Το παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Έστρωσα το τραπέζι όσο πιο όμορφα μπορούσα δώδεκα πιάτα, δώδεκα ποτήρια, δώδεκα λευκές πετσέτες διπλωμένες σε τρίγωνα, όπως με δίδαξε η μητέρα μου. Το τραπεζομάντιλο, το λευκό με τα κεντημένα χιονονιφάδες, ήταν δικό της από την προίκα της. Στις οκτώ θα έρχονταν η οικογένεια του Πέτρου, αργότερα η Μαρίνα με τον άντρα της. Κι ολόκληρο το σπίτι θα γέμιζε πάλι φωνές, όπως το προτιμούσε πάντα η μάνα μου αυτή τη φορά για τρίτη χρονιά χωρίς την ίδια.
Η εγγονή μου, η μελαχρινή Ειρήνη, στεκόταν στην είσοδο της κουζίνας κρατώντας με δυσκολία μερικά ακόμα πιάτα. Στα μάγουλά της απλωνόταν το κόκκινο του κρύου.
«Γιαγιά Αθηνά, τι γίνεται με την δέκατη τρίτη καρέκλα;» ρώτησε, και με διαπέρασε ανατριχίλα.
«Ποια δέκατη τρίτη;» προσποιήθηκα πως δεν άκουσα.
«Η προγιαγιά πάντοτε την έβαζε. Για τον τυχαίο επισκέπτη» μου ψιθύρισε ήσυχα.
Γύρισα να κοιτάξω το παράθυρο. Έξω χιόνιζε χοντρές νιφάδες, αργές, σαν κομμάτια βαμβάκι. Η μάνα μου έλεγε πως τέτοιο χιόνι φέρνει παρέες. Ποτέ δεν τη ρώτησα ποιους περίμενε συγκεκριμένα. Πίστευα απλά πως ήταν παροιμία, ή μια από εκείνες τις ιδιοτροπίες των παλιών.
«Η προγιαγιά δεν υπάρχει πια, Ειρήνη.»
«Αυτός είναι ο λόγος», μου είπε επίμονα.
Ήξερε πάντα πώς να με βλέπει καθαρά, γεμάτη απορίες, χωρίς κριτική, λες και διψούσε για ιστορίες. Στα δέκα της, ήταν η μόνη που θυμόταν τα παραμύθια της γιαγιάς Ασπασίας. Εγώ εδώ και καιρό σταμάτησα να ακούω. Δουλειές, λογιστικοί έλεγχοι, όλα να τα προλαβαίνω… Και τώρα, δεν έχω πια από πού να ρωτήσω.
«Καλά», είπα. «Φέρε από το πατάρι τη ξύλινη, δίπλα στον τοίχο.»
Ειρήνη χαμογέλασε και έτρεξε να την βρει. Εγώ πήγα στο μπουφέ και άνοιξα το πάνω συρτάρι. Μέσα στη βελούδινη θήκη, τα σκουλαρίκια της μάνας κεχριμπαρένια σταγόνες με ασημένιες λεπτομέρειες. Το μόνο της κόσμημα που φοράω, όχι γιατί μου πηγαίνει όπως λέει ο Δημήτρης, αλλά γιατί νιώθω κοντά της κάθε φορά που ακουμπά το δέρμα μου το ψυχρό ασήμι.
Κοίταξα τον καθρέφτη. Πενήντα δύο χρόνων. Ρυτίδες στις γωνίες των ματιών, άσπρες τρίχες στους κροτάφους. Η μάνα μου έδειχνε μικρότερη στα χρόνια μου; Ή έτσι μου φαινόταν;
Η δέκατη τρίτη καρέκλα τοποθετήθηκε στην άκρη του τραπεζιού, να κοιτάζει την εξώπορτα. Ήθελα να πω πως αυτό είναι άβολο ο επισκέπτης θα έχει γυρισμένη την πλάτη στο παράθυρο. Μα δεν είπα τίποτα. Η μάνα μου την έβαζε πάντα έτσι.
«Η προγιαγιά έλεγε», ξεκίνησε η Ειρήνη, ισιώνοντας τη τραπεζομάντιλο γύρω από το καινούριο σερβίτσιο, «πως είχε αδελφό. Τον θείο Γιώργο. Έφυγε όταν ήταν είκοσι εφτά και δεν γύρισε πίσω.»
