Άργησε δέκα ολόκληρα χρόνια

Ήταν αργοπορημένος, δέκα χρόνια αργοπορημένος
Όλα τα είχε κάνει σωστά. Ή έτσι του φαινόταν, όσο ανέβαινε τα μωσαϊκά σκαλιά στην παλιά πολυκατοικία της οδού Πεύκης. Στην τσέπη του παλτού του έσφιγγε ένα μικρό βελούδινο κουτάκι από το κοσμηματοπωλείο „Ρουμπίνι” κι ο Λεωνίδας μηχανικά το έλεγχε κάθε λίγο, σαν να φοβόταν πως θα γίνει άφαντο. Το δαχτυλίδι στον πυρήνα του κουτιού είχε κοστίσει μια μικρή περιουσία, γύρω στα δυο χιλιάδες ευρώ. Πήρε σχεδόν μία ώρα να διαλέξει αυτό που νόμιζε πως θα κάνει τη Δανάη να χαρεί. Έπρεπε να χαρεί. Δέκα χρόνια, δεν είναι αστείο.

Στο πλατύσκαλο πλανιόταν μια βαριά μυρωδιά φασολάδας και ενός άπλυτου κουτιού γάτας. Ο Λεωνίδας ανατρίχιασε και χτύπησε το κουδούνι. Ο Νοέμβριος είχε έρθει θυμωμένος φέτος, με χιονόνερο από το πρωί και τα δάχτυλά του έμοιαζαν ξένα. Πάτησε το κουτάκι στην τσέπη.

Κάτι κύλησε πίσω από τη θολή πόρτα, ένα άκουσμα μετάλλου. Ακούστηκαν βήματα αντρικά, βαριά. Ο Λεωνίδας ακινητοποιήθηκε. Δεν κατάλαβε αμέσως τι σήμαινε αυτό.

Η πόρτα άνοιξε.

Στο κατώφλι στάθηκε ένας άντρας γύρω στα σαρανταπέντε. Κοντός, στέρεος, με κόκκινο φανελένιο πουκάμισο και σκούρο παντελόνι. Κοίταζε τον Λεωνίδα ανέκφραστος, με το ψύχραιμο βλέμμα που ρίχνει κανείς σ έναν ταχυδρόμο ή έναν άγνωστο γείτονα.

– Ποιον θέλετε; ρώτησε ήσυχα.

Ο Λεωνίδας ανοιγόκλεισε τα μάτια.

– Τη Δανάη… Είναι σπίτι;

Ο άντρας έγνεψε χωρίς να μετακινηθεί κι φώναξε πίσω του:

– Δανάη, για σένα είναι.

Μερικά δευτερόλεπτα πέρασαν, περίεργα ελαστικά, σαν να τεντωνόταν ο χρόνος. Και μετά η Δανάη εμφανίστηκε στο χωλ. Φορούσε ένα ζεστό, κρεμ πουλόβερ, μαζεμένα μαλλιά, χωρίς μακιγιάζ, και ωστόσο, κάπως αγέρωχη, φωτεινή, πιο ήσυχη απ όσο θυμόταν εκείνος.

Τον είδε και στάθηκε μία στιγμή. Το βλέμμα της κλειστό σαν πόρτα που δεν θες να ανοίξεις.

– Λεωνίδα, είπε. Δεν έπρεπε να έρθεις.

Άνοιξε το στόμα του αλλά δεν βγήκε κανένας ήχος. Κοίταξε πρώτα τον άντρα, ύστερα εκείνη ξανά.

– Ποιος είναι; ρώτησε, αν και ήδη ήξερε.

– Ο Πέτρος, είπε η Δανάη. Μένει εδώ.

Να πώς γίνονται τα πράγματα. Καμιά φορά, δε χρειάζεται εξήγηση. Αρκεί μια φράση, ψιθυριστή. „Μένει εδώ.” Και στέκεσαι στη σκάλα με το δαχτυλίδι στην τσέπη ενώ αυτό που σε χαϊδεύει απ το βάθος της μνήμης είναι μυρωδιά μαγειρικής φακές, με κύμινο και μπόλικο σκόρδο, όπως τα έφτιαχνε κάποτε εκείνη. Τότε που τις έφερνε κρασί, καθόταν στην κουζίνα και την κοιτούσε, πιστεύοντας ότι κανένας άλλος στον κόσμο δεν χρειαζόταν όσο εκείνη.

Λάθος νόμιζε.

