϊκό, αργά κι αθόρυβα.
Η Αλεξάνδρα ήπιε το τσάι της. Άφησε την κούπα στον νεροχύτη. Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια κοίταξε το είδωλό της στο σκοτεινό τζάμι του κουζινίστικου παραθύρου όχι φευγαλέα, αλλά καλά.
Εκεί, στο τζάμι, ήταν μια γυναίκα πενήντα δύο ετών. Όρθια, με μάτια λαμπερά. Μια που έλαβε πενήντα τέσσερα αντρικά μηνύματα σε δύο μέρες.
Πω πω… μουρμούρισε ήσυχα στην αντανάκλασή της.
Η αντανάκλαση λες και της χαμογέλασε.
Το κινητό της ήταν στο κομοδίνο.
Ο Γιάννης έψαξε τα γυαλιά του, δίπλα ακριβώς κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή φωτίστηκε η οθόνη: καινούργια ειδοποίηση. Το πήρε με το αδιάφορο ύφος του ανθρώπου που δεν περιμένει τίποτα. Το κοίταξε. Μισόκλεισε τα φρύδια.
Και το ξανακοίταξε.
Στην οθόνη: «Δημήτρης: Καλημέρα! Σκέφτηκα εσάς»
Ο Γιάννης Παναγιώτου κάθισε αργά στο κρεβάτι. Όπως κάθονται όταν κάτι σημαντικό σου είπαν και δεν ξέρεις αν είναι καλό ή κακό.
Αλεξάνδρα, φώναξε.
Εκείνη ήταν στην κουζίνα, καφές στο μπρίκι. Τ άκουσε, αλλά δεν βιάστηκε.
Αλεξάνδρα!
Έρχομαι.
Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα με το φλιτζάνι στο χέρι. Ήσυχα. Ο Γιάννης κρατούσε το κινητό σαν να πιασε κάτι ζωντανό που δεν ξέρει αν πρέπει να το αφήσει.
Αυτό τι είναι; ρώτησε.
Η Αλεξάνδρα κοίταξε την οθόνη. Μετά τον άντρα της. Ήπιε καφέ.
Ειδοποίηση, είπε.
Βλέπω ότι είναι ειδοποίηση. Ποιος είναι ο Δημήτρης;
Από το site γνωριμιών.
Παύση. Από τις καλές.
Από ποιο site γνωριμιών δηλαδή; Γράφτηκες εκεί;
Ναι.
Γιατί;
Η Αλεξάνδρα άφησε το φλιτζάνι στο κομοδίνο. Τον κοίταξε στα ίσια, χωρίς κακία μάλλον με περιέργεια. Όπως κοιτάς πρόβλημα που ξέρεις ήδη τη λύση.
Ήθελα να ελέγξω τη θεωρία σου, είπε ήσυχα.
Ποια θεωρία;
Αυτή για τις γυναίκες μετά τα πενήντα, θυμάσαι; «Ποιος να σε θέλει;».
Ο Γιάννης άνοιξε το στόμα, το κλεισε, ξανακοίταξε το κινητό κι είχαν έρθει κι άλλες τρεις ειδοποιήσεις, όσο μιλούσαν.
Και πόσοι… δεν ολοκλήρωσε.
Πενήντα τέσσερις, είπε η Αλεξάνδρα. Μες σε δύο μέρες.
Πενήντα τέσσερις… επανέλαβε ο Γιάννης χαμηλόφωνα. Η λέξη δεν του χωρούσε.
Και κάποιοι μάλιστα μικρότεροι από εμένα, πρόσθεσε η Αλεξάνδρα, πήρε το φλιτζάνι και γύρισε ήσυχα στην κουζίνα.
Ο Γιάννης Παναγιώτου έμεινε ακίνητος στη μέση του δωματίου, με το κινητό στο χέρι. Έξω ήταν ένα απλό πρωινό το φανάρι είχε σβήσει, η λεύκα γυμνή, σπουργίτια τριγυρνούσαν στο περβάζι. Όλα όπως πάντα. Μόνο που, ξαφνικά, η θεωρία του δεν λειτουργούσε πια.
Καθόλου.