Αντιστάθηκα με τη σαλατιέρα στα χέρια. «Πού το ξέρεις;»
«Το έλεγε. Όταν ήμουν μικρή κι έμενα μαζί της τα βράδια. Στο σκοτάδι, μιλούσε για τα παλιά, το παιδικό σπίτι, τον αδελφό, κι έλεγε πως μια μέρα θα ερχόταν. Για αυτό έβαζε την καρέκλα.»
Σαράντα χρόνια. Σαράντα χρόνια η μάνα μου έστηνε τη δέκατη τρίτη καρέκλα, για κάποιον συγκεκριμένο, όχι από φιλοξενία ή συνήθεια. Κι εγώ ποτέ δεν είχα ρωτήσει. Ούτε για την παιδική της ζωή, ούτε για την οικογένεια που είχε πριν από εμένα. Η μάνα μου ήταν απλά εκεί. Τώρα, δίχως της, τίποτα δεν γνωρίζω στ αλήθεια για τα νιάτα και τις μνήμες της.
Η εξώπορτα έτριξε ακαριαία. Ο Δημήτρης μπήκε μέσα τίναζοντας το χιόνι από τον γιακά του, πίσω του ο Παναγιώτης με την γυναίκα του Ηλέκτρα. Το σαλόνι γέμισε ήχους, γέλια, ποτήρια που χτυπούσαν. Η Ηλέκτρα έφερε παραδοσιακή πίτα, ο Παναγιώτης αφρώδες κρασί. Ο Δημήτρης με φίλησε απαλά στον κρόταφο.
«Καταπληκτικό τραπέζι», ψιθύρισε.
Γελούσα, δεχόμουν τα παλτά, σέρβιρα τσάι, παρακολουθούσα τα αστεία για την κίνηση και τον καιρό. Όμως το βλέμμα μου επέστρεφε πάλι στη δέκατη τρίτη καρέκλα. Άδεια. Σε αναμονή.
Αντίλαλος από κουδούνι ακούστηκε στις έξι παρά τέταρτο.
Όλοι καθόμασταν ακόμη στα πιάτα με τα μεζεδάκια. Ο Παναγιώτης έλεγε αστεία για τη δουλειά του, η Ηλέκτρα γελούσε. Ο Δημήτρης έβαζε ακόμα ένα κρασί. Η Ειρήνη, ονειροπαρμένη, πείραζε με το πιρούνι τον μουσακά της. Τότε ήχησε ο κουδουνισμός παράξενος, κοφτός.
«Εγώ!» φώναξε η Ειρήνη πετώντας το πιρούνι κι έτρεξε να ανοίξει.
Στον διάδρομο, την άκουσα να φωνάζει: «Γιαγιά, υπάρχει εδώ κάποιος άνθρωπος.»
Ο τόνος της μ έσπρωξε έξω βιαστικά.
Στο κατώφλι στεκόταν ένας ηλικιωμένος γενειάδα λευκή, άγρια, παλτό παλιό κι όμως καθαρό, κουμπί χαμένο, σκουφί με βαμβάκι που έβγαινε από τις ραφές. Παπούτσια φθαρμένα, το ένα δεμένο με σπάγκο. Άστεγος. Σαν αυτούς που συναντάς στην Πλατεία Ομονοίας.
Κοιτούσε όμως όχι εμάς, αλλά το σπίτι τις γύψινες λεπτομέρειες, το παλιό κατώφλι, το δέντρο στο προαύλιο με τα γιρλάντα. Μάτια γεμάτα ανάμνηση, αναζήτηση.
«Καλησπέρα», είπε, η φωνή σπασμένη αλλά βαθιά. «Συγγνώμη Κρύωσε το σώμα μου. Μπορώ να ζεσταθώ;»
Ο Δημήτρης εμφανίστηκε πίσω μου, έτοιμος να αντιδράσει.
«Δεν βοηθάμε εδώ», είπε ήσυχα, μ επιφύλαξη. «Αλλά μπορώ να σας βγάλω ζεστό τσάι έξω. Περιμένετε.»