«Δεν θα φύγει», έλεγε κάθε τόσο στον εαυτό του. Πού να πάει, στα τριανταπέντε, μετά στα τριανταεφτά, και τώρα, στα τριανταοχτώ; Ποιος την θέλει, πλην εμένα; Πόση σιγουριά να έχεις για να μην την ελέγξεις ποτέ στην πράξη

– Δανάη, περίμενε, είπε. Πρέπει να μιλήσουμε. Είναι σοβαρό.

– Σε ακούω, του είπε. Πες ό,τι έχεις.

– Όχι εδώ έγνεψε προς τον Πέτρο.

Ο Πέτρος δε μετακινήθηκε, λίγο πλάγια μόνο, με το ήρεμο βλέμμα κάποιου που παρακολουθεί και ας μην ανησυχεί. Ο Λεωνίδας ένιωσε κάτι αιχμηρό, όχι ακριβώς θυμό ίσως σκοτεινή αμηχανία, ανακατεμένη με φόβο.

– Ο Πέτρος ξέρει ποιος είσαι, του είπε η Δανάη. Πες ελεύθερα.

Ο Λεωνίδας σωπά. Τράβηξε δειλά από την τσέπη το κουτί. Σκούρο μπλε βελούδο, με χρυσό γράμμα „Ρουμπίνι”. Το άπλωσε στη Δανάη.

– Ήρθα να σου κάνω πρόταση, ψέλλισε. Έπρεπε να το κάνω από καιρό. Άργησα, μα θέλω να παντρευτούμε.

Η Δανάη κοίταξε το κουτί, μα δεν το πήρε. Σήκωσε το βλέμμα και μέσα του είδε μια απαλότητα που τον πλήγωσε: καλοσυνάτη κόπωση, τίποτα άλλο.

– Βάλ το πίσω, Λεωνίδα, είπε χαμηλόφωνα.

– Δανάη

– Σε παρακαλώ. Βάλ το.

Το έβαλε στην τσέπη με ένα χέρι που έτρεμε ελάχιστα.

– Είναι όλο; ρώτησε σχεδόν σκληρά.

– Όλο, αποκρίθηκε εκείνη. Συγγνώμη, αλλά έπρεπε να ξέρεις ότι καμιά φορά κάτι αλλάζει, αργά ή γρήγορα.

– Θα μπορούσες τουλάχιστον να μου το πεις.

– Στο είπα πολλές φορές, απάντησε. Όχι με αυτές τις λέξεις. Δεν άκουγες.

Τον κοίταξε λίγο ακόμα, ένα νεύμα λες και έβαλε τελεία στις σκέψεις της.

– Αντίο, Λεωνίδα.

Η πόρτα έκλεισε με ησυχία, χωρίς θόρυβο. Από μέσα ακούστηκε κάτι γυάλινο, η μυρωδιά από μαγειρεμένη σάλτσα πλανήθηκε στο κλιμακοστάσιο, και μετά όλα σώπασαν.

Έμεινε εκεί τρεις ονειρικές στιγμές. Ύστερα κατέβηκε, βγήκε έξω, μπήκε στο αμάξι του ένα ασημένιο „Αιγαίο-Εβόλουσιον” πρόσφατης χρονολογίας. Κοιτούσε τις σταγόνες που κυλούσαν στο παρμπρίζ, νιώθοντας το δαχτυλίδι να καίει την τσέπη του σαν πυρωμένο χέρι.

Τις πρώτες μέρες ο Λεωνίδας επέμενε. Ήταν άνθρωπος που έλυνε προβλήματα. Έτοιμος πάντα να ελέγξει, να διαπραγματευτεί, να απαιτήσει. Αυτό έμαθε η ζωή: όλα φτιάχνονται αν βρεις το σωστό εργαλείο.

Άρα είχε ανάγκη το „σωστό εργαλείο”.

Την πήρε τηλέφωνο το επόμενο πρωινό.

– Πρέπει να μιλήσουμε, είπε.

– Τα είπαμε χτες.

– Να μιλήσουμε κανονικά. Να συναντηθούμε, ήρεμα.

– Γιατί, Λεωνίδα;

– Γιατί δεν σβήνεις έτσι δέκα χρόνια. Παλέψαμε πολλά μαζί.

Μια σιωπή. Ύστερα:

– Δεν σβήνω τίποτα. Όλα έγιναν. Αλλά ζω τώρα, όχι τότε.

– Μαζί του;

– Ναι.

– Τον ξέρεις μόνο μισό χρόνο.

