ΑΣΤΕΓΗ
Της Ευδοκίας τα βήματα πήγαιναν πουθενά. Όχι λίγο, μα απόλυτα πουθενά «Μερικές νύχτες ίσως αντέξω στον σταθμό των τρένων. Και μετά;» ξαφνικά την έπιασε μια σωτήρια ιδέα: «Το εξοχικό! Πώς να το ξεχάσω; Μπα εξοχικό είναι μεγάλη κουβέντα! Μια μισογκρεμισμένη καλύβα, περισσότερο. Όμως καλύτερα να πάω εκεί παρά στον σταθμό», βάρυνε μέσα της τη σκέψη η Ευδοκία.
Ανεβαίνοντας στον προαστιακό, ακούμπησε στο παγωμένο τζάμι και έκλεισε τα μάτια. Βαρύ φορτίο οι αναμνήσεις των τελευταίων ημερών. Πριν δυο χρόνια έχασε τους γονείς της κι έμεινε ολομόναχη, χωρίς καμία στήριξη. Δεν υπήρχαν ευρώ για τη σχολή, αναγκάστηκε να αφήσει το Πανεπιστήμιο και να δουλέψει στην υπαίθρια αγορά.
Μετά από όσα πέρασε, η τύχη της χαμογέλασε: βρήκε τον έρωτα της ζωής της. Ο Πέτρος ήταν καλός, αξιοπρεπής, γεμάτος ανθρωπιά. Δυο μήνες μετά, ο γάμος έγινε απλά κι ταπεινά.
Θα έλεγε κανείς, ευτυχία Αλλά η ζωή βύθισε κι άλλο την Ευδοκία. Ο Πέτρος πρότεινε να πουλήσουν το πατρικό τους διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας και να ανοίξουν δικό τους μαγαζί. Με τόση πειθώ της προσέφερε τα όνειρα, που η Ευδοκία ένιωσε σίγουρη· πίστευε ότι όλα θα πάνε καλά, πως σύντομα θα 'βγουν στα πόδια τους’. «Τότε θα σκεφτούμε και για ένα μωρό. Πόσο θέλω να γίνω μητέρα!» ονειροπολούσε η αφελής Ευδοκία.
Το μαγαζί όμως βούλιαξε. Ξεματιάσματα κι καβγάδες για τα χαμένα λεφτά έφαγαν τον έρωτα. Ο Πέτρος έφερε άλλη γυναίκα σπίτι, δείχνοντας στην Ευδοκία την πόρτα.
Κι η πρώτη σκέψη ήταν η αστυνομία, μα γρήγορα κατάλαβε ότι δεν είχε τι να κατηγορήσειμόνη της πούλησε το σπίτι κι έδωσε τα λεφτά στον Πέτρο
***
Βαδίζοντας σε έναν άδειο πεζοδρομιακό σταθμό, η Ευδοκία χαμένη άκουγε τη σιωπή της άνοιξης. Ο κήπος της καλύβας τρία χρόνια ανυπότακτοςαγριόχορτα παντού, θλίψη, ακαταστασία. «Δεν πειράζει, θα νοικοκυρέψω το χώρο», σκέφτηκε, γνωρίζοντας καλά πως τίποτα δεν θα γίνει ξανά όπως πριν.
Το κλειδί ήταν εύκολο κάτω από τη σκάλα, αλλά η πόρτα βουλιαγμένη, δεν άνοιγε. Ο αγώνας της Ευδοκίας πάνω στο ξύλο γρήγορα την κουράσε· έκατσε στα σκαλοπάτια κι άρχισε να κλαίει.
Ξαφνικά ένας καπνός, μια φασαρία στο διπλανό κτήμα. Ευδοκία χάρηκευπάρχουν γείτονες! Έτρεξε προς τα εκεί.
Κυρία Ράνια! Είσαι σπίτι; φώναξε.
Αντί για τη Ράνια, ένας γερασμένος άντρας, αφράτος από τη μοναξιά, στεκόταν στην αυλή. Έκαιγε νερό σε μια βρόμικη κούπα πάνω σε ξυλαράκια.
Ποιος είστε; Πού είναι η κυρία Ράνια; ρώτησε, αποτραβώντας προς τα πίσω.
Μη φοβάσαι και σε παρακαλώ, μη φωνάξεις την αστυνομία. Δεν πειράζω τίποτα. Ζω μονάχα εδώ, έξω στην αυλή
Η φωνή του ήταν ζεστή, ομορφωμένη, γεμάτη ευγένειασπάνια για άνθρωπο του δρόμου.
Είσαι άστεγος; ρώτησε λίγο άκομψα η Ευδοκία.
Ναι, έχεις δίκιο, είπε ο άντρας χαμηλώνοντας το βλέμμα. Εσύ μένεις εδώ δίπλα; Μη φοβάσαι, δεν θα σε ενοχλήσω.
Πώς σε λένε;
Μιχάλης.
Ποιο είναι το επώνυμο σου; επέμεινε η Ευδοκία.