«Άφησέ τον να μπει!», στάθηκε αυτή τη στιγμή η Ειρήνη μπροστά μας με τα μάτια της να λάμπουν. «Γιαγιά Αθηνά, για τον επισκέπτη δεν είναι η καρέκλα;»
Κοίταξα τον γέροντα. Δεν παρακαλούσε, ούτε ψιθύριζε ιστορίες περί δυστυχίας. Απλά στεκόταν αμίλητος, με βλέμμα γεμάτο αναμνήσεις.
Τότε πρόσεξα τα χέρια του καθώς έβγαζε τα γάντια (με τρύπα στον δείκτη): καθαρά, νύχια καλοκομμένα, φροντισμένα. Παρά τα σημάδια του κρύου, τα δάχτυλα ήταν επιμήκη, με κάλους χαρακτηριστικούς σε κάποιον που δούλεψε με μικρά εργαλεία. Όχι χέρια αλητάκου…
«Ελάτε μέσα», του είπα, πριν προλάβω να το σκεφτώ. «Είναι Πρωτοχρονιά απόψε. Δε θα μείνει άνθρωπος στη πόρτα.»
Ο Δημήτρης αναστέναξε, αλλά το άγγιγμά μου στο χέρι τον ηρέμησε το ίδιο απαλό χάδι με το οποίο η μάνα μου ησύχαζε τον πατέρα.
«Ε, καλά», είπε με βαριά καρδιά. «Όχι για πολύ.»
Ο ηλικιωμένος κοντοστάθηκε στον διάδρομο, το βλέμμα του γυρνούσε αργά σε κάθε γωνία. Γύρισε στη δεξιά πλευρά Εδώ είναι η κουζίνα; αναρωτήθηκε μόνος.
«Ναι», χαμογέλασε η Ειρήνη, «Πού το ξέρετε;»
«Σ όλα τα βαριά τέτοια σπίτια εδώ, πάντως έτσι είναι», απάντησε αχνά. «Έχει χρόνια να μπω σε αληθινό σπίτι.»
Τον οδηγήσαμε στο σαλόνι. Ο Παναγιώτης είχε γουρλώσει τα μάτια του ποτέ του δεν αγαπούσε τα απρόβλεπτα γεγονότα η Ηλέκτρα μαζεύτηκε στην άκρη, ενώ η Ειρήνη γυρόφερνε φροντίζοντάς τον.
Τον έβαλα στη δέκατη τρίτη καρέκλα. Έκατσε προσεκτικά, με ίσια πλάτη. Τα χέρια του στα γόνατα, βλέμμα στην ετοιμότητα.
«Θα σας φέρω κάτι να φάτε!», είπε η Ειρήνη γεμάτη χαρά.
«Ευχαριστώ. Είστε πολύ καλοσυνάτη», απάντησε ευγενικά.
Όσο έτρωγε αθόρυβα, τα δάχτυλά του κρατούσαν το πιρούνι σωστά όχι με αγροτικό σφίξιμο, αλλά ελαφρά, με σιγουριά. Σαν κάποιον που έμαθε τρόπους στο τραπέζι από παιδί.
«Πώς σας λένε;» ρώτησε η Ειρήνη απέναντι του.
Έσκυψε ελαφρά το κεφάλι. «Γεώργιος.»
Το κρασί μου σχεδόν γλίστρησε απ το χέρι μου. Θείος Γιώργος Η Ειρήνη το είχε ακούσει μόνο από τα παραμύθια της γιαγιάς. Εγώ τον θυμόμουν αχνά σαν μια φιγούρα που χάθηκε όταν ήμουν μικρή. Μόνο τα τελευταία κλάματα της μάνας μου θυμάμαι. Τυχαίο, πρέπει να ναι τυχαίο, σκέφτηκα. Γεώργιοι στην Ελλάδα εκατομμύρια.
«Πατρώνυμο;» επέμεινε η Ειρήνη.
«Ανδρέου.»
Ακροδάχτυλά μου στο μενταγιόν των σκουλαρικιών. Ο παππούς μου λεγόταν Ανδρέας. Ανδρέου. Πέθανε πριν τη γέννησή μου.
«Πολύ καλό το φαγητό», είπε μετακινώντας το άδειο πιάτο. «Είχα χρόνια να φάω σπιτικό.»
«Να σας βάλω κι άλλο;» επέμεινε η Ειρήνη.
«Όχι, ευχαριστώ,» απάντησε χαμογελώντας δειλά.