– Εσένα σε ήξερα δέκα. Ε, και;

Δεν βρήκε τι να πει. Εκείνη αποχαιρέτησε κι έκλεισε το τηλέφωνο. Εκείνος έμεινε με το ακουστικό στο χέρι, μην ξέροντας που ακριβώς λάθεψε.

Τρεις μέρες μετά λουλούδια. Μεγάλο μπουκέτο από λευκά τριαντάφυλλα και λυσίανθος στο ανθοπωλείο „Νάρκισσος” στην οδό Τρίτωνος. Μιας κι είχε ακούσει ότι τα μονά αριθμητικά λουλούδια έχουν ξεχωριστή σημασία. Ένα χαρτάκι: „Συγγνώμη. Ήμουν ανόητος. Δώσε μου μια ευκαιρία.”

Το βράδυ έλαβε ένα μήνυμα. Μόνο: „Μη στέλνεις λουλούδια στη δουλειά. Είναι άβολο για μένα”.

Άβολο. Όχι „ευχαριστώ”. Όχι „συγκινήθηκα”. Μόνο άβολο.

Ο Λεωνίδας έβαλε το τηλέφωνο στην άκρη. Πήγε στην κουζίνα. Έβρασε ένα τσάι, στάθηκε στο παράθυρο κι έξω ο Νοέμβριος τον κοιτούσε με γυμνά δέντρα, φώτα μισοσβησμένα, πεζοδρόμια υγρά. Κρύο μέσα αν και τα καλοριφέρ άναβαν.

Άρχισε να θυμάται απλώς. Πώς γνωρίστηκαν στα τριάντα εκείνος, στα είκοσι οκτώ εκείνη. Κάποια αυγουστιάτικη βραδιά με φίλους, όταν δούλευε ακόμη στα ξεκινήματά του στην „Γρανίτης ΑΕ”. Τον τράβηξε αμέσως η ησυχία της. Δεν ήταν έρωτας, μα η παρουσία της είχε βάρος, ήξερε να κάθεται δίπλα σιωπηλά, σπανιότητα για το σήμερα.

Σχέση ήσυχη. Δεν ζόριζε, δεν πίεζε. Είχε την εντύπωση ότι αυτό της αρκούσε. Μπορεί να μην το ρώτησε ποτέ πραγματικά.

Κάποιες φορές εκείνη ψέλλιζε: „Λεωνίδα, πώς μας φαντάζεσαι σε ένα χρόνο, σε πέντε;”. Απάντησε πάντα αόριστα: „Καλά θα μαστε, γιατί να βιαστούμε;”. Εκείνη σώπαινε, και το περνούσε για συμφωνία.

Στις γιορτές, άλλοτε μαζί, άλλοτε να φεύγει εκείνος με φίλους. Στα γενέθλια της τον Φλεβάρη πάντα θυμόταν, αλλά όχι κάθε χρονιά πήγαινε. Μόνο ένα τηλεφώνημα. Εκείνη ένα „εντάξει” και τίποτα άλλο. Και ο Λεωνίδας είπε στον εαυτό του „καταλαβαίνει, η δουλειά είναι προτεραιότητα.”

Τώρα όμως σκεφτόταν αλλιώς.

Εκείνη περίμενε, χρόνια περίμενε, να πάρει το ρίσκο για κάτι πιο συγκεκριμένο. Εκείνος όμως έψαχνε πάντα μια εναλλακτική πόρτα μισάνοιχτη, πάντα έναν δρόμο διαφυγής σε περίπτωση που θα βρει κάτι καλύτερο, πιο λαμπερό, πιο καινούργιο. Δεν ήθελε να την „κρατάει ρεζέρβα”, όμως δεν επέλεξε ποτέ ξεκάθαρα.

Όσο περίμενε εκείνη, μεγάλωνε.

Αργότερα το κατάλαβε, όταν όλα είχαν αλλάξει. Η παλιά Δανάη είχε μια αγωνία στα μάτια τώρα κάτι ισχυρό, χωρίς εξηγήσεις. „Ισιώθηκε μέσα της”, σκέφτηκε ονειρικά.

Έκανε ένα τηλεφώνημα στον φίλο του, τον Νίκο, απτο πανεπιστήμιο.

– Ζει μ έναν τύπο, εδώ και μισό χρόνο, είπε ο Λεωνίδας.

– Μόλις το έμαθες; ρώτησε ο Νίκος.

– Ναι… Το ήξερες;

– Είχα ακούσει κάτι. Νόμιζα ξέρεις.

– Δεν ήξερα.

