Έβαλα τον άντρα μου μπροστά σε σκληρή επιλογή.
Μπαμπά, γιατί πάμε στη γιαγιά Αγγελική; Δεν μου αρέσει εκεί, βαριέμαι.
Κοιτάζω την Ιφιγένεια από τον καθρέφτη. Κάθεται πίσω, βυθισμένη στο γαλάζιο τάμπλετ της, ούτε που σηκώνει το βλέμμα της όταν ρωτάει. Έξι χρονών και ήδη μιλάει μ αυτόν τον τρόπο, λες και μας κάνει χάρη που απλά είναι μαζί μας.
Πάμε γιατί σήμερα έχει γενέθλια ο Μανώλης, ο ξάδερφός σου. Τον θυμάσαι;
Τον θυμάμαι. Μου τη σπάει.
Ιφιγένεια! στρέφομαι, αλλά ο Κωστής μου ακουμπάει το χέρι στον ώμο.
Μην αρχίζεις, σε παρακαλώ. Όχι σήμερα.
Τον κοιτάζω. Κρατάει το τιμόνι με μια ένταση λες και πάει σε ανάκριση και όχι στα γενέθλια ενός παιδιού στη δική του οικογένεια. Κοστούμι σκούρο μπλε, άσπρο πουκάμισο, το σιδέρωσα πρωί πρωί. Μισή ώρα το βασάνισα το πουκάμισο, γιατί ξέρω: η πεθερά θα σχολιάσει και την παραμικρή τσάκιση, ακόμα κι αν κάνει πως δεν το παρατηρεί, το βλέμμα της θα το πει για όλους.
Δεν αρχίζω, Κωστή. Εξηγώ στο παιδί γιατί πάμε.
Εξηγείς έτσι που η Ιφιγένεια ήδη πιστεύει πως πάμε κάπου που δεν είναι ευπρόσδεκτη.
Είμαστε ευπρόσδεκτοι δηλαδή;
Σιωπή. Το φανάρι μπροστά γίνεται πορτοκαλί και ο Κωστής φρενάρει. Γίνεται αμήχανα ήσυχα και ακούγεται μόνο το τάμπλετ της Ιφιγένειας να παίζει μουσική και να συλλέγει εικονικά νομίσματα.
Κοίτα, κάνε μου τη χάρη, ξεκίνησε, χωρίς να με κοιτάζει, θα πάμε, θα πούμε χρόνια πολλά στο Μανώλη, θα κάτσουμε άντε δυο με τρεις ώρες και θα φύγουμε. Χωρίς να θίξουμε τίποτα, χωρίς παράπονα, χωρίς να σκαλίσουμε το παρελθόν. Μια οικογενειακή γιορτή μόνο. Μπορούμε;
Ήθελα να του πω πως αμφιβάλλω αν μπορούμε. Κάθε φορά αυτό υποσχόμαστε και πάντα βρίσκομαι στην κουζίνα της πεθεράς ν ακούω διαλέξεις για το πώς πρέπει να μεγαλώνω την Ιφιγένεια, για το ότι δουλεύω υπερβολικά πολύ, για το πόσο καλύτερη μαγείρισσα ήταν η μάνα μου Θεός σχωρέσ την αν και ποτέ δεν το είπε καθαρά. Αλλά σιώπησα, κούνησα απλά το κεφάλι και γύρισα το βλέμμα στο παράθυρο. Ο ήλιος λούζει τις αθηναϊκές λεωφόρους, κυρίες με αέρινα φορέματα, παιδιά με παγωτά. Κανονικό σαββατιάτικο μεσημέρι, θα πρεπε να αράζουμε μπαλκόνι με βιβλίο κι όχι να κάνουμε διαδρομή μέχρι την άλλη άκρη της πόλης για να βρεθούμε ανάμεσα σε ανθρώπους που δε μας συμπαθούν.
Μπαμπά, θα πάρει πολλά δώρα ο Μανώλης; η Ιφιγένεια σηκώνει τελικά το κεφάλι της.
Μάλλον θα του φέρουν. Έχει γενέθλια.
Εμένα θα μου φέρουν;
Ξαναστρέφομαι. Το βλέμμα της γεμάτο προσδοκία την έχω κακομάθει, το ξέρω. Γι αυτό κάθε γιορτή πρέπει να καταλήγει να παίρνει κι εκείνη κάτι. Δικό μου φταίξιμο.