Κοίταξε το δέντρο. Παίρνοντας κάθε παιχνίδι με το βλέμμα, έπειτα τη γιρλάντα και το αστέρι στην κορυφή. Τα μάτια του αχνά γαλανά-γκρίζα, κάτι στη ματιά του παράξενα γνώριμο. Το χρώμα το ίδιο με της μάνας μου.
«Αθηνά μου, θα μου περάσεις το αλάτι;» είπε ξαφνικά, κοιτώντας με στα μάτια.
Αθηνά μου. Μόνο η μητέρα μου το έλεγε έτσι. Όλοι οι άλλοι με φώναζαν Θανά, ο Δημήτρης Θανάκι, ο Παναγιώτης μάνα. Η Ειρήνη γιαγιά Αθηνά. Κανείς δεν με φώναξε ποτέ έτσι.
«Πώς ξέρετε το όνομά μου;»
Έμεινε ακίνητος, το πιρούνι στα χέρια ένα διστακτικό βλέμμα φόβου.
«Άκουσα να το λένε», ψιθύρισε.
Κανείς δεν τοχε πει. Του έδωσα αμίλητη το αλάτι κι ατένισα ξανά από το παράθυρο την αργή χιονόπτωση.
Όλη τη νύχτα παρατηρούσα τα χέρια του.
Παρά δώδεκα τα μεσάνυχτα υψώσαμε τα ποτήρια. Ο Δημήτρης εκφώνησε ευχές για υγεία, αγάπη, οικογένεια όλοι τσουγκρίσαμε, ο Γεώργιος ήπιε λίγο αφρώδη οίνο, ευγενής όσο ποτέ.
Τα μεσάνυχτα, «Καλή Χρονιά!» φώναξε η Ειρήνη, η Ηλέκτρα έπεσε στην αγκαλιά του Παναγιώτη, ο Δημήτρης με φίλησε τρυφερά. Εγώ κοιτούσα κρυφά τον γέροντα. Ήταν εστιασμένος στο δέντρο, τα χείλη του σιωπηλά να ψιθυρίζουν λόγια, σαν να μετρούσε τα χτυπήματα του ρολογιού.
Όταν τελείωσε η μουσική και όλοι σκόρπισαν άλλοι να χορέψουν, άλλοι να τηλεφωνήσουν, άλλοι ν αποκοιμηθούν εγώ έμεινα στην κουζίνα να μαζεύω.
Ο ηλικιωμένος, στην ίδια θέση. Κοίταζε το δέντρο.
Μια αχνή τρίξιμο γέμισε το δωμάτιο. Σηκώθηκε αργά, με σεβασμό πλησίασε το δέντρο. Έτεινε το χέρι του και γύρισε το αστέρι στην κορυφή ελαφρώς αριστερά. Δύο εκατοστά. Όπως κάθε Πρωτοχρονιά έκανε η μάνα μου, πάντα λίγο, ποτέ πάνω από δύο εκατοστά. Ρώτησα παλιά, «Γιατί;» Έλεγε, «Έτσι πρέπει, Αθηνά μου.»
«Γιατί το κάνατε αυτό;»
Τράβηξε το χέρι του αμυντικά. Φόβος στα γαλανά μάτια.
«Συνήθεια», αποκρίθηκε.
«Τίνος συνήθεια;»
Σιωπή. Η μορφή του αλλοιώνεται στο φως. Τα μάτια εκείνα, γεμάτα ρωγμές, σημάδια, θλίψη. Μα τόσο γνώριμα.
«Γνωρίζατε την μητέρα μου», δήλωσα χωρίς να ρωτήσω, ρητά.
Κατέβασε το κεφάλι. «Την Ασπασία Ανδρέου; Ναι. Γνωριζόμασταν.»
«Πώς;»
Μακρόσυρτη σιγή. Σαν να κυνηγούσε μια απάντηση στο σκοτεινό σαλόνι.
«Μεγαλώσαμε μαζί στο ίδιο σπίτι.»
Η γη τραντάχτηκε μέσα μου. Μπορούσε να σημαίνει πολλά φίλοι, γείτονες, μακρυνοί συγγενείς.
«Σε αυτό το σπίτι;»
«Ναι.»