– Ε, εσύ δεν ήσουν ο θερμός τύπος. Ίσως ήταν λογικό να συμβεί…

Ο Λεωνίδας δεν συνέχισε. Όχι „λογικό”. Εκείνος ήθελε να διορθώσει.

Έπειτα το αποκορύφωμα του παραλόγου: βράδυ, έξω από την πολυκατοικία της, την κάλεσε.

– Κατέβα λίγο, είμαι κάτω από το σπίτι σου.

Με μεγάλη παύση, κι έτσι λιτά:

– Γιατί;

– Έλα απλώς.

Κατέβηκε μπουφάν, σκουφί, χέρια βαθιά στις τσέπες. Ο Λεωνίδας γονάτισε απ ευθείας στο βρεγμένο πεζοδρόμιο, άνοιξε το κουτί από „Ρουμπίνι”, το ξανάπροσέφερε.

Οκτώ υπό το μηδέν. Γυναίκα οδηγάει σκύλο, σταματάει, τον κοιτάει τρυφερά. Ίσως νόμιζε πως θα τη συγκινήσει και η Δανάη.

Τον κοίταξε τρία δευτερόλεπτα. Ήρεμα:

– Σήκω, σε παρακαλώ.

– Δανάη

– Θα κρυώσεις.

Σηκώθηκε. Το παντελόνι του βρεγμένο, το κουτί πάλι στην τσέπη.

– Δεν καταλαβαίνεις, είπε. Είμαι έτοιμος, το θέλω. Οικογένεια μαζί σου θέλω.

– Δέκα χρόνια πριν το ήθελες;

– Δεν το σκεφτόμουν έτσι.

– Το ξέρω, απάντησε με γαλήνια κούραση. Δεν σου κρατώ κακία, Λεωνίδα. Μα έχει τελειώσει εκείνο που υπήρξε. Έχω άλλη ζωή.

– Και αν σου πω ότι σαγαπώ;

Ένας υπαινιγμός χαμόγελου, μετά κοίταξε αλλού.

– Δεν φτάνει, είπε. Τα λόγια έχουν βάρος μόνο όταν κουβαλούν κάτι. Τώρα αγαπάς επειδή έχασες δεν είναι το ίδιο με τότε που θα μπορούσες να διαλέξεις κι απλά δεν διάλεξες.

Η γυναίκα με τον σκύλο είχε από ώρα χαθεί, η λάμπα στο δρόμο τρεμόσβηνε. Ο Λεωνίδας δεν ήξερε τι νούμερο μπουφάν φοράει η Δανάη, αν προτιμά το χειμώνα ή το καλοκαίρι. Δέκα χρόνια, και τέτοια μικρά δεν τα έμαθε.

– Πήγαινε σπίτι, ψιθύρισε. Κάνει κρύο.

Έκλεισε πίσω της την πόρτα, με ήχο από τσίγκο.

Ο Λεωνίδας στάθηκε λίγο, έπειτα έφυγε.

Τον Δεκέμβρη την αναζήτησε ξανά. Εκείνη βγήκε στο τηλέφωνο, ευγενικά, χωρίς σκληρότητα, μα κι ούτε ένα άνοιγμα πια.

Κάποια φορά προσπάθησε να στηριχτεί στη „κοινή ιστορία”, να επικαλεστεί τις αναμνήσεις, να μανιπουλάρει τις ενοχές.

– Δεν πετιούνται, είπε η Δανάη. Αλλά δεν θα ζω μέσα τους.

Άλλη φορά προσπάθησε να της αποσπάσει συμπόνια. Ύπνος κομμάτια, δουλειά τίποτα, τι θα κάνω μετά.

– Θα περάσει, του απάντησε. Είσαι δυνατός.

– Αυτό δεν βοηθάει.

– Ξέρω, αλλά δεν μπορώ να σε βοηθήσω έτσι.

Τότε είτε από ντροπή είτε από ζήλια, βγήκαν ξανά τα σκιερά ερωτήματα.

– Αυτός ο Πέτρος, ποιος είναι στ αλήθεια; Τον ξέρεις;

– Ξέρω.

– Μισό χρόνο όλα κι όλα.

– Σε μισό χρόνο καταλαβαίνει κανείς πολλά. Και σε δέκα χρόνια μπορεί να μη μάθει τίποτα…

Σώπασε πάλι.

Τότε γεννήθηκε μια ιδέα που μετά ντράπηκε: προσέλαβε ιδιωτικό ντετέκτιβ στο γραφείο „Ασπίς” στη Βικτώριας. Βιογραφικό, δουλειά, οικονομικά, κύκλωμα, έλεγχος για παρελθόν ποινών. Παρακολούθηση για μια-δυο βδομάδες.