Επώνυμο; χαμογέλασε. Παπαδόπουλος.
Η Ευδοκία παρατήρησε με προσοχή τον Μιχάλη Παπαδόπουλο. Τα ρούχα του, παλιά μα καθαρά, ο ίδιος περιποιημένος για τις περιστάσεις.
Δεν ξέρω σε ποιον να ζητήσω βοήθεια αναστέναξε βαθιά.
Τι συνέβη; ρώτησε με συμπόνια ο Μιχάλης.
Η πόρτα δεν ανοίγει Δεν μπορώ να την τραβήξω
Θες να δω; πρότεινε ο άστεγος.
Μεγάλη μου χάρη! είπε, μέσα στην απόγνωσή της.
Όσο ο Μιχάλης πασχίζει με την πόρτα, η Ευδοκία κάθεται στο παγκάκι ακούγοντας τη δική του σιωπή: «Ποια είμαι εγώ να τον κρίνω; Εγώ επίσης άστεγη είμαιμοιάζουμε πολύ».
Εύη μου, η πόρτα άνοιξε! χαμογέλασε ο Μιχάλης και έσπρωξε την πόρτα. Θα μείνεις εδώ απόψε;
Μα ναι, πού αλλού; είπε με έκπληξη.
Έχεις θέρμανση;
Υπάρχει μια παλιά σόμπα παραδέχτηκε, χωρίς γνώση.
Μάλιστα. Και ξύλα;
Δεν ξέρω
Εντάξει. Μπες μέσα, εγώ κάτι θα σκεφτώ, είπε και χάθηκε έξω.
Η Ευδοκία καθάρισε για μια ώρα το σπίτι, παγωμένο, υγρό και τρομερά αφιλόξενο. Δεν ήξερε πώς θα τα κατάφερνε. Σε λίγο, γύρισε ο Μιχάλης με ξύλα, κι εκεί η Ευδοκία ένιωσε ξαφνικά να ανασαίνει ξανάυπήρχε πια μια ζωντανή ψυχή κοντά της.
Ο Μιχάλης έφτιαξε τη σόμπα, μάζεψε τη φωτιά. Μετά από μία ώρα, το σπίτι έβραζε στη ζεστασιά.
Έτοιμοι! Βάλε λίγα ξύλα ακόμα και πριν κοιμηθείς, σβήσε τη φωτιά. Μην ανησυχείς, η ζεστασιά κρατάει ως το πρωί, εξήγησε.
Και εσύ; Θα μείνεις στους γείτονες; ρώτησε η Ευδοκία.
Ναι. Μην με παρεξηγείς, αφήνω τη ζωή μου εδώ στην αυλή. Δεν θέλω να γυρίσω στην πόλη Ξεσηκώνει τη μνήμη.
Μιχάλη Παπαδόπουλε, περιμένεις! Ας δειπνήσουμε και ας πιούμε τσάι, κι ύστερα φεύγεις, είπε με αποφασιστικότητα η Ευδοκία.
Ο Μιχάλης δεν αρνήθηκε· έβγαλε το μπουφάν του κι έκατσε κοντά στη σόμπα.
Συγγνώμη που ρωτάω με τόση περιέργεια Δεν μοιάζεις καθόλου με άστεγο. Γιατί μένεις έξω; Πού είναι το σπίτι σου, οι δικοί σου;
Ο Μιχάλης άρχισε να διηγείται. Δούλεψε δεκαετίες ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Όλη του τη ζωή στην επιστήμη. Τα γηρατειά ήρθαν ξαφνικά. Κατάλαβε πως ο χρόνος τον άφησε μόνο. Πριν ένα χρόνο, η ανιψιά του, η Κατερίνα, άρχισε να τον επισκέπτεται. Υποσχόταν βοήθεια, αν της άφηνε το σπίτι στην κληρονομιά.
Ο Μιχάλης χάρηκε κι έδωσε εμπιστοσύνη. Η Κατερίνα του πρότεινε να πουλήσουν το διαμέρισμα στου Ζωγράφου και να αγοράσουν σπίτι με κήπο έξω στην Παιανία, εκεί που φύτρωναν λεμονιές. Ήδη, είπε, βρήκε καλή ευκαιρία, σε πολύ χαμηλή τιμή.
Η επιθυμία για δροσερό αέρα και ησυχία τον κέρδισε. Αφού πούλησαν το σπίτι, η Κατερίνα πρότεινε να βάλουν τα χρήματα σε τράπεζαγια την ασφάλεια.
«Θείε Μιχάλη, κάθισε λίγο στης πλατεία, να δω τι γίνεται. Φέρε και το φάκελο μαζί, ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί κάποιοι να μας παρακολουθούν», είπε με πονηριά.
Η Κατερίνα μπήκε στην τράπεζα και ο Μιχάλης περίμενε. Περίμενε μία, δύο, τρεις ώρες Δεν βγήκε ποτέ. Μπήκε ο ίδιος στην τράπεζακανείς πια μέσα και μια πόρτα στο πίσω μέρος.