Ιφιγένεια, σήμερα δεν έχεις εσύ γενέθλια. Του Μανώλη είναι σήμερα. Αυτός θα πάρει δώρα.
Αλλά θέλω κι εγώ!
Θα πάρεις στο δικό σου. Θυμάσαι που του πήραμε χθες το παιχνίδι;
Ναι, αλλά ήθελα κι εγώ εκείνο το παιχνίδι!
Έχεις ολόκληρο δωμάτιο γεμάτο παιχνίδια, αγανάκτησε ο Κωστής. Δεν μπορείς να περιμένεις μία μέρα;
Η μικρή φουσκώνει τα μάγουλα, ξαναβουτάει στο τάμπλετ της. Τον κοιτώ με τη σειρά μου. Σφίγγει το τιμόνι τόσο, που λευκαίνουν τα δάχτυλά του. Ξέρω τι σκέφτεται: Η μάνα του θα σχολιάσει με το που φωνάξει η Ιφιγένεια. Ύστερα θα τα αναλύει στη θεία Έφη, στην αδελφή του την Ελένη. Εβδομάδες μετά θα τα συζητούν.
Μέχρι να φτάσουμε στη Νέα Σμύρνη δεν ανταλλάξαμε λέξη. Μόνο ήχος το τάμπλετ και η βοή του δρόμου. Το σκέφτομαι: τρία χρόνια είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην πατήσω ξανά στο σπίτι της πεθεράς. Από εκείνον τον καβγά που η Αγγελική με σταύρωσε για ανικανότητα σαν σύζυγος και μάνα.
Έφυγα τσακίζοντας την πόρτα τότε. Ο Κωστής με παρακάλεσε να γυρίσω, να ζητήσω συγγνώμη. Δεν γύρισα ποτέ. Γυρίσαμε σπίτι με ταξί βουβοί εγώ κοιτούσα έξω και σκεφτόμουν μήπως ήρθε η ώρα να μαζέψω πράγματα, να πάω στη Μαρία μου στον Βόλο.
Δεν έφυγα. Τον αγαπούσα. Είχαμε την Ιφιγένεια. Δεν ήμουν μαθημένος να τα παρατάω.
Σχεδόν χρόνο δεν είχαμε καμία επαφή με αυτούς. Μετά ο Κωστής παρακάλαγε να πάμε τα Χριστούγεννα, εγώ αρνήθηκα. Το Πάσχα, πάλι όχι. Μόνο όταν η πεθερά μπήκε για την καρδιά της στο νοσοκομείο, πήγα με το παιδί και φρούτα, λουλούδια. Πεσμένη, γερασμένη, μου ξύπνησε οίκτος αντί οργής.
Ευχαρίστησε για τα φρούτα και χάιδεψε το κεφαλάκι της μικρής. Μου έλειψε το εγγόνι, είπε. Ούτε λέξη για συγγνώμη, τίποτα για τον καυγά. Σαν να μη συνέβη ποτέ.
Είπα: Μπορεί έτσι πρέπει. Να προσποιείσαι ότι όλα καλά, να κυλάει η ζωή με πίκρες καταπιωμένες και ψεύτικα χαμόγελα. Αυτή να ναι τελικά η ωριμότητα;
Αλλά χθες που ο Κωστής είπε ότι μας κάλεσαν στα γενέθλια του Μανώλη, κατάλαβα: δεν είχα ξεχάσει τίποτα. Η πληγή τρύπια μέσα μου και με κάθε ευκαιρία γδέρνει περισσότερο.
Φτάσαμε, είπε ο Κωστής, με ταράζει στη στιγμή.
Μπροστά μας η πολυκατοικία που μεγάλωσε. Εκεί ζω ακόμα ξένη.
Ιφιγένεια, σβήσε το τάμπλετ, πάμε.
Βγαίνουμε. Ο Κωστής κρατάει την τεράστια σακούλα με το δώρο, ένα σετ κατασκευών για οκτάχρονο αγόρι. Εγώ ήθελα κάτι πιο διακριτικό, εκείνος είπε να μην εκτεθούμε.
Δηλαδή; ρώτησα στο παιχνιδάδικο.
Να μην φανούμε τσιγκούνηδες.
Είναι παιδί, όχι διαγωνισμός πλούτου.
Η μάνα θα μετρήσει και αυτή τη λεπτομέρεια. Όπως και η Ελένη, να ξέρεις.
Παραδόθηκα. Πέντε κατοστάρικα για ένα παιχνίδι πολλά για μένα. Αλλά ήξερε: η οικογένειά του δίνει σημασία σ αυτά. Πόσο κάνει, τι μάρκα, πού ψωνίζεις και τι φοράς το κάθε τι.