– Θέλω να μάθω, είπε.

– Να ξέρω ποιος μπήκε στη ζωή της.

Πλήρωσε. Περίμενε.

Μετά από δέκα μέρες, το αποτέλεσμα: Πέτρος Μιχαηλίδης, 46 ετών, τεχνικός μηχανών σε βιομηχανία στην Ασπρόπυργο, διαζευγμένος, μια ενήλικη κόρη. Ήσυχος, σταθερός. Καμιά παρανομία, καμιά δεύτερη ζωή, τίποτα ύποπτο.

Ο Λεωνίδας έμεινε να σκέφτεται αυτό το „τίποτα ιδιαίτερο”.

Την πήρε πάλι. Εκείνη τη φορά μόνο και μόνο γιατί πονούσε το απώθητο.

– Είναι τεχνικός στο εργοστάσιο, της είπε.

Η φωνή της κοφτερή για πρώτη φορά.

– Από πού το ξέρεις;

– Έκανα έρευνα.

Η σιωπή της βαριά σαν μαρμάρινη σκάλα.

– Αυτό ξεπερνάει τα όρια. Τον παρακολούθησες;

– Ήθελα να καταλάβω τι βρήκες σ αυτόν.

– Δεν το καταλαβαίνεις έτσι, Λεωνίδα. Και μη με ξαναπάρεις. Παρακαλώ.

– Το εννοείς;

– Ναι. Αν καλέσεις, δεν θα απαντήσω.

Το τηλέφωνο έκλεισε.

Κάθισε στο αμάξι, με κάτι καινούργιο, πιο βαρύ. Ούτε θυμός ούτε μελαγχολία, κάτι βαθύτερο, λίγο τρομακτικό, σαν να χάνεται το χώμα κάτω απ τα παπούτσια.

Πέντε μέρες μετά, παραμονή Πρωτοχρονιάς, τα φώτα της Αθήνας και η πόλη έπαιζε παρανοϊκά ευτυχισμένη. Ο Λεωνίδας το ένιωσε σαν παλιρροϊκό κύμα, κάπου στα ράφια του „Αστέρι” στην Παγκράτι. Πήρε το τηλέφωνο.

Δεν απάντησε.

Έστειλε: „Καλές γιορτές. Συγγνώμη για όλα”. Η απάντηση μετά απ ώρα: „Και σε σένα”.

Έμεινε να κοιτάει αυτά τα δύο λόγια: Ευγένεια; Συγχώρεση; Ανθρώπινο;

Την παραμονή γευμάτισε στο σπίτι του Νίκου κι άλλων φίλων. Τη νύχτα, βγήκε στο μπαλκόνι. Ο Ιανουάριος παγωμένος, ουρανός καθαρός, πυροτεχνήματα. Σκέφτηκε που είναι τώρα η Δανάη. Ίσως με τον Πέτρο στη ζεστή τους κουζίνα, ίσως φτιάχνει φακές, ίσως γελούν με κάτι ασήμαντο, όπως παλιά.

Τι έκανε πέρσι; Είχε φύγει σε σκι με φίλους. Τηλεφώνησε βιαστικά, σχεδόν αδιάφορος. Τώρα το θυμόταν πόσο λίγα είχε πει.

Βγήκε κι ο Νίκος.

– Εντάξει;

– Εντάξει.

– Μπα, δε φαίνεσαι.

– Σκέφτομαι, είπε μόνο ο Λεωνίδας.

– Την αγαπούσες ποτέ;

– Νομίζω τώρα πια καταλαβαίνω πράγματα που τότε δεν έβλεπα.

Ο Νίκος έμεινε σιωπηλός, και μετά είπε: „Πάντα έλεγες πως ήταν καλή.”

„Ήταν”, απάντησε.

Σιωπή και επιστροφή στη ζεστασιά με τους άλλους.

Τον Ιανουάριο, παρά την απαγόρευση, ξανατηλεφώνησε. Είχε μπροστά του μόνο ένα πράγμα που ήθελε να ρωτήσει. Εκείνη το σήκωσε.

– Θυμάμαι, έλεγες συχνά πως θέλεις οικογένεια, σιγουριά. Εγώ έκανα πως δεν ακούω.

– Ναι, είπε εκείνη.

– Γιατί δε μ άφησες νωρίτερα; Γιατί τόσος καιρός να περιμένεις;

Μακριά σιωπή.