Ο Μιχάλης δεν πίστευε την προδοσία του αίματος. Δεν έφυγε από την πλατεία, περίμενε. Την άλλη μέρα πήγε στο σπίτι της Κατερίνας. Ανοιξε ξένη γυναίκα, εξηγώντας ότι η Κατερίνα είχε φύγει και πουλήσει το διαμέρισμα εδώ και δύο χρόνια
Τέτοια θλιβερή ιστορία αναστέναξε ο Μιχάλης. Από τότε, ζω στην αυλή. Ακόμα δεν πιστεύω ότι δεν έχω σπίτι.
Εγώ νόμιζα πως μόνο εμένα βρήκε η μοίρα Έχουμε παρόμοια τύχηκι εγώ χωρίς σπίτι, χωρίς Πανεπιστήμιο, είπε η Ευδοκία και διηγήθηκε τα δικά της.
Δύσκολα πράγματα Τουλάχιστον εγώ έζησα. Εσύ; Έφυγες απ τη σχολή, έχασες το σπίτι Μα μην το βάρος πνίξει, όλα βρίσκουν λύση. Είσαι νέα, η ζωή σου μπροστά, προσπάθησε να την καθησυχάσει.
Να αφήσουμε τη μιζέρια! Ας δειπνήσουμε μαζί, χαμογέλασε η Ευδοκία.
Η Ευδοκία παρατηρούσε πόσο λαίμαργα ο Μιχάλης έτρωγε μακαρόνια με λουκάνικο. Τότε η ψυχή της γέμισε οίκτοπόσο απαίσια είναι να μείνεις ολομόναχος, έξω, πεταμένος.
«Πόσο τρομακτικό να νιώθεις περιττός» σκεφτόταν.
Εύη μου, μπορώ να σε βοηθήσω με το Πανεπιστήμιο. Έχω φίλους εκεί. Νομίζω θα μπορέσεις να έχεις δωρεάν φοίτηση, είπε ξαφνικά. Δεν μπορώ να εμφανιστώ στους πρώην συναδέλφους μου έτσι. Θα γράψω γράμμα στον πρύτανη, εσύ θα πας να τον συναντήσεις. Ο Κωνσταντίνος, αγαπημένος φίλος, θα σε βοηθήσει.
Ευχαριστώ, θα ήταν υπέροχο! χάρηκε η Ευδοκία.
Σε ευχαριστώ για το δείπνο και τη κουβέντα. Ώρα να φύγω, είναι αργά, σηκώθηκε ο Μιχάλης.
Μείνε. Πού θα πας; είπε αθόρυβα η Ευδοκία.
Μην ανησυχείς. Έχω ζεστό καταφύγιο στην αυλή δίπλα. Αύριο θα σε δω, χαμογέλασε.
Μη φύγεις έξω. Υπάρχουν τρεις μεγάλα δωμάτιαπάρε όποιο θέλεις. Η αλήθεια είναι ότι φοβάμαι μόνη. Φοβάμαι τη σόμπα που δεν καταλαβαίνω. Δεν θα μ αφήσεις;
Όχι, δεν σε αφήνω, είπε σοβαρά.
***
Δύο χρόνια πέρασαν. Η Ευδοκία πήρε το πτυχίο με άριστα, περίμενε το καλοκαίρι πια στο εξοχικό. Το σπίτι της ήταν πια του Μιχάλη και δικό τηςήρθαν πια μαζί τα Σαββατοκύριακα και τις διακοπές.
Γεια σου! φώναξε, αγκαλιάζοντας τον παππού Μιχάλη.
Εύη μου! Παιδί μου! Γιατί δεν με ειδοποίησες να σε πάρω από τη στάση; Πώς πήγαν οι εξετάσεις; χάρηκε ο Μιχάλης.
Τέλεια! Σχεδόν όλα άριστα! καμάρωνε. Έφερα τούρτα. Βάλε το τσάι, να γιορτάσουμε!
Η Ευδοκία κι ο Μιχάλης Παπαδόπουλος πίνουν τσάι, μοιράζονται νέα.
Φύτεψα αμπέλι. Εκεί, θα κάνω κι κιόσκι, θα είναι όμορφα κι γλυκά, έλεγε ο Μιχάλης.
Ωραία! Εσύ είσαι ο οικοδεσπότης, κάνε ό,τι θες. Εγώ, παύωέρχομαι και φεύγω γέλασε η Ευδοκία.
Ο Μιχάλης άλλαξε εντελώς. Δεν ήταν πια μόνος. Είχε σπίτι, είχε εγγονή, την Ευδοκία. Κι η ίδια επέστρεψε στη ζωή. Ο Μιχάλης έγινε δικός της άνθρωπος. Η Ευδοκία ευχαριστούσε τη μοίρατης έστειλε έναν παππού, που αντικατέστησε τους γονείς και στήριξε στις πιο σκοτεινές στιγμές.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓





