Πάρε το, παιδί μου, δοκίμασέ το κι πες αν είναι καλό είπε η κυρά Κατερίνα Παπαδοπούλου, η ηλικιωμένη γυναίκα με πράσινο μαντήλι δεμένο σφιχτά κάτω από το σαγόνι, η οποία, παρά τη φθορά στα χέρια της, εξέπεμπε μια ζεστασιά που μόνο οι απλοί και καθαροί ψυχές γνωρίζουν.
Η συχνή αγορά του Κεραμεικού έσπερνε κάθε Σάββατο: πάγκοι γεμάτοι, πωλητές βιαστικοί, περαστικοί που σταματούσαν σε κάθε περίπτερο για να τσιμπήσουν, να συγκρίνουν, να δοκιμάσουν. Σε μια πιο ταπεινή γωνιά, στέκεται η Κατερίνα, η άγρια κυρία από το χωριό, με τις σκληρές από δουλειά χέρια της, το κόκκινο καπέλο της και το βλέμμα που θυμίζει χαραυγή.
Στο πάγκο της έχει μερικά κομμάτια φρέσκου λευκού φέτας, φτιαγμένα με κόπο από το γάλα της ηλικιωμένης αγελάδας της, και ένα μικρό κομμάτι ειδικά κλασμένο για δοκιμή, «να δοκιμάσει ο άνθρωπος και να μην το κρίνει απλώς», λέει αυτή.
Κάθε περαστικός καλωσορίζεται με το ίδιο ήπιο χαμόγελο:
Πάρε το, παιδί μου, δοκίμασέ το κι πες αν είναι καλό.
Κάποιοι σταματούσαν, άλλοι συνέχιζαν βιαστικά. Στην αγορά δεν υπάρχει χρόνος για όλους· δεν έχει κανείς πάντα το μάτι να δει την ψυχή πίσω από το απλό προϊόν.
Την ίδια πρωινή, ανάμεσα στους συνήθεις πελάτες, εμφανίζεται μια γνωστή στο κέντρο της πόλης γυναίκα: ψηλή, κομψή, ντυμένη σε ακριβό παλτό από σατέν, με μεγάλα μαύρα γυαλιά που καλύπτουν τα μάτια της. Οι φήμες για αυτήν κυκλοφορούσαν ασταμάτητα: είχε χρήματα, επιχειρήσεις, ό,τι θα μπορούσε να ζητήσει κανείς.
Αλλά δεν είχε ηρεμία.
Πήγε πρώτα στα μεγάλα περίπτερα των φημισμένων παραγωγών της Αθήνας. Δοκίμασε, μυρμήγκισε, ρώτησε αλλά κάθε φορά έσκασε τη μύτη της.
Πολύ αλμυρό
Πολύ μαλακό
Δεν είναι αυτό που ψάχνω
Οι άνθρωποι αποφεύγουν το δρόμο της. Η παρουσία της διαλύει το αέρα, μια ψυχρή και χιονάτη κομψότητα. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη στερεοτυπική αυτοπεποίθηση κρυβόταν μια αόρατη κούραση· μια θλίψη που δεν συνάδει με τα πολυτελή ρούχα της.
Όταν έφτασε στο μικρό περίπτερο της Κατερίνας, όλοι οι άλλοι πωλητές γύρισαν το κεφάλι με περιέργεια: «Δες πώς θα την αγνοήσουν! Τι θέλει μια πλούσια γυναίκα να δοκιμάσει από μια φτωχή του χωριού;»
Η Κατερίνα δεν ήξερε τέτοια διαχωριστικά. Δεν έβλεπε τίποτα πέρα από την ψυχή του ανθρώπου.
Με το ίδιο ήπιο χαμόγελο που προσφέρει σε όλους, μίλησε στη γυναίκα:
Πάρε το, παιδί μου, δοκίμασέ το κι πες αν είναι καλό.
Η γυναίκα στάθηκε, χωρίς να καταλάβει γιατί.
Ίσως κάτι στη φωνή της ηλικιωμένης να την άγγιξε. Μια ζεστασιά που δεν ένιωθε εδώ και χρόνια.
Η Κατερίνα του έσπρωξε ένα μικρό κομμάτι, σαν να το έδινε σε αγαπημένο:
Φτιάχτηκε με τα χέρια μου τα παλιά αλλά με ψυχή νεαρή, μανούλα μου. Δοκίμασέ το κι εσύ.