– Γιατί αγαπούσα, είπε τελικά. Γιατί νόμιζα ότι κάποια στιγμή θα αλλάξεις. Γιατί λυπόμουν να πετάξω τόσα χρόνια, ακόμα και όταν κατάλαβα ότι δεν φτάνουν. Οι άνθρωποι αργούν να παραδεχτούν ότι δεν έχει πια νόημα να περιμένουν.

– Και μετά;

– Μετά κατάλαβα μια μέρα ότι δεν περίμενα εσένα, αλλά έναν άλλον που ήθελα να γίνεις. Μα τέτοιος άνθρωπος δεν υπάρχει. Υπάρχεις εσύ, όπως είσαι. Κι έπρεπε εγώ να πω τέλος.

– Καλός ο Πέτρος;

– Πολύ.

– Είσαι ευτυχισμένη;

– Είμαι ήρεμη. Αυτό μετράει. Να μην περιμένει κανείς διαρκώς κάτι χειρότερο, να ξέρει πως ο άλλος δε θα φύγει.

Κάτι τον πίκρανε βαθιά. Δεν ανάλυσε το συναίσθημα.

– Νόμιζες πως σου έκανα τη ζωή δύσκολη;

– Τις μισές φορές το ένιωθα. Όταν ακύρωνες σχέδια τελευταία στιγμή, τις γιορτές που ήσουν πάντα αλλού. Όταν σε ρωτούσα για το μέλλον κι έφευγες. Μικρά όλα, αλλά μαζεύονται.

Τον διαβεβαίωσε δεν λέει αυτά για να τον πληγώσει. „Δεν ήσουν κακός, απλά όχι ο δικός μου”.

Όχι ο δικός μου! Τρεις λέξεις, τέλος κύκλου.

– Συγγνώμη που ενοχλώ.

– Δεν ενοχλείς. Απλά θες να καταλάβεις. Κατανοητό.

Αποχαιρέτησαν. Αυτή τη φορά στη φωνή της υπήρχε μια ζεστασιά, κάτι σαν σεβασμός για την προσπάθεια να μάθει.

Οι εβδομάδες κύλησαν κι ο Λεωνίδας σταμάτησε να παίρνει. Όχι επειδή το ξεπέρασε. Απλώς γιατί έγινε πιο ξεκάθαρο. Ήξερε πια τα όριά του.

Συλλογίστηκε τον χρόνο: Πάντα πίστευε ότι τον είχε απόθεμα σαν καταθέσεις στην Eurobank. Στα τριάντα, νέος ακόμα, στα τριανταπέντε, προλαβαίνω, στα σαράντα, „τότε θα σκεφτώ”. Μα όσο περίμενε εκείνος, κάποιος άλλος δεν περίμενε. Μπαινοβγαίνουν στη ζωή, λένε κάτι απλό, εκείνη τους ακούει.

Ένα μεσημέρι του Φλεβάρη οδηγούσε στην οδό Πεύκης, κι επιβράδυνε κάτω απ το σπίτι της. Το γνώριμο πεζοδρόμιο, το φθαρμένο σοβά, οι λεύκες, η παιδική χαρά στο πλάι. Σ ένα παράθυρο στο τρίτο, φως και μια σιλουέτα που δε διακρίθηκε έφυγε.

Το Μάρτη, συνάδελφος, ο Μάξιμος, πρόσφατα αρραβωνιασμένος, έτεινε να διηγείται την ιστορία του δαχτυλιδιού του με ενθουσιασμό. Ο Λεωνίδας άκουγε, κούνησε το κεφάλι, δέχτηκε τα συγχαρητήρια.

– Φαίνεσαι σκεπτικός, είπε ο Μάξιμος.

– Καιρός να γίνονται όλα στην ώρα τους, απάντησε ο Λεωνίδας.

Ο Μάξιμος το πήρε σαν φιλοφρόνηση.

Η άνοιξη μπήκε νωρίς εκείνη τη χρονιά. Ο Λεωνίδας απολάμβανε τη δροσιά στην κουζίνα, παρατηρώντας απ το παράθυρο το χορταράκι, σκεφτόμενος… κλειδιά. Εκείνη είχε το δικό του δεύτερο κλειδί δεν το είχε ποτέ χρειαστεί χωρίς να τον προειδοποιήσει. Εκείνος ποτέ δεν είχε το δικό της. Και μόλις τώρα, στο πρώτο ανοιξιάτικο απόγευμα, αυτό του φάνηκε πολύ σημαντικό.

