Το περασμένο Σαββατοκύριακο, εγώ και η σύζυγός μου, η Ελευθερία, πήγαμε για δείπνο στο σπίτι των γονιών της, στους Αγίους Αναργύρους. Ήταν ένα κλασικό οικογενειακό τραπέζι, με γεμάτα πιάτα και χαλαρές συζητήσεις που κυλούσαν στους ρυθμούς της ελληνικής καθημερινότητας. Κάπου ανάμεσα στις κουβέντες για την πολιτική και το πόσο ακριβό έχει γίνει το ελαιόλαδο, ήρθε και το θλιβερό θέμα της δουλειάς μου φυσικά, από την Ελευθερία.
Δεν είναι πως δεν είχε δίκιο· η αλήθεια είναι ότι πρόσφατα σκεφτόμασταν να φτιάξουμε μια πισίνα στη μονοκατοικία των δικών μου στο Παλαιό Φάληρο. Είναι ένα σχέδιο που είχαμε χρόνια στο μυαλό μας, αλλά φέτος η Ελευθερία δεν ήθελε να το αφήσουμε άλλο. Επιπλέον, πριν μπει ο χειμώνας πρέπει να αλλάξουμε το αυτοκίνητο, που μας έχει αφήσει στη μέση του δρόμου τόσες φορές. Για το καλοκαίρι είχαμε ονειρευτεί διακοπές στην Κρήτη – τρία χρόνια έχουμε να πάμε στη θάλασσα όλοι μαζί. Και βέβαια, μόνο εγώ δουλεύω πλέον στην οικογένεια.
Όσο κι αν με προβληματίζουν οι αλλαγές, δεν παραπονιόμουν για τη δουλειά μου. Όμως η εταιρεία μου άρχισε να κόβει μισθούς κάποιοι απολύθηκαν, οι υπόλοιποι πήραν μείωση αμοιβής χωρίς προοπτική επαναφοράς. Όταν το εξήγησα, σημείωσα πως έχουμε κάποια ευρώ στην άκρη, αλλά θα φτάσουν ίσα ίσα για ένα ταπεινό ταξίδι και, αν δεν ανέβει η τιμή, για το πιο βασικό μοντέλο αυτοκινήτου που έχουμε βάλει στο μάτι.
Η Ελευθερία, όμως, έβαλε πάνω απ όλα την πισίνα των γονιών της. Δεν μπόρεσα να συμφωνήσω με τη λογική της και η κουβέντα κατέληξε σε εκείνες τις φράσεις που πονάνε: ότι βαριέμαι, ότι δεν έχω διάθεση να αλλάξω δουλειά και δεν κάνω τίποτα για να φέρουμε περισσότερα χρήματα στο σπίτι. Κι όπως γίνεται συχνά στα ελληνικά τραπέζια, όλοι άρχισαν να ξαναλένε τα ίδια. Η υπομονή μου ελάχιστη και μου ξέφυγε η κουβέντα πως οι γονείς της παίρνουν ήδη σημαντική στήριξη κάθε μήνα από μας. Με μια δόση θυμού, είπα ότι όλο αυτό το τραπέζι είναι σχεδόν στη δική μου πλάτη.
Δεν έπρεπε να το πω έτσι, αλλά είχα φτάσει στα όριά μου. Με την σούπα μπροστά μου και το μάτι της Ελευθερίας να καρφώνει, ξεκίνησε η συναισθηματική της έκρηξη. Πραγματικά στεναχωρήθηκε άκουσα διάφορα, πράγματα που δεν ήθελα να ξέρω καν. Δεν άντεξα άλλο, σήκωσα το μπουφάν μου και έφυγα χωρίς λέξη.
Στο σπίτι, μάζεψα τα πράγματα της Ελευθερίας και τα πήγα στους γονείς της. Δεν ξέρω αν με τέτοιες κουβέντες και συμπεριφορές πρέπει να συνεχιστεί η σχέση μας αισθάνομαι πως αυτό είναι όριο που δεν πρέπει να περνάει κανείς. Τώρα έχω γυρίσει πάλι σπίτι, με το μυαλό μου κενό. Δεν ξέρω πού οδηγεί όλο αυτό με βαραίνει, δεν βλέπω ούτε έξοδο ούτε επόμενη μέραΞημέρωσε Κυριακή και το σπίτι μου φαινόταν πιο ήσυχο από ποτέ. Μια σιωπή που δεν ήταν απειλητική, αλλά σχεδόν απελευθερωτική. Έβρασα έναν ελληνικό καφέ και τον ήπια στη βεράντα, κοιτάζοντας τη θάλασσα στο βάθος. Το μυαλό μου γινόταν πιο καθαρό όσο περνούσαν οι ώρες για πρώτη φορά, ένιωσα ότι τα όνειρα για πισίνα και ακριβά αμάξια δεν με αφορούν πραγματικά. Ίσως η ελευθερία δεν είναι κάτι που παίρνει κανείς απ’ τους άλλους, αλλά κάτι που βάζει ο ίδιος στη ζωή του. Έστειλα μήνυμα στην Ελευθερία: „Αν θέλεις, κάνε μια βόλτα εδώ. Μπορούμε να μιλήσουμε σαν δυο άνθρωποι, χωρίς τραπέζια και λογαριασμούς.”
Η απάντησή της ήρθε γρήγορα, κάτι σαν χαμόγελο μέσα από τις λέξεις: „Θα έρθω. Ας ξεκινήσουμε από την αρχή.” Και τότε, κατάλαβα ότι καμιά φορά η πιο ακριβή επιλογή δεν είναι μια πισίνα, ή ένα νέο αυτοκίνητο. Είναι να πάρεις μια νέα ανάσα και να ξαναφτιάξεις τη σχέση σου, σε μια σιωπή που είναι ειλικρινής και ελαφριά, σαν Κυριακάτικο πρωινό.