Στον τέταρτο ανεβήκαμε με τα πόδια ο διαολεμένος ο ανελκυστήρας χαλασμένος πάντα. Η Ιφιγένεια γκρινιάζει πως κουράστηκε, σχεδόν την σέρνω. Ο Κωστής προπορεύεται, γεμάτη ένταση η πλάτη του κάτω από το σακάκι.
Στην πόρτα σταματάει.
Έτοιμη είσαι;
Ήθελα να πω όχι. Πως θα θελα να γυρίσω πίσω, να μην υποδυθώ πάλι την τέλεια νύφη. Σφίγγω δόντια, χαμογελώ με το ζόρι.
Έτοιμη.
Χτυπάει κουδούνι. Από μέσα ακούγονται φωνές και γέλια. Έχουμε ήδη αργήσει, αν και ο Κωστής υπολόγισε επίτηδες να μην πάμε πρώτοι.
Ανοίγει η Ελένη η κουνιάδα. Δυο χρόνια μικρότερη του Κωστή αλλά δείχνει μεγαλύτερη· βάφει τα μαλλιά σκούρο κόκκινο, τραβαγμένη φάτσα, χαμόγελο που μόνο χαμόγελο δεν το λες.
Ήρθατε επιτέλους! Έλατε! Ήδη ξεκινήσαμε χωρίς εσάς.
Γεια σου, Ελένη, φιλάει ο Κωστής. Συγγνώμη για την κίνηση.
Μα ναι, φυσικά κίνηση είπε, μου ρίχνει το βλέμμα. Γεια σου, Δήμητρα.
Γεια.
Τυπικές αγκαλιές, παγωμένες. Ή μόνο δικιά μου ψυχρότητα αυτή;
Ποια μεγαλόκοπέλα έχουμε εδώ; Η Ιφιγένεια! Πόσο ψήλωσες, κορίτσι μου, δεν σε γνωρίζω!
Η Ιφιγένεια πομποποιεί πίσω από τα φουστάνια μου, δε θυμάται καλά τη θεία της τότε τριών ήταν τελευταία φορά που τη βλέπανε.
Πες ένα γεια, της λέω.
…γεια, ψιθυρίζει και χώνεται ξανά πίσω μου.
Τι ντροπαλή! γελάει η Ελένη, εμπρός, μπείτε. Η μαμά στην κουζίνα, ο Μανώλης στα μέσα. Ετοιμαζόμαστε για τούρτα.
Μπαίνοντας με τυλίγει ο γνώριμος συνδυασμός αρωμάτων· λεβάντα στο ντουλάπι και μηλόπιτα στον φούρνο. Η πεθερά έτσι πάντα τα αρωματικά και τα γλυκά τις Κυριακές. Σήμερα κάτι με μήλο πρέπει να έχει ετοιμάσει.
Στην είσοδο παπούτσια πολλά: παιδικά, γυναικεία, ανδρικά. Μαζεύτηκαν οι συγγενείς γι’ αυτό και τα ειδικά σανδάλια που φόρεσα μόνο γι αυτή την επίσκεψη. Η μικρή στραβομουτσουνιάζει, δεν θέλει να βγάλει τα δικά της. Την ξεντύνω σιωπηλά, αγνοώντας το δοσμένο βλέμμα της Ελένης.
Κωστή, πήγαινε μέσα να βρεις τον Μανώλη· εσείς, κορίτσια, στην κουζίνα, η μαμά σας περιμένει, λέει η Ελένη.
Κορίτσια μα πώς, στα σαράντα δύο, μάνα κι εγώ, δουλεύω χρόνια λογίστρια σε κατασκευαστική, πληρώνω δάνειο, ΕΦΚΑ, και εκείνη κορίτσι με προσφωνεί.
Ο Κωστής με κοιτάζει, παρακαλεστικό βλέμμα. Του κάνω νεύμα, πάει μέσα με το δώρο κι εγώ, με την Ιφιγένεια από το χέρι, κατευθύνομαι κουζίνα.
Μεγάλη, φωτεινή, με γεράνια στο περβάζι και κεντητά πετσετάκια στους τοίχους. Το τραπέζι σκεπασμένο με λευκή δαντέλα ακριβώς όπως και πριν είκοσι χρόνια, όταν πρώτο ήρθα εδώ.