Η γυναίκα άγγιξε το κομμάτι φέτας με τα χείλη της. Μια καθαρή, απλή γεύση την τύλιξε αμέσως με ένα ξεχασμένο συναίσθημα.
Έκλεισε τα μάτια.
Και τότε ένιωσε.
Ένιωσε την παιδική της ηλικία.
Ξαφνικά, μέσα στην φασαρία της αγοράς, βρέθηκε σε μια μικρή κουζίνα με πηκτό πάτωμα, ένα ξύλινο τραπέζι. Εκεί την είδε η γιαγιά της, η γυναίκα που την μεγάλωνε με τρυφερότητα, ενώ οι γονείς της έλειψαν, μακριά για δουλειά.
Η γιαγιά, με το λουλουδένιο ποδαράκι, πάντα της έσπρωχνε ένα κομμάτι φρέσκου φέτας και της έλεγε:
Πάρε το, παιδί μου, και πες αν είναι καλό. Εσύ είσαι το στόμα μου.
Ένα κόμπος σχίστηκε στον λαιμό της. Η φέτα ήταν ακριβώς η ίδια· ίσος όγκος, ίση υφή, ίδια γεύση, ίδια ανάμνηση.
Τα δάκρυά της στάλθηκαν πίσω από τα μεγάλα γυαλιά της. Έτρεσε η φωνή της, τρέμουσε:
Δεν ξέρω τι να πω είναι τέλεια.
Η Κατερίνα άγγιξε ελαφρά το χέρι της, όπως μόνο οι γιαγιάδες ξέρουν να το κάνουν:
Αγόρι μου, δεν χρειάζομαι πολλά. Αν εσύ λες ότι είναι καλή, για μένα αρκεί.
Πώς το φτιάχνετε; ρώτησε η γυναίκα με ψιλή φωνή.
Με δουλεία, μαμά και με αγάπη. Άλλωστε δεν βγαίνει αλλιώς. Και με πόνο πόνο για καλούς ανθρώπους σαν εσένα που ξέρουν να γευτούν με την καρδιά.
Αφαιρέσε τα γυαλιά της. Στα μάτια της έλαμπαν δάκρυα και ένα φως που δεν είχε δει εδώ και καιρό.
Μου θυμίσατε τη γιαγιά μου ψιθύρισε.
Τότε η Κατερίνα χαμογέλασε πλατιά, με ρυάκια στους κόλπους.
Είναι καλό, γιαγιά μου. Σημαίνει ότι δεν είναι μακριά. Όσο τη θυμάσαι, η γιαγιά σου ζει μέσα σου.
Θα πάρω όλη τη φέτα, αποφάσισε η γυναίκα, γεμάτη απόφαση. Όλη. Και θέλω να σας βοηθήσω. Τι χρειάζεστε;
Η Κατερίνα έσυρνε απαλά το κεφάλι της.
Δεν είμαι φτωχή, παιδί μου. Έχω χέρια. Όσο έχω χέρια, έχω φέτα. Και αν εσύ, αφού πέρασες από τόσες αγορές, ήρθες σε μένα σημαίνει ότι υπάρχει ακόμα χώρος για ανθρώπους με καρδιά. Αυτή είναι η πλούσια μου κληρονομιά.
Η πλούσια γυναίκα πήρε μια βαθιά ανάσα, σκούπισε τα δάκρυά της.
Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ένιωσε κάτι απλό: τη ζεστασιά μιας ανάμνησης.
Ευχαριστώ, κυρία Κατερίνα Ευχαριστώ που μου θυμίσατε ποια είμαι.
Η ηλικιωμένη τράβηξε ελαφρά το χέρι της.
Πάρε το, παιδί μου, και πες αν είναι καλό. Έτσι είναι το φέτα, έτσι είναι η ζωή μόνο όσοι το δοκιμάζουν με την ψυχή το νιώθουν.
Αν αυτή η ιστορία σας ξύπνησε μια ανάμνηση, μη τη κρατάτε μόνο για εσάς. Γράψτε στα σχόλια ποιον, τι γεύση, ποια στιγμή της παιδικής σας ηλικίας σας θύμισε.