Μπορεί να μην την ήθελε πραγματικά σπίτι του, μπορεί να το ένιωθε ίσως ο ίδιος το έφτιαξε αυτό.

Τον Απρίλη, τη βρήκε τυχαία στον „Σελίδα”, τον γνωστό βιβλιοπωλείο στη Σταδίου. Ήταν μπροστά στη λογοτεχνία, με ανοιχτόχρωμο ανοιξιάτικο παλτό η όψη της ήσυχη, ισορροπημένη, σαν να μην χρειαζόταν ούτε να νιώσει ούτε να αποδείξει τίποτα.

Τον κοίταξε, έγνεψε.

– Καλησπέρα, είπε.

– Καλησπέρα, απάντησε.

Στάθηκαν για λίγο παράξενα νηφάλιοι.

– Πώς είσαι;

– Καλά. Εσύ;

– Καλά, δουλειές…

– Τι ωραία.

Μια παύση χωρίς αμηχανία, απλώς κενή.

– Το καλοκαίρι με τον Πέτρο πάμε θάλασσα. Δεν έχω ξαναπάει στη Χαλκιδική, θα ναι εμπειρία.

– Ωραία, της είπε μόνο.

Χαμογέλασε λίγο, άρπαξε το βιβλίο, προχώρησε στο ταμείο.

– Καλή συνέχεια, Λεωνίδα.

– Επίσης, Δανάη.

Διέσχισε το βιβλιοπωλείο με τη βιβλία της, ένα ανάλαφρο βήμα, το παλτό της να ακολουθεί τη σκιά της. Γύρισε κάποτε κουδούνισε το κινητό της, μίλησε γελώντας με κάποιον που μάλλον την αγαπούσε.

Ο Λεωνίδας άνοιξε μέσα στο φως το βελούδινο κουτί. Το δαχτυλίδι ακόμη εκεί, λαμπερό στο φως του Απρίλη. Το έκλεισε, το επέστρεψε στην τσέπη του, κι έφυγε.

Το βράδυ, στο δικό του διαμέρισμα στην οδό Κεντρικής, σε ένα σπίτι τακτοποιημένο, ευρύχωρο, ήσυχο, χορτασμένο από προσωπικές επιλογές, άκουσε μια ησυχία ποιοτική, απτή.

Σκεφτόταν τι σημαίνει να χάνεις το χρόνο. Όχι αφηρημένα, αλλά όταν κρατούσες κάτι ζεστό, το άφηνες να φύγει γιατί νόμιζες ότι θα μείνει εκεί. Μα προχώρησε όχι με φασαρία, αλλά επειδή όλα τα ζωντανά, ή ανθίζουν, ή μαραίνονται. Εκείνη διάλεξε να ανθίσει.

Εκείνος, τι διάλεξε; Άνεση; „Σχετική παρουσία;” Να μην εκτεθεί; Να μην υπόσχεται; Πίστευε πως αυτό ήταν ωριμότητα ίσως απλή δειλία που έκρυβε

Το δαχτυλίδι εκεί, στη μέση του τραπεζιού. Το κοίταξε ώρα.

Σηκώθηκε, το έκλεισε στο συρτάρι.

Πήγε να πάρει νερό.

Απ έξω η ζωή είχε πεισματικά προχωρήσει. Στην αυλή παιδιά φωνές, κάποιος άνοιξε μουσική, μοσχομύριζε γη.

Πλησίασε το παράθυρο. Στήριξε το μέτωπο στο τζάμι, αγγίζοντας το φως εκείνης της άλλης άνοιξης, που δεν ήταν δική του πια.

Να πώς έγιναν τα πράγματα. Δέκα χρόνια κι όλα μπερδεμένα. Δεν ήταν „ρεζέρβα” εκείνη ο ίδιος αυτοπαγιδεύτηκε. Εκείνη απέκτησε ελευθερία. Εκείνος τώρα απλά ακούει, έξω απ τη ζωή που κάποτε πίστευε ότι τον περίμενε.

Το μέλλον; Ίσως συνεχίσει όπως πάντα. Δουλειά, ραντεβού, ταξίδια, νέα πρόσωπα. Μπορεί κάποτε, με λιγότερη άμυνα, να μάθει. Ίσως όχι απλώς να θυμάται.

Σκέφτηκε τη Δανάη στο σπίτι, ίσως να μαγειρεύει, να διαβάζει το βιβλίο εκείνο, με τον Πέτρο να κάθεται δίπλα της με το φανελένιο πουκάμισο. Ήρεμος όχι καλύτερος ή σπουδαιότερος, αλλά παρών, γήινος. Αυτό που δεν κατάφερε ποτέ: να είναι έγκαιρα εκεί, χωρίς δισταγμό.