Η Αγγελική κάθεται με μια φίλη, γελάνε χαμηλόφωνα. Όταν μπαίνω, η πεθερά σηκώνει το κεφάλι, το χαμόγελο σκληραίνει μόλις με βλέπει.
Δήμητρα! Χάρηκα που ήρθες! σηκώνεται, φαίνεται γερασμένη, ψαρά μαλλιά κάτω απ τη βαφή, πιο σκυφτή, οι ρυτίδες βαθιές.
Το βλέμμα σταθερό, επικριτικό, διαπεραστικό.
Καλησπέρα, κα Αγγελική, τυπική αγκαλιά, τόσο όσο.
Καλώς ήρθες, κόρη μου. Κι αυτή η εγγονή μου; σκύβει στην Ιφιγένεια. Μα τι όμορφη! Ολόιδια η γιαγιά!
Η Ιφιγένεια κρύβεται ξανά πίσω μου, τη χαϊδεύω απαλά.
Ιφιγένεια, πες γεια στη γιαγιά.
Δε θέλω.
Παγώνει η ατμόσφαιρα. Η Αγγελική ορθώνεται αργά, στα μάτια της διαγράφεται η αποδοκιμασία.
Εντάξει, τα παιδιά ντρέπονται, αλλά ο τόνος της άλλα λέει: το δικό μου το εγγόνι θα ήταν πιο ευγενικό.
Είναι κουρασμένη από τον δρόμο, προφασίζομαι.
Μάλιστα, μάλιστα. Καθίστε, θα σας κεράσω τσάι. Ή μήπως προτιμάτε ελληνικό; Έχω φέρει από Ιταλία.
Τσάι, ευχαριστώ.
Κάθομαι με την Ιφιγένεια δίπλα μου. Η φίλη της πεθεράς μάς συστήνεται Μαρία. Συνομιλία τυπική. Η Αγγελική πηγαινοέρχεται, σερβίρει.
Τι κάνεις, Δήμητρα; Ακόμα στ ίδια δουλεύεις;
Ναι.
Πολλή δουλειά;
Αρκετά.
Ποιος παίρνει την Ιφιγένεια από τον παιδικό όταν εσύ δουλεύεις ως αργά;
Πάει, ξεκίνησε…
Εγώ, έχω ευέλικτο ωράριο.
Α, εντάξει, νόμιζα πήρατε νταντά. Τώρα όλοι παίρνουν.
Όχι, τα καταφέρνουμε μόνοι.
Η Αγγελική βάζει το φλιτζάνι μπροστά μου.
Αδυνάτισες.
Όχι, είμαι ίδια.
Όχι, αδυνάτισες. Να τρως, Δήμητρα, οι άντρες προτιμούν γυναίκες με πιασίματα…
Σφίγγω τα χείλη. Πάντα σχολιασμός έντεχνος, πάντα με αγάπη, αλλά με φαρμάκι.
Μια χαρά είμαι, ευχαριστώ.
Ναι, ναι. Εγώ ανησυχώ. Σε αγαπώ σαν κόρη μου. Ο Κωστής μου έλεγε πως θα ρθείτε, χαρά μου μεγάλη! Νομίζω ξεχάσατε πια που μένουμε
Τρέχουμε, απαντώ. Παιδικός, δραστηριότητες, δουλειές…
Καλά όλα αυτά, αλλά την οικογένεια να μην την ξεχνάς. Αυτή μετράει πάνω απ όλα, Δήμητρα.
Σιωπώ και πίνω το καυτό τσάι. Η Ιφιγένεια ανακατεύεται ανυπόμονη.
Μπαμπά, να πάω να παίξω σε άλλο δωμάτιο; ψιθυρίζει.
Πήγαινε, μα μην κάνεις φασαρία.
Η φίλη της Αγγελικής σχολιάζει τον χρυσό Μανώλη, πόσο καλό παιδί ευγενικός, λέει, βοηθάει στο σπίτι, αριστούχος.
Βράζω. Το συγκρίνουν με την κόρη μου· έμμεσα με κατηγορούν για τη συμπεριφορά της.
Ξεγλιστράω από την κουζίνα. Μένω λίγο μόνη μου στον διάδρομο. Το κινητό δονούνται μήνυμα από τον Κωστή: Πώς είσαι;
Καλά, απαντώ. Ψέμα. Τι να απαντήσω; Ότι ήδη νιώθω σαν σε εξετάσεις που απέτυχα πριν ακόμα αρχίσουν;
Ξαφνικά, ο Μανώλης φεύγει απ’ το σαλόνι, με βλέπει.