Ένιωθα την αναπνοή μου βαριά. «Ποιος είστε;»
Κοίταξε μακριά.
«Εδώ ήταν το παιδικό δωμάτιο», μου είπε σιγανά, με το βλέμμα χαμένο στον διάδρομο. «Μικρό δωμάτιο στο βάθος, παράθυρο στη αυλή. Το τζάμι τον χειμώνα γέμιζε παγωμένα σχέδια. Τα κοιτούσαμε με τα κοιτούσαμε.»
«Τώρα είναι αποθήκη.»
«Ξέρω», χαμογέλασε αχνά. «Εγώ κι η Ασπασία» Σταμάτησε.
«Τι;»
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Τίποτα. Συγχωρείστε με. Χρειάζομαι καθαρό αέρα.»
Βγήκε στην αυλή χωρίς να πάρει το παλτό.
Τον βρήκα μετά από μισή ώρα να κάθεται στη παλιά ξύλινη βεράντα, χιονισμένος, σιωπηλός.
Τύλιξα στον εαυτό μου το παλιό μπουφάν της μητέρας ζεστό, γεμάτο τη μυρωδιά της και πήγα να καθίσω δίπλα του.
«Θα παγώσετε», του είπα.
«Δεν θα είναι η πρώτη φορά.»
Κάθισα μαζί του, νιώθοντας το κρύο ακόμη και μέσα απ το χοντρό ύφασμα.
«Πείτε μου όλη την αλήθεια. Ποιος είστε, πώς ξέρατε τη μάνα μου, γιατί ήρθατε.»
Άλλη μια σιγή. Κοίταξε τα χέρια του.
«Η Ασπασία ήταν αδελφή μου. Η μικρή. Έφυγα όταν ήταν εικοσιεπτά κι εγώ τριάντα.»
Η γη άνοιξε πάλι στα πόδια μου. Μα, να ο θείος Γιώργος.
«Η γιαγιά τα έλεγε στην Ειρήνη. Η Ειρήνη τ άκουγε, μου τα είπε απόψε. Η γιαγιά σας περίμενε, κάθε χρόνο έστρωνε καρέκλα παραπάνω»
Έσκυψε το κεφάλι στα χέρια του, ώμοι που τρέμανε.
«Σαράντα τρία χρόνια. Πάντα φοβόμουν να επιστρέψω.»
«Γιατί;»
Τα μάτια του γυάλιζαν από δάκρυα που έγιναν πάγος στη γενειάδα.
«Με τον πατέρα μαλώσαμε άσχημα. Είπα λόγια που πληγώνουν. Έφυγα για τα βόρεια έργα. Σκεφτόμουν να επιστρέψω σε ένα χρόνο, μα ένας χρόνος έγινε πέντε, πέντε έγιναν δέκα, δέκα είκοσι. Ύστερα ντρεπόμουν. Ήμουν σίγουρος πως με ξέχασε η Ασπασία… Ένα χρόνο πριν είδα νεκρολογία στην εφημερίδα φωτογραφία της μάνας σας, το όνομα. Και κατάλαβα ότι άργησα.
«Γιατί ήρθατε τώρα;»
«Γιατί καταλάβαινα τελικά πως, ακόμη κι αν άργησα, κάποιος πάντα περιμένει. Ήθελα να ξαναδώ το σπίτι, να γυρίσω τον χρόνο για μια στιγμή.»
Καθίσαμε αμίλητοι. Μέσα στον χιονιά κι όμως ήμασταν σπίτι. Το μπουφάν με γέμιζε με τη μυρωδιά «Άγιον Όρος», εκείνο το άρωμα που αγόραζε πάντοτε η μάνα.
«Δεν σας πιστεύω εντελώς», ψιθύρισα.
«Το καταλαβαίνω.»
«Απόδειξη έχετε;»
Περίμενε. Έπειτα είπε: «Στην αποθήκη τοίχο, δεξί μέρος, εγώ κι η Ασπασία είχαμε χαράξει με καρφί: Εδώ μείναμε. Γιώργος & Ασπασία, 1962. Κάτω από πέντε στρώματα ταπετσαρία.»
Βρήκα τις παλιές ψαλίδες, τράβηξα τα ταπετσαρίες μπεζ, πράσινη, γαλάζια, κίτρινη, κόκκινη. Κάτω από όλα, το γκρι κονίαμα και τελικά, βαθιά γραμμένο: «Εδώ μείναμε. Γιώργος & Ασπασία, 1962.»