Δεν ζήλευε ή τουλάχιστον όχι πια. Περισσότερο από ζήλια, κάτι σαν σεβασμός. Προς εκείνη. Που χωρίς σκηνές, χωρίς μίσος, άφησε εκείνον πίσω κι εξελίχθηκε.

Θυμήθηκε εκείνη τη φράση της, στη βροχή: „Αγαπάς τώρα που έχασες. Δεν είναι το ίδιο με το τότε, όταν μπορούσες.”

Εύστοχη. Στην καρδιά του πράγματος.

Έμεινε στη σιωπή, στη σωστά διακοσμημένη κουζίνα του. Μπόρεσε να δει καθαρά πόσες φορές θα μπορούσε να είχε διαλέξει αλλιώς: τον τρίτο χρόνο, τον πέμπτο, κάθε Φλεβάρη στα γενέθλιά της, κάθε γιορτή που προτίμησε κάτι άλλο. Κάθε φορά που ευγενικά ρωτούσε, κι εκείνος ξέφευγε.

Θα μπορούσε αλλιώς; Βέβαια. Το ήξερε. Μονάχα που το κατάλαβε τη στιγμή που άλλο πια δεν μπορούσε.

Αυτό είναι η καθυστερημένη μεταμέλεια, αναλογίστηκε. Η ήσυχη, ψυχρή αναγνώριση ότι άφησες τον χρόνο να φύγει. Τον άφησες γιατί πίστευες πως θα σε περιμένει.

Σηκώθηκε. Έβαλε το βραστήρα στο μάτι. Τον παρατήρησε να σιγοπαιανίζει. Σκέφτηκε: να μάθω να φτιάχνω φασολάδα κάποια στιγμή. Παράξενο, ασήμαντο.

Έβαλε τσάι, μια κουταλιά μέλι κύκλο στη ζεστασιά.

Έξω σκοτάδι, τα φώτα στους απέναντι ζεστά, άνθρωποι να τρώνε, να βλέπουν τηλεόραση, να είναι σε μια κανονικότητα που μόλις τώρα ένιωθε εξωπραγματική.

Σκέφτηκε τα κλειδιά. Ποτέ δεν τα ζήτησε στ αλήθεια. Ίσως δεν τόλμησε τώρα η πόρτα έκλεισε, όχι με κλειδί, αλλά με κάτι ανυπότακτο και, τελικά, αναγκαίο.

Τα χέρια του ζεστά στην κούπα. Πέρασε ώρα έτσι.

Κάποια πράγματα δεν γυρίζουν. Όχι από κακία, όχι από πείσμα, μα επειδή ο χρόνος δεν περιμένει.

Άφησε το φλιτζάνι στο τραπέζι.

Ησυχία. Ο Απρίλης της Αθήνας γλυκός, χωρίς παγωνιά, χωρίς άγριο άνεμο μόνο βράδυ, απ αυτούς που έρχονται κι άλλοι πολλοί.

Να προχωρήσεις, σκεφτόταν. Όχι επειδή γιατρεύτηκες, μα επειδή δεν γίνεται αλλιώς. Η ζωή δεν σταματά για να ξεδιαλύνει ο άνθρωπος τις απώλειές του.

Αν του τύχει ξανά κάποιο σημαντικό πρόσωπο, δε θα μεταθέσει το αύριο. Όχι γιατί έγινε σοφός, αλλά γιατί έμαθε πώς είναι να χτυπάς μια πόρτα πολύ αργά.

Σηκώθηκε. Έπλυνε το φλιτζάνι, το έβαλε στη σχάρα.

Αυτό ήταν.

Ούτε θυμός, ούτε πικρία. Ούτε για τη Δανάη, ούτε για τον Πέτρο, ούτε για τη ζωή. Μόνο μια σιγανή, μισοδροσερή κατανόηση: έτσι έγινε, έτσι ήταν δίκαιο, έστω κι αν εκείνος το κατάλαβε πολύ αργά.

Έσβησε το φως. Πήγε στο δωμάτιο.

Κάπου στο συρτάρι ένα μικρό βελούδινο κουτί καιρός να το πάει πίσω στο „Ρουμπίνι”. Ή όταν νιώσει έτοιμος.

Oceń artykuł
Άργησε δέκα ολόκληρα χρόνια