Θεία Δήμητρα;
Γεια σου, Μανώλη. Χρόνια πολλά!
Ευχαριστώ, χαμογελά, ο θείος Κωστής είπε ότι φέρατε δώρο.
Ναι, θα το βρεις μετά.
Γυρνά πάλι μέσα. Μόλις έκανε περισσότερη κουβέντα απ ό,τι όλη μέρα η Ιφιγένεια
Επιστρέφω στο σαλόνι. Γύρω στα δώδεκα άτομα, συγγενείς, παιδιά, χαμός. Ο Κωστής κάθεται, μιλάει με έναν θείο. Μόλις με βλέπει, σηκώνεται.
Η γυναίκα μου, Δήμητρα.
Τυπικές συστάσεις, λόγια του αέρα. Κανείς δεν μιλά ποτέ για την καθημερινή μας ζωή ο Κωστής αποφεύγει κάθε τι οικογενειακό σε δημόσια θεά.
Η Ιφιγένεια στην άκρη με το τάμπλετ. Πλησιάζω.
Άσε το τώρα, μικρή, δεν είναι ωραίο.
Βαριέμαι.
Γυρνούν μερικοί να δουν. Κοκκινίζω, χώνω το τάμπλετ στη τσάντα μου. Αυστηρά βλέμματα. Άλλη μία αποτυχία μου ως μάνα υπό τα βλέμματα της οικογένειας.
Η Ελένη μπαίνει με έναν δίσκο, μοιράζει ποτήρια.
Πάμε να πιούμε για τον Μανώλη, ελάτε!
Ο Μανώλης στέκεται δίπλα στη μάνα του, όλοι στήνουν φωτογραφίες.
Για το αγόρι μας! φωνάζει μια θεία. Υγεία, μυαλό, ευτυχία!
Τσουγκρίζουμε, γουλιά κρασί κακό. Ο Κωστής δίπλα μου στριμωγμένος.
Και να τα δώρα! αναγγέλλει η Ελένη. Ο Μανώλης στον θρόνο του, όλοι με δώρα. Μια θεία φέρνει σετ ζωγραφικής „ευχαριστώ πολύ”, ο Μανώλης παρουσιάζει σε όλους. Έπεται ρομπότ τηλεκατευθυνόμενο. Αχ, τι καλός! ειρωνεύομαι μέσα μου.
Όλα τα παιδιά μαζεύονται γύρω, κοιτάζουν. Παρατηρώ την Ιφιγένεια στα μάτια της, ζήλια.
Ιφιγένεια, σε παρακαλώ, μην κοιτάζεις έτσι.
Γιατί να πάρει τόσα; Εγώ πότε;
Σε τέσσερις μήνες, τον Οκτώβρη.
Πολλοί μήνες
Ο Κωστής δίνει το δώρο μας. Ο Μανώλης ενθουσιάζεται, όλους τους αγκαλιάζει, και μένα διστακτικά.
Οι συγγενείς σχολιάζουν πόσο καλό το δώρο μας, πόσο ακριβό „Μπράβο που δεν τσιγκουνευτήκατε για τον ανιψιό”, η Αγγελική εγκρίνει.
Η Ιφιγένεια με τραβάει:
Μαμά, θα μου δώσει δώρο;
Όχι, Ιφιγένεια, δεν παίρνουμε δώρο στα ξένα γενέθλια.
Μα γιατί;
Σηκώνεται, πάει στον Μανώλη στη μέση του σαλονιού και λέει:
Μανώλη, θα μου δώσεις ένα δώρο;
Όλοι παγώνουν. Ο Μανώλης σαστισμένος.
Τι είπες;
Έχεις τόσα πολλά, ένα να μου δώσεις;
Πετάγομαι, κρατώ το χέρι της.
Ιφιγένεια, πάμε έξω τώρα.
Θέλω δώρο! Θέλω κι εγώ το ρομπότ! Το παιχνίδι!
Πέφτει στο χαλί, κλαίει με λυγμούς. Αμηχανία, αμίλητοι οι συγγενείς, η Αγγελική με βλέμμα ικανοποίησης. Ο Κωστής προσπαθεί να ηρεμήσει το παιδί.
Κάτι μέσα μου σπάει.
Ιφιγένεια, φεύγουμε.
Τη σηκώνω σχεδόν σηκωτή, κλαίει ακόμη. Οι άλλοι μπλοκάρουν την έξοδο, η Αγγελική μπροστά μου:
Δήμητρα, λίγο υπερβολική δεν είσαι;
Τη διαπερνάω με το βλέμμα.
Ξέρετε κάτι, κα Αγγελική; Αν διδάξατε ποτέ πως τα δώρα μετράνε ποιος αξίζει τι στην οικογένεια, μη σας κάνει εντύπωση που το παιδί μου αντιδρά έτσι.
Χλωμιάζει.
Τι είπες;
Είπα επιτέλους αυτά που νιώθω. Εσείς φτιάξατε το κλίμα όπου παντού μεζητείται επίδειξη, όπου το κάθε έξοδο παίζει ρόλο, όπου για όλα υπάρχει ένα μέτρο και ένα σχόλιο. Τώρα απορείτε γιατί το δικό μου παιδί θέλει δικαιοσύνη;
Δήμητρα, σταμάτα, ο Κωστής με τραβά, τον αποφεύγω.
Δεν θα σταματήσω. Τρία χρόνια σιωπώ στα καρφιά και τα βλέμματα σας. Ποτέ δεν ήμουν σωστή νύφη για εσάς. Μας φέρεστε πάντα σα να είμαστε ξένοι κυρίως στην κόρη μου.
Η Ελένη μπαίνει στη μέση.
Άκουσες τι λες; Σε εμάς μέσα τέτοια;
Γιατί; Εσείς όλα τέλεια τα κάνετε; Δε βλέπετε πώς συμπεριφέρεστε; Πώς νιώθει η Ιφιγένεια εδώ μέσα;
Οι καλεσμένοι προφασίζονται ότι πήγαν για καφέ, κάποιοι την κοπανάν στα κρυφά. Η Ιφιγένεια σταματά το κλάμα, αγκιστρώνεται σε μένα.
Ο Κωστής στη μέση, χαμένος.
Φεύγουμε, λέω. Δεν πρόκειται να ξανάρθω.
Δήμητρα, μπαίνει μπροστά ο Κωστής πού πας;
Σπίτι.
Περίμενε να μιλήσουμε.
Δεν έχω τίποτα να συζητήσω. Ή διαλέγεις εμάς ή αυτούς.
Κουνάει το κεφάλι.
Μ αναγκάζεις να διαλέξω;
Εσύ το ξεκίνησες, Κωστή. Όλα τα χρόνια, όταν η μάνα σου με ταπείνωνε, εσύ σιωπούσες.
Αποστασιοποιημένος, με το κεφάλι σκυφτό, δεν μιλά.
Τέλος, του πετάω και με το παιδί κατηφορίζω τις σκάλες.
Στο πεζοδρόμιο, παίρνω ταξί μέσω app. Μέσα σε πέντε λεπτά, φτάνει.
Ο οδηγός κοιτάζει στον καθρέφτη.
Όλα καλά, κυρία μου;
Όλα εντάξει. Ευχαριστώ.
Στο δρόμο η Ιφιγένεια κοιμάται στην αγκαλιά μου, ακόμη κλαμένη. Χαϊδεύω το κεφαλάκι της και κοιτάζω απ το παράθυρο πολυκατοικίες, δέντρα, περαστικούς.
Ο Κωστής καλεί ξανά και ξανά το αγνοώ. Τελικά κλείνω το κινητό.
Σπίτι, βάζω την Ιφιγένεια για ύπνο, κάθομαι δίπλα της. Την αγαπώ ακόμη κι αν σήμερα δεν άντεξα τη σκηνή. Την κακομάθαινα πάντα για να της δώσω αυτό που εγώ δεν είχα μικρός: ένα αίσθημα αγάπης, προσοχής, σιγουριάς.
Μα πού είναι το όριο ανάμεσα στη φροντίδα και στην υπερβολή; Πότε η αγάπη γίνεται αδυναμία; Δεν ξέρω.
Δυο ώρες μετά, ακούω κλειδί στην πόρτα. Ο Κωστής γυρνά. Δεν με κοιτάζει.
Καλησπέρα, του λέω.
Καλησπέρα.
Στην κουζίνα, βάζω τσάι. Ήσυχοι, βουβά.
Η μάνα στενοχωρήθηκε πολύ, μουρμουρίζει.
Το φαντάζομαι.
Η Ελένη είπε πως ήσουν υπερβολική.
Ίσως.
Καταλαβαίνεις τι είπες;
Είπα την αλήθεια.
Είπες ότι η μάνα μου δεν αγαπάει την κόρη μας.
Έτσι αισθάνομαι.
Όχι, Δήμητρα. Τη λατρεύει.
Την είδε τρεις φορές σε τρία χρόνια, Κωστή.
Είναι μεγάλη, άρρωστη. Της είναι δύσκολο να έρχεται.
Στην Ελένη πάει κάθε βδομάδα.
Ε, μένουν κοντά…
Εμείς είμαστε σαράντα λεπτά μακριά· όχι άλλος πλανήτης.
Σιωπώ. Κάθομαι απέναντί του, αγκαλιάζω το φλιτζάνι.
Δεν αντέχω άλλο να υποκρίνομαι πως είμαι ευτυχισμένη εντός της οικογένειάς σου.
Τι θες από μένα;
Να είσαι με το μέρος μας. Όχι στη μέση· μαζί μου.
Πάντα σε υποστηρίζω!
Όχι, προσπαθείς να τα έχεις καλά με όλους. Δεν γίνεται.
Η μάνα μου είναι άλλης γενιάς.
Και; Εγώ δεν μπορώ άλλο.
Θέλεις να διαλέξω, λοιπόν;
Να διαλέξεις τη δική σου οικογένεια. Εμένα και την Ιφιγένεια. Αν δεν μπορούν να μας φερθούν με σεβασμό, να μην έχουμε επαφή.
Σηκώνεται, κοιτάζει από το παράθυρο το βράδυ της Αθήνας με τη σκυθρωπή σιγή της λεωφόρου.
Πάντα προσπαθούσα να είμαι καλός γιος Ίσως ξέχασα να είμαι καλός σύζυγος.
Τον πλησιάζω, τον αγκαλιάζω από πίσω.
Κωστή, δεν θέλω να διακόψεις τελείως με τη μαμά. Θέλω μια ισότιμη σχέση. Να πεισθεί πως έχεις δικιά σου οικογένεια προτεραιότητα.
Κι αν δεν το καταφέρει ποτέ;
Είναι επιλογή δική της. Εμείς όμως θα ζήσουμε όπως εμείς θέλουμε.
Στρέφεται, με αγκαλιάζει.
Σ αγαπώ.
Κι εγώ.
Δεν ξέρω πώς θα το φτιάξω.
Μαζί θα βρούμε τον τρόπο.
Αργότερα πάω στην Ιφιγένεια, κοιμάται ανοιχτά χέρια. Τη φροντίζω, τη φιλάω στο μέτωπο.
Για εκείνη πάλεψα σήμερα, μήπως τα καταφέρω για μένα, για το δικό μου παιδί.
Επιστρέφω στην κουζίνα.
Η μαμά γράφει, μου λέει ο Κωστής. Θέλει να πάμε, να συζητήσουμε.
Πότε;
Αύριο.
Εσύ θες;
Εσύ;
Το σκέφτομαι. Δεν ξέρω αν μπορώ να ξαναπάω. Αλλά μόνο αν είναι δίπλα μου ο Κωστής.
Μόνο μαζί σου, και μόνο αν μου υποσχεθείς ότι θα είσαι δίπλα μου.
Στο υπόσχομαι.
Τότε θα πάμε.
Το βράδυ περνά ήσυχα. Σκέφτομαι τι να πω αύριο. Αν μπορεί να υπάρξει, έστω και τώρα, κοινός δρόμος.
Το πρωί, η Ιφιγένεια σκαρφαλώνει στο κρεβάτι.
Μαμά, δε θα ξαναπάμε στη γιαγιά;
Τη χαϊδεύω στο κεφάλι.
Δε ξέρω, αγάπη μου, ίσως πάμε, ίσως όχι.
Δεν θέλω να πάω. Φοβήθηκα χθες.
Γιατί;
Γιατί μάλωνες, όλοι κοιτούσαν εμένα.
Με πονάει. Την αγκαλιάζω.
Συγγνώμη, Ιφιγένεια. Έκανα λάθος κι εγώ.
Γιατί φώναξες στη γιαγιά;
Τι να εξηγήσω σε έξι χρονών παιδί; Πως οι μεγάλοι δεν λύνουν εύκολα τα άλυτα;
Γιατί στεναχωρήθηκα, παιδί μου. Από λόγια και συμπεριφορές που με πίκραναν.
Εγώ φταίω που ζήτησα δώρο;
Όχι, αλλά δεν είναι σωστό να ζητάς δώρο στα ξένα γενέθλια.
Αλλά το ήθελα…
Ξέρω. Αλλά θα μάθεις να περιμένεις, ναι; Στα δικά σου θα πάρεις.
Πόσα;
Όσα σε αγαπούν θα σου φέρουν.
Σκέφτεται.
Η γιαγιά μ αγαπάει;
Την αγαπάει; Μάλλον όσο της επιτρέπουν οι πεποιθήσεις της. Αλλά αρκεί αυτό;
Ναι, παιδί μου. Απλώς δεν ξέρει να το δείχνει.
Σηκώνεται με το ζόρι το χαμόγελο.
Ο Κωστής μπαίνει, φέρνει δίσκο με πρωινό.
Πρωινό στο κρεβάτι για τις αγαπημένες μου.
Φαγητό, γέλια, οικείο πρωινό, σαν να μη συνέβη τίποτα χθες.
Μίλησα στη μαμά, μας περιμένει στις δύο.
Είμαι έτοιμη όσο γίνεται, λέω.
Ντυνόμαστε σιωπηλοί. Αφήνουμε την Ιφιγένεια στη θεία μου.
Ανεβαίνουμε ξανά τέταρτο, χτυπάμε κουδούνι.
Αγγελική αδύναμη, πιο γερασμένη βγαίνει.
Ελάτε.
Στο τραπέζι καθόμαστε απέναντι.
Τσάι θέλετε;
Όχι, ευχαριστώ.
Λίγη αμηχανία.
Λοιπόν, παίρνει τον λόγο, ακούω.
Παίρνω ανάσα.
Κυρία Αγγελική, ζητώ συγγνώμη για τον τρόπο που αντέδρασα. Ήταν λάθος μου να φωνάξω.
Γνέφει καταφατικά.
Το δέχομαι.
Όμως, δεν ζητώ συγγνώμη που είπα τη γνώμη μου. Υπάρχει προκατάληψη απέναντί μου και απέναντι στην Ιφιγένεια.
Σκληραίνει.
Δεν συμφωνώ.
Δεν το καταλαβαίνετε. Αλλά κάθε φορά που έρχομαι, βρίσκετε τρόπο να σχολιάσετε τη δουλειά μου, το βάρος μου, το πώς μεγαλώνω το παιδί.
Λέω τη γνώμη μου.
Ακούγεται σαν κριτική.
Σιωπή, μετά:
Ίσως να είμαι αυστηρή καμιά φορά. Δεν σημαίνει πως δεν σας αγαπώ.
Η αγάπη φαίνεται και με τον σεβασμό, όχι μόνο στα λόγια.
Αποστρέφει το βλέμμα.
Ίσως δεν ξέρω να εκφράζομαι.
Δεν ζητώ να αλλάξετε. Ζητώ να με σεβαστείτε.
Πρώτη φορά συναντώ κατανόηση στα μάτια της.
Ο Κωστής μάς κρατάει τα χέρια.
Ευχαριστώ και τις δύο.
Σχεδόν ανθρώπινος ο αποχαιρετισμός, αγκαλιά αυτή τη φορά αληθινή.
Ελάτε το Σάββατο με την Ιφιγένεια. Θα κάνω γαλατόπιτα.
Θα έρθουμε.
Στο αυτοκίνητο ο Κωστής:
Πώς νιώθεις;
Δεν ξέρω. Θέλω να ελπίζω.
Καθώς επιστρέφουμε σπίτι, σκέφτομαι πως οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τις καλές οικογένειες.
Η Ιφιγένεια γεμάτη χαρά μας δείχνει μια ζωγραφιά: Μπαμπάς, μαμά, Ιφιγένεια, πιο δίπλα, γιαγιά και παππούς, όλοι πιασμένοι χέρι χέρι.
Πολύ ωραίο, αγάπη μου, λέω και την αγκαλιάζω.
Ίσως όλα να πάνε καλά. Όχι αμέσως, όχι χωρίς κόπο, αλλά σιγά σιγά.
Το βράδυ, πίνοντας τσάι με τον Κωστή, σκέφτομαι τι μέλλει γενέσθαι.
Λες να τα καταφέρουμε; με ρωτάει.
Θέλω να πιστεύω πως ναι.
Και αυτό αρκεί;
Για μια αρχή, ναι.
Με τραβά αγκαλιά του.
Έξω νύχτωσε. Η Αθήνα κοιμάται. Εμείς ακούμε τη σιωπή. Μπροστά μας χρόνος το αν έχουμε δύναμη θα φανεί.