Τα μάτια μου πλημμύρισαν. Άγγιξα τα γράμματα.
«Εγώ το χάραξα», ψιθύρισε από πίσω μου. «Ήταν το μυστικό μας.»
Στάθηκε εκεί, γερασμένος, άγνωστος – και τόσο δικός. Ο αδελφός της μάνας μου. Ο θείος που περίμενε εκείνη, σαράντα χρόνια.
Τα ξημερώματα καθίσαμε στην κουζίνα.
Έφτιαξα τσάι, δυνατό με θρούμπι όπως αγαπούσε η μάνα. Έβγαλα βαζάκι με γλυκό του κουταλιού βατόμουρο απ το τελευταίο καλοκαίρι πριν φύγει.
Ο Γεώργιος μίλησε για τον βορρά, για φυλακές, τα χρόνια χωρίς σπίτι, για ντροπή, για φόβο. «Δούλεψα ωρολογοποιός», είπε. «Χέρια που ακόμη θυμούνται.»
«Γιατί δεν επέστρεψες;»
«Φοβόμουν πως η Ασπασία θα μου έλεγε φύγε. Προτίμησα τη σιωπή ήλπιζα πως ίσως έτσι πονάει λιγότερο.»
«Έστελνε πάντα μια καρέκλα» του απάντησα κρατώντας το χέρι του στη σιωπή.
Κοίταξε τα σκουλαρίκια.
«Δικό μου ήταν το δώρο στα δεκαοχτώ της»
Άγγιξα τις κεχριμπαρένιες σταγόνες. «Δεν τα έβγαλε ποτέ.»
Ένας αργός λυγμός έσπασε το πρόσωπό του. Έψαξα στο ντουλάπι το παλιό μάλλινο φουλάρι της μαμάς, ακόμη να μυρίζει σαν το σπίτι. Το τύλιξα στα ώμους του.
«Καλή Χρονιά, θείε Γιώργο», του είπα.
Τράβηξε τη παλάμη μου στα μάγουλά του.
«Δεν πρόλαβα», κλαψούρισε. «Μόλις τρία χρόνια άργησα»
«Ήρθες. Αυτό ήθελε.»
Τα μάτια του υγρά. «Θα ήθελε να μείνεις εδώ όπως παλιά.»
Σιώπη. Ήλιος ανατέλλει, πρώτο φως του χρόνου.
Όταν μπήκα στο σαλόνι, καθόταν στη δέκατη τρίτη καρέκλα μ ένα φλιτζάνι. Η Ειρήνη του έδειχνε κάτι, μιλούσε ζωηρά. Ο Παναγιώτης παρακολουθούσε μουδιασμένος. Η Ηλέκτρα μάζευε τα φλυτζάνια. Ο Δημήτρης με αγκάλιασε και ψιθύρισε:
«Θα μείνει λοιπόν;»
«Ναι», του είπα.
«Είσαι σίγουρη;»
«Ξέρει για την επιγραφή, Δημήτρη. Εδώ μείναμε. Γιώργος & Ασπασία, 1962. Κανείς δεν θα το ήξερε.»
Αναστέναξε. «Καλά. Εμπιστεύομαι την κρίση σου.»
Η Ειρήνη ξεφώνισε: «Γιαγιά, ο θείος Γιώργος διορθώνει ρολόγια! Θα φτιάξει το παλιό της γιαγιάς!»
Άγγιξα τον ώμο του, όπως έκανε πάντα η μάνα. Γεμάτη φροντίδα, ζεστασιά.
«Καλή χρονιά», του είπα. «Καλή νέα ζωή.»
Έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό μου χέρι ωρολογοποιού. Χέρι με μνήμες.
«Ευχαριστώ, Αθηνά μου», ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή. «Ευχαριστώ που με δέχτηκες.»
Έξω το χιόνι έπεφτε σαν μαλθακές νιφάδες. Η μάνα έλεγε πως τέτοιο χιόνι φέρνει επισκέπτες.
Είχε δίκιο. Πάντα είχε.
Κι η δέκατη τρίτη καρέκλα, δεν θα έμεινε άδεια ξανά.